Τρίτη, Οκτωβρίου 22, 2013

Έλληνας στον καιρό των μνημονίων

Είμαι Έλληνας, δηλώνω Έλληνας ακόμα και σήμερα, ετούτες τις μέρες της δοκιμασίας και της κρίσης, αν και έχασε η εθνικότητά μου την αίγλη του ένδοξου παρελθόντος της. Δηλώνω Έλληνας και τα έχω με πολλούς, τα έχω με όλους. Κοιτώ τον εαυτό μου στον καθρέπτη, μονολογώ, συζητώ, τσακώνομαι, διεκδικώ και συμπεραίνω ποιοι μου χρωστούν και πόσα, ποιοι μου τη δίνουν κι ευθύνονται για τούτο το χάλι που βιώνω. Ναι, το χάλι που με έφεραν. Πως έφτασα αλήθεια ως εδώ; Ρωτώ το είδωλό μου απέναντι στο θολωμένο καθρέπτη που με τιμά με την παρουσία του, τη σκιά μου που συνεχίζει να με ακολουθεί, καθότι μόνος στα δύσκολα, παρότι γεμάτος φίλους και γνωστούς αλλά όχι τώρα, όχι ετούτες τις δύσκολες στιγμές. Παίρνω μολύβι και χαρτί και ετοιμάζομαι για την καταγγελία μου. Πρέπει να γράψω για όσα μου φταίνε, για όσα με πληγώνουν, για όσα περνώ.

Μου φταίνε τα νούμερα και οι αριθμοί. Αυτά που κάποτε ευημερούσαν και τώρα με κάνουν και χλομιάζω κάθε φορά που ανατρέχω σ’ αυτά.
Μου φταίνε αυτοί που κυβερνούν που κατέληξαν να υπακούνε όχι σ’ εκείνους που τους έδωσαν την εξουσία αλλά σε εκείνους που τους την πήραν.
Μου φταίνε οι ξένοι και οι δανειστές που μου δανείζουν με τόκο για να με βοηθήσουν ακόμα και τώρα που αποδεδειγμένα δεν μπορώ να τους ξεπληρώσω αυτά που μου έχουν δανείσει.
Μου φταίνε αυτοί που τα φάγανε και δεν είναι στην φυλακή.
Μου φταίνε αυτοί που τα φάγανε και δεν τα φάγαμε παρέα.
Μου φταίνε αυτοί που είναι στη φυλακή αλλά δεν τα φάγανε.
Μου φταίνε αυτοί που δεν τα φάγανε αλλά χαίρονται και ψηφίζουν αυτούς που τα φάγαν.
Μου φταίνε αυτοί που εμπιστεύτηκα να με κυβερνήσουν και αποδείχθηκαν κατώτεροι κάθε προσδοκίας.
Μου φταίνε όλοι οι υπεύθυνοι που παραμένουν ακόμα υπεύθυνοι παρά την ανευθυνότητά τους.
Μου φταίνε όλοι οι ανεύθυνοι που δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες που θα έπρεπε να αναλάβουν.
Μου φταίει η τρόικα, τα μνημόνια, τα χαράτσια, οι φόροι, οι λογαριασμοί, τα κουστούμια και οι γραβάτες.
Μου φταίει το κράτος που είναι παρόν αλλά απουσιάζει.
Μου φταίει η ιδιωτική πρωτοβουλία που είναι απούσα αλλά υπάρχει.
Μου φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι που κάθονται και λουφάρουν και τους πληρώνω χωρίς να με εξυπηρετούν, που μπήκαν από το παράθυρο και δεν μπορώ να αποδεχθώ πως δεν τους έχουν διώξει ακόμα από την πόρτα.
Μου φταίνε οι ιδιωτικοί υπάλληλοι που κάθονται και ανέχονται τα πάντα στην εργασιακή ζούγκλα που βιώνουμε, που ονειρεύονται να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι και ψάχνουν τρόπο να μπουν σ’ αυτό από κάποιο παράθυρο με κάθε μέσο.
Μου φταίνε οι ελεύθεροι επαγγελματίες, που δουλεύουν και βγάζουν περισσότερα από μένα, μαύρα, χωρίς αποδείξεις, γιατί μπορούν κι έχουν τη δυνατότητα να κλέβουν το κράτος ακόμα και σήμερα.
Μου φταίνε οι αγρότες, που πήραν τις φουσκωμένες επιδοτήσεις τους, δηλώνουν πως ξημεροβραδιάζονται πάνω από τα κτήματα και τη γη, αλλά μισθώνουν σαν ζώα αλλοδαπούς για τις δύσκολες αγροτικές δουλειές.
Μου φταίνε οι επαγγελματίες του τουρισμού, που περιμένουν σαν το μάνα εξ ουρανού τους τουρίστες για να ζήσουν έξι μήνες, τους εκμεταλλεύονται με τον χείριστο τρόπο, και αφού φύγουν χάνονται στο καβούκι τους για τους υπόλοιπους έξι μήνες.
Μου φταίνε οι επιχειρηματίες της γειτονιάς, που ενώ δεν έχουν κίνηση τα μαγαζιά τους, δεν ρίχνουν τις τιμές των εμπορευμάτων τους για να τα αγοράσει ο κοσμάκης.
Μου φταίνε οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι μηχανικοί, που επειδή πήραν ένα πτυχίο εξακολουθούν να έχουν την απαίτηση να τους πληρώνουμε ακόμα καλά και να τους σεβόμαστε γι’ αυτό που κάποτε ήταν.
Μου φταίνε οι εργολάβοι που έφαγαν τόσα χρόνια με χρυσά κουτάλια εκτελώντας μεγάλα έργα, αλλά μεγάλα έργα εγώ δεν είδα, τουλάχιστον όχι στον τόπο μου.
Μου φταίνε οι πλούσιοι που έχουν ακόμα να ξοδεύουν γιατί κανείς δεν τολμά να τους ζητήσει αυτά που ζητά από μένα.
Μου φταίνε οι φτωχοί που δεν έχουν να ξοδέψουν και χρωστούν αυτά που πληρώνω ακόμα εγώ.
Μου φταίνε οι τράπεζες που κάποτε με παρακαλούσαν να πάρω τα δάνειά τους και τώρα απαιτούν να τις ξεπληρώσω με κάθε κόστος.
Μου φταίνε οι άνεργοι που πολλαπλασιάζονται μέρα με τη μέρα γιατί δεν βρίσκουν δουλειά και τους τρέφω εγώ πληρώνοντας για επιδόματα και εισφορές που καλούμαι να πληρώσω.
Μου φταίνε οι συνταξιούχοι που δεν λένε να μας αφήσουν στην ησυχία μας και συνεχίζουν να παίρνουν τη σύνταξή τους για την οποία πληρώνω εγώ.
Μου φταίνε οι άρρωστοι που τρέχουν στα νοσοκομεία για γεμίζουν κάθε τρεις και λίγο τα ράντζα που πληρώνω με τους φόρους μου.
Μου φταίνε οι υγιείς που δεν πληρώνουν ασφαλιστικές εισφορές για να βρούμε την υγειά μας.
Μου φταίνε οι πολύτεκνοι και τα επιδόματά τους, μου φταίνε οι άτεκνοι για την υπογεννητικότητά μας.
Μου φταίνε οι δάσκαλοι και οι καθηγητές γιατί απολαμβάνουν καλοκαιρινή άδεια, κάθονται το Πάσχα και τα Χριστούγεννα και παραπονιούνται κιόλας.
Μου φταίνε τα παιδιά μου που δεν θα μπορούσα να τα αντέξω αν δεν πηγαίνανε σχολείο και δεν τα φορτώνονταν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές τους.
Μου φταίνε οι μαθητές που αντί να διαβάσουν θέλουν να μας κάνουν μάθημα με καταλήψεις και πορείες.
Μου φταίνε οι ξένοι που ήρθαν στην χώρα και μας παίρνουν τις δουλειές, αλλά μου φταίνε και οι έλληνες που γίνανε ξένοι και βρήκαν δουλειές στο εξωτερικό και καλοπερνάνε.
Μου φταίνε οι γείτονες που πάντα έχουν κάτι καλύτερο από μένα, οι συνάδελφοι, οι συγγενείς, η γυναίκα μου, η πρώην μου, τα παιδιά μου που συνεχίζουν να απαιτούν.
Μου φταίνε οι επαναστάτες που επαναστατούν.
Μου φταίνε οι επαναστάτες που δεν επαναστατούν.
Μου φταίνε οι επαναστάτες του facebook και του twitter που ποστάρουν επαναστατικά μηνύματα.
Μου φταίνε αυτοί που δεν έχουν λογαριασμό στο facebook και το twitter για να μπορώ να τους ποστάρω αυτά που πλέον διεκδικώ μόνο διαδικτυακά.
Μου φταίνε οι δρόμοι, τα σκουπίδια, τα φώτα, τα πεζοδρόμια, η ανοργανωσιά.
Μου φταίνε οι δικαστές που δεν βρίσκω το δίκιο μου ενώ εκείνοι πάντα βρίσκουν το δικό τους.
Μου φταίνε οι πολιτικοί που κάποτε κάνανε πως με γνώριζαν και τους ψήφισα και τώρα κάνουν πως δεν με ξέρουν.
Μου φταίει η Εκκλησία που δεν προσεύχεται αρκετά, που υπάρχει ακόμα, που εδώ ο κόσμος χάνεται κι αυτή μιλά για άλλη ζωή κι υπόσχεται παραδείσους ενώ βιώνω κόλαση.
Μου φταίνε αυτοί που ασχολούνται με το περιβάλλον, την καρέτα - καρέτα και την αρκούδα, ενώ πεθαίνει κόσμος.
Μου φταίνε αυτοί που αυτοκτονούν γιατί μπόρεσαν και το έπραξαν.
Μου φταίνε εκείνοι που δεν έχουν το θάρρος να αυτοκτονήσουν για όλα όσα έχουν κάνει.
Μου φταίνε οι φίλοι που έχασα, οι φίλοι που θεωρώ πως βρήκα.
Μου φταίνε τα παιδιά των άλλων.
Μου φταίνε οι δημοσιογράφοι και τα παπαγαλάκια που προσπαθούν να με πείσουν αλλά εγώ δεν πείθομαι και συνεχίζω να τους βλέπω και να τους ακούω.
Μου φταίνε οι νόμοι που δεν υπάρχουν ή που δεν εφαρμόζονται.
Μου φταίει το Σύνταγμα που δεν το έχω διαβάσει.
Μου φταίει το σύστημα που το έχω ζήσει.
Μου φταίει η μοίρα μου και το ριζικό μου.
Μου φταίει ο καθρέπτης απέναντί μου, μου φταίει η σκιά που με ακολουθεί.

Τρίτη, Ιουλίου 30, 2013

3η Έκθεση Βιβλίου στην Κέρκυρα

Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή αποδέχθηκα για μια ακόμη φορά την τιμητική πρόσκληση του Συλλόγου των Βιβλιοχαρτοπωλών της Κέρκυρας να συμμετάσχω στις εκδηλώσεις της 3ης Έκθεσης Βιβλίου και στην παρουσίαση του νέου βιβλίου της φίλης Λένας Μαντά: "Με λένε Ντάτα". Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013 και ώρα 21:30 στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο της έκθεσης στην Σπιανάδα.

Δευτέρα, Ιουνίου 17, 2013

Ανοικτή επιστολή για την κλειστή ΕΡΤ

Ανέκαθεν, το μαύρο χρώμα συμβόλιζε το απόλυτο μυστήριο, αυτό που προκαλεί τον φόβο αλλά και ελκύει όπως κάθε τι σκοτεινό. Δεν έχει να κάνει με επιφανειακές ερμηνείες, διαθέτει το βάθος εκείνο που χρήζει μεν εξονυχιστικής αναζήτησης, αλλά παραμένει αθέατο, σκοτεινό και μυστηριώδες. «Όλα στο φως» μας υποσχέθηκαν οι κυβερνώντες, κι εμείς τους πιστέψαμε και πάλι χαρίζοντάς τους την εξουσία της ηγεσίας. Μα το φως τους φαίνεται πως έσβησε με ένα μόνο κλικ, και το μαύρο της οθόνης πλημμύρισε για τα καλά τις ψυχές μας. Στο μαύρο, άλλωστε, δεν είναι εύκολο να αντιληφθείς τις σκιές. Χορεύουν και συνεχίζουν το αποτρόπαιο έργο τους, να δρουν στο παρασκήνιο, στο φόντο, και να απομυζούν τα πάντα.

Λίγες μέρες πριν, ζήσαμε το θέατρο του παραλόγου. Επικαλούμενη τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη, η κυβέρνηση με αυταρχισμό άνευ προηγουμένου προχώρησε στο κατέβασμα του διακόπτη που κρατούσε στη ζωή τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό. Η «αμαρτωλή» ΕΡΤ αποτέλεσε το εύκολο θύμα, αφού η κυβέρνηση θεωρούσε πως θα μπορούσε πολύ εύκολα να δικαιολογήσει την αποτρόπαια πράξη της στο βωμό της σωτηρίας της χώρας που ευαγγελίζεται. Από τη μια ο ασφυκτικός χρονικός ορίζοντας του Ιουνίου που έθετε η τρόικα για τις «απαιτούμενες» απολύσεις στο Δημόσιο. Από την άλλη, η λύση που φάνταζε εύκολη και σωστή για τα ανυποψίαστα μάτια του απλού κόσμου που περνά δύσκολες μέρες εν μέσω ανεργίας και ανέχειας. Παχυλοί μισθοί ημετέρων, σπατάλες σε παραγωγές και προγράμματα, κατευθυνόμενες και φιλτραρισμένες ειδήσεις κατά το δοκούν, κυβερνητική προπαγάνδα μέσα από ένα σύστημα ανθρώπων που οι ίδιοι διόριζαν και συντηρούσαν όλα αυτά τα χρόνια βαφτίζοντάς τους εξειδικευμένους σύμβουλους, έμπειρους διοικητές, χαρισματικούς διευθυντές. Αλλά και το ευτελές ανταποδοτικό χαράτσι που θα επιστρεφόταν – άκουσον, άκουσον - στον λαουτζίκο μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ. Τέλος, η εικόνα μιας κυβέρνησης που δεν χαμπαριάζει, που δεν μασά τα λόγια της, που τολμά και προχωρά σε μεταρρυθμίσεις και δύσκολες αποφάσεις, ακόμα κι αν κόβει άλυτους γόρδιους δεσμούς με κατεστημένα συμφέροντα και συντεχνίες.

Μα, συγχωρέστε με που αναγκάζομαι να πάρω χαρτί και μολύβι, η ΕΡΤ δεν είναι μόνο αυτά. Δεν είναι μόνο αυτά που θυμούνται κάθε φορά οι πολιτικοί όταν αναφέρονται ελαφρά την καρδία σ’ αυτήν. Δεν είναι μόνο αυτά που μας παρουσίασαν προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τις αποτρόπαιες πράξεις τους. Η τηλεόραση, τα ραδιόφωνα, οι περιφερειακοί σταθμοί, ο δίαυλος επικοινωνίας και ενημέρωσης για τη διασπορά και τον απόδημο ελληνισμό, δεν ορίζεται ούτε αναλύεται σε μια γραμμή, μ’ ένα τελεσίγραφο, ή με μια υπουργική απόφαση. Είναι η φωνή και η εικόνα της ίδιας της Ελλάδας, είναι η ίδια μας η ταυτότητα που μανιωδώς αναζητούμε σήμερα μέσα από το χθες. Είναι ο απαραίτητος σύνδεσμός μας με το ίδιο το παρελθόν, το αποκούμπι των ξεριζωμένων, ο σύμμαχος των ακριτών, είναι η διασύνδεσή μας με τον πολιτισμό και την κουλτούρα μας, την παράδοση, την ιστορία, τις μνήμες και τις εμπειρίες τόσων γενεών, μα και η ύστερη άμυνά μας απέναντι στην αδυσώπητη επίθεση του εφήμερου, του λαοφιλούς, του εύπεπτου, του γουστόζικου, του εύκολου που έχει χωθεί στις ζώνες υψηλής τηλεθέασης των καναλιών και των συχνοτήτων και μας βομβαρδίζει ανηλεώς.

Ναι, η ΕΡΤ είναι αμαρτωλή. Πως θα μπορούσε, άλλωστε, να μην είναι; Και δεν είναι η μόνη, δυστυχώς, σ’ αυτήν την άρρωστη Ελλάδα που καρκινοβατεί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Μα, αλίμονο όταν επικαλείται τις όποιες αμαρτίες της αυτός που ασέλγησε κατά συρροή και συνεχίζει να ασελγεί με βάναυσο και επιτακτικό τρόπο επάνω στο ταλαιπωρημένο κορμί της. Είναι σαν τον βιαστή, που καταδικάζει οριστικά και αμετάκλητα ελαφρά την καρδία το θύμα του σε λιθοβολισμό λόγω αμαρτωλού πρότερου βίου.

Οι οθόνες μας γέμισαν μαύρο αυτές τις μέρες. Μαύρο για τις αποφάσεις τους, τη σκέψη τους, τα σχέδιά τους, τον προορισμό που μας έταξαν και που χάθηκε από τη συχνότητά μας. Για μας, τους ανθρώπους του πολιτισμού, το μαύρο είναι ακόμα πιο σκοτεινό. Για τους ανθρώπους της περιφέρειας η σιγή των ερτζιανών ακόμα περισσότερο. Δεν σκοπεύουν να φωτίσουν τις οθόνες μας, όσους νόμους και όσα σχέδια κι αν μας πλασάρουν. Η ξεχασμένη περιφέρεια δεν είναι στις άμεσες προτεραιότητες τους. Και η ΕΡΑ της Κέρκυρας, της ενημέρωσης, του πολιτισμού, της ψυχαγωγίας, της καρδιάς μας, δεν πρόκειται να ξανανοίξει. Είναι πολυτέλεια για εκείνους. Είναι σπατάλη.

Μέσα σε όλα, το μαύρο απειλεί και τις ψυχές τόσων εργαζομένων. Δεν θα είναι οι πρώτοι εργαζόμενοι που μένουν στον δρόμο. Έχουν προηγηθεί χιλιάδες άλλοι στον ιδιωτικό τομέα, θα ακολουθήσουν χιλιάδες άλλοι κι από το δημόσιο. Μα δεν τα ζύγισαν καλά οι κυβερνώντες τα πράγματα στο δια ταύτα. Εκείνο το φως της ανάπτυξης που μας έταξαν, όσες προσπάθειες κι αν κάνουν, δεν διακρίνεται στο μαύρο που μας συντόνισαν να χαζεύουμε.

Παιδιά της ΕΡΑ, παιδιά της ΕΡΤ, εσείς που ζούσατε με τρεις κι εξήντα κρατώντας Θερμοπύλες, μακριά από τις λίστες των παχυλών μισθών των ημετέρων, κουράγιο. Παιδιά αορίστων συμβάσεων, παιδιά συμβάσεων έργου της δεκάρας, παιδιά των οκταμήνων, των ετήσιων εξετάσεων, των ανανεώσεων, της κριτικής και της λογοκρισίας, τώρα είναι η ώρα να φωτίσετε τις οθόνες και να γεμίσετε τις συχνότητες των ερτζιανών με το φως και τη μελωδία της προσφοράς και της ενέργειάς σας. Καλό αγώνα.

Νίκος Παργινός

Συγγραφέας

Τρίτη, Απριλίου 16, 2013

Παζάρι Βιβλίου στην Κέρκυρα

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, ο Σοροπτιμιστικός Όμιλος Κέρκυρας διοργανώνει Παζάρι Βιβλίου στην Κέρκυρα (πλατεία Γεωργάκη) συγκεντρώνοντας παλιά και νέα βιβλία από φίλους της ανάγνωσης. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 20 Απριλίου 2013 και τα έσοδά της θα διατεθούν για την ενίσχυση του "Χαμόγελου του Παιδιού"  καθώς και του Κέντρου Ειδικής Αγωγής "Μέλισσα".

Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2013

Σχέδιο ΝΑΥΣΙΚΑ

Εμείς οι Κερκυραίοι είμαστε τελικά χειρότεροι από το Αθηνοκεντρικό κράτος που αποφασίζει και διατάζει χωρίς να υπολογίζει τίποτα παρά μόνο τα νούμερα και τις επιταγές των δανειστών μας. Μάθαμε πως τα άλλα νησιά του Ιονίου έχουν Τ.Ε.Ι., όταν αποφάσισε να τα καταργήσει το υδροκέφαλο κράτος των Αθηνών. Ποιος ήξερε, αλήθεια, για τα Τμήματα που κατοικοέδρευαν σε Λευκάδα, Κεφαλονιά και Ζάκυνθο; Και ποιος Κερκυραίος ασχολούταν μαζί τους;  Τώρα, όