Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2007

Από την Ελένη...

Η αυτοπροσωπογραφία μιας... "Κρεμάλας"


της Ελένης Γκίκα

«Κάποιος άνθρωπος βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα και ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει, ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την αυτοπροσωπογραφία του».
Είναι κάτι που σκέπτομαι πολύ συχνά όταν διαβάζω μυθιστορήματα συγγραφέων, ακόμα κι όταν οι ίδιοι επιμένουν ότι είναι αγρίως και αμιγώς μυθοπλαστικά. Επειδή σ’ αυτή την περίπτωση αυτοβιογραφικό είναι το σύνολο του έργου.
Όταν πρωτόπιασα την «Κρεμάλα» του Νίκου Παργινού στα χέρια μου, το πρώτο που χάρηκα ήταν το εύρημα. Μια ολόκληρη ιστορία που συμπληρώνεται γράμμα το γράμμα, ακριβώς σαν τη ζωή και σαν «Κρεμάλα». Το παιδικό μας παιχνίδι που γίνεται βρόγχος και γρίφος και τελικά αποδεικνύεται ένα ακόμα εγκεφαλικό, εφιαλτικό παιχνίδι.
Το αμέσως επόμενο που με συγκίνησε, ήταν η φιλία. Εκείνο το αποκαλυπτικό «μαζί» όταν ο ένας γίνεται ο καθρέφτης για τον άλλο. Κατά συνέπεια και κανείς δεν χάνεται. Ούτε αυτός ο νεκρός από τροχαίο Δημήτρης που βίωμά τους καθημερινό γίνεται και επιβιώνει για πάντα στις λέξεις και στις σιωπές της ιστορίας.
Πρόκειται, όπως θα καταλάβατε για την ιστορία μιας παρέας. Τρία παιδιά μεγαλώνουν «δεσμεύοντας όνειρα και ελπίδες στις μονοδιάστατες συστοιχίες ενός σχολικού παιχνιδιού κρεμάλας». Μαθαίνουν, παίζοντας. Με όλα τα πάθη και τα λάθη και τα ρίσκα τους. Ενίοτε, χάνοντας. Αλλά εντέλει ξεφλουδίζοντας την ίδια τη ζωή σαν Κρεμάλα.
Ξεκινώντας από την γαλάζια ηλικία του βίου τους (σημειώματα απίστευτα, εφηβικοί έρωτες, επιδρομές με κασετοφωνάκια και βιντεοκάμερες, βιντεοσκοπημένες εκπομπές με ήρωες δικούς τους), για μια στιγμή θα νομίσουν πως χάθηκαν. Θα χωρίσουν μετά το σχολείο. Με τον ένα δε, και για πάντα.
Ο Δημήτρης με μηχανή μικρού κυβισμού θα περάσει στο επέκεινα. Για να γυρίσει κατόπιν και να στοιχειώσει την ζωή των άλλων, επίσης, για πάντα.
Στην πορεία, ήρθαν τόσα πολλά και προστέθηκαν. Η κουρασμένη, μαραζωμένη ζωή του Πάκη, ποιος από μας κάποια στιγμή δεν χάνει το νόημα και δεν αισθάνεται ότι παίζει με χαρτιά, εν τέλει, σημαδεμένα. Το συγγραφικό θηρίο του άλλου, που από ανάγκη επιβίωσης τον χρίζει εν μια νυκτί συγγραφέα. Οι εμμονές, αυτή η ιδιότυπη, τελικά, καταδίωξη, εμείς ο διώκτης και ο φυγάς, ενίοτε δίχως συνείδηση, ταυτοχρόνως. Κι ύστερα, ήταν και η ατμόσφαιρα. Εκείνη η αχλύ που σε βάζει στα σπίτια τους, σε χώνει βαθιά στην ψυχή τους, σε εξαφανίζει στον εφιάλτη τους. Το μυστήριο που αρχίζει από τα ήδη γνωστά και καθημερινά. Το βιωμένο που ιδωμένο αλλιώς, χαρακτηρίζεται θαύμα. Η ζωή που ξεπροβάλει μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους, σαν θαύμα. Διότι αυτό που έχει σημασία είναι:
«Να κοιτάς το ποτάμι που είναι χρόνος και νερό
και να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι και πάλι ένα ποτάμι,
να ξέρεις πως πλανιόμαστε σαν το ποτάμι
και οι μορφές μας χάνονται σαν το νερό.
Να βλέπεις πως η μέρα ή ο αιώνας είναι σύμβολο
της κάθε μέρας του ανθρώπου και του χρόνου
του, να μεταλλάσσεις την επιδρομή του χρόνου,
σε μουσική, σε ψίθυρο και σύμβολο».
Κι αυτό το βλέπει ο Νίκος και το κάνει στην «Κρεμάλα». Με τρόπο απολύτως πειστικό και φυσικό. Αποκαλυπτικό. Λυτρωτικό. Επειδή
«Καμιά φορά τα βράδια, ένα πρόσωπο
μας κοιτάει από τα βάθη ενός καθρέφτη’
Κι η τέχνη πρέπει να ‘ναι σαν και τούτο τον καθρέφτη
που μας αποκαλύπτει το ίδιο μας το πρόσωπο».
Εκείνο, όμως, που περισσότερο εντυπωσιάζει στο μυθιστόρημα είναι αυτό το απολύτως διανοητικό παιχνίδι. Η «Κρεμάλα», που είναι πάντοτε εκεί. Κι ενίοτε καίγεσαι. Αν δεν επιλέξεις με απόλυτη προσοχή το κάθε σου γράμμα. Ο τρόπος που βρήκε, εν τέλει, να νικήσει την απώλεια. Η μάχη με το επέκεινα και ο χαμένος φίλος που μέσα από την ιστορία γίνεται πανταχού παρών, αλώβητος γίνεται, από τη λήθη και τον χρόνο, βαφτίζεται αιώνιος. Και στο φινάλε…
«Ποιος απ’ τους δυο μας γράφει αυτό το ποίημα
έχοντας έναν πολλαπλό εαυτό, μα ένα και μοναδικό
σκοτάδι; Και τελικά, τι σημασία έχει τ’ όνομά μου
όταν η μοίρα μας δεν ξεχωρίζει πουθενά;»
Διότι το παιχνίδι κρεμάλας ο αφηγητής θα επιλέξει να λυθεί, τελικά, ακριβώς εκεί: στο σπίτι του Δημήτρη. Στη συνάντηση που γίνεται ακριβώς για να τιμηθεί απ’ όλους τους φίλους, ο Φίλος. Όχημά τους, ένα ξεχασμένο σχολικό τετράδιο, με αυτά ακριβώς τα παιχνίδια Κρεμάλας.
Συνάντηση μοιραία που θα αλλάξει του πρωταγωνιστή τη ρότα. Πρώτα σαν όνειρο. Μετά μέσα από μια τρελή καταδίωξη. Μέσα από την επίλυση ενός γρίφου. Αυτού που θα του γνωρίσει τον όντως εαυτό και μέσα από το βιβλίο, την πιο αυθεντική του αυτοπροσωπογραφία.
Ένα ενδιαφέρον ευρηματικό βιβλίο που αποτελεί μια τοιχογραφία σύγχρονη. Την ακτινογραφία και το χρονικό μιας βαθιάς και καθοριστικής φιλίας. Τον τρόπο με τον οποίο ξεφλουδίζει τη ζωή ένας έφηβος. Την διαδικασία εκείνη που γεννά τον συγγραφέα.
Η ιστορία διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον, σαν ψυχολογικό θρίλερ. Όσο για το μυστήριο, αρκεί εκείνο της ζωής και της ύπαρξης. Δεν είναι ήδη μια μεγάλη περιπέτεια ο προσωπικός μας λαβύρινθος;
Εξάλλου είναι κι αυτή η παρακαταθήκη, του χαμένου φίλου: «θυμήσου μονάχα μια στιγμή, εκείνη, από αυτές που μοιραστήκαμε, απ’ όλες αυτές που χαρίσαμε, και ζήσε όπως σου έμαθα, όπως σ’ αξίζει…» Και αυτομάτως γίνεται γι’ αυτούς ο απών Δημήτρης πηγή ζωής. Και μέσα από τις αναμνήσεις τους κι από την ιστορία του ενός, αθάνατος.
Ένα βιβλίο που επιθυμεί να σταματήσει τον χρόνο και να νικήσει τον θάνατο. Περιγράφοντας μια σπαρταριστή ζωή.
Τελειώνοντας θα ήθελα να σας πω ότι τον συγγραφέα Νίκο Παργινό τον θεωρώ ολότελα προσωπική υπόθεση. Όχι επειδή δεν θεωρώ προσωπική υπόθεση και τους άλλους συγγραφείς της σειράς, ή και την ίδια τη σύγχρονη πεζογραφική σειρά της «Άγκυρας» στο φινάλε, αλλ’ επειδή πουθενά αλλού και σε κανέναν άλλον δεν ένοιωσα τόσο να συμμετέχω. Στο πρώτο του βήμα. Και στο αμέσως επόμενο, και στο μεθεπόμενό του ιδιαίτερο κι εξελικτικό. Διότι θα πρέπει να ομολογήσω ότι σ’ ένα διάστημα περίπου τριών ο Νίκος έξανε άλματα. Υπογράφοντας με την ίδια ακριβώς συγγραφική ευστροφία δυο ακόμα ιστορίες- αινίγματα. Το «Γλυκό Πικραμύγδαλο» και «Το τάγμα της ελπίδας». Τη σημειολογία του έρωτα, όσον αφορά το πρώτο, μια οικογενειακή σάγκα, το χρονικό μιας οικογένειας, όσον αφορά το δεύτερο. Αποδεικνύοντας ότι η πρωτοτυπία, εν τέλει, δεν έτυχε, πέτυχε.
Ε κι ύστερα είναι κι απ’ την Κέρκυρα. Και η Κέρκυρα για μένα δεν είναι μονάχα ένα βιβλίο. Είναι το παραμύθι που ποτέ δεν αποχαιρέτησα.
Επίσης, θα ήθελα ακόμα να πω ότι απόψε είμαι πολύ ευτυχισμένη που συμπαρουσιάστριά μου είναι μια νεαρή και σημαντική συνάδελφος με ήθος παλιού δημοσιογράφου που σήμερα σπανίζει και με συγγραφικές ικανότητες σημαντικές τις οποίες θα τις απολαύσετε όλοι σας, προσεχώς. Θα ήθελα ακόμα να την ευχαριστήσω που απόψε μας έκανε την τιμή να είναι μαζί μας. Και να της ευχηθώ καλή πορεία να έχει και μέσα από την καρδιά μου Χρόνια Πολλά, διότι η Σταυρούλα έχει και τα γενέθλιά της σήμερα.
Κι εδώ θα ήθελα να σας ευχαριστήσω όλους για το χρόνο τους. Τον Νίκο Παργινό και την Σταυρούλα Σκαλίδη για την εμπιστοσύνη και την αγάπη τους. Την Άγκυρα και την αδελφική μου φίλη Αναστασία Παπαδημητρίου για την τόσων ετών συνοδοιπορία.
Νίκο, Σταυρούλα, Αναστασία, χαίρομαι τόσο πολύ που σε αυτή τη ζωή συναντήθηκαν οι δρόμοι μας. Αλλά χαίρομαι αφάνταστα, επίσης, που σήμερα βρίσκομαι στην πόλη σας. Ευχαριστώ.

Από την παρουσίοση της "Κρεμάλας" στην Πάτρα την Παρασκευή 16 Μαρτίου 2006

2 σχόλια:

  1. Βλέπω οι δρόμοι έχουν ανοιχτεί ολόφωτοι!
    Ανηφορικοί πάντα!
    Κοπιαστικοί μεν, αλλά προς την κορυφή, ε;

    Τα καλύτερα εύχομαι.
    Όλο και καλύτερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @καπετάνισσα
    Δεν ξέρω αν οι δρόμοι είναι ολόφψτοι, αλλά είναι σίγουρα ανηφορικοί και κοπιαστικοί. Έχεις απόλυτο δίκιο. Σε ευχαριστώ πολύ για τις ευχές, ξέρω πως είναι από καρδιάς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή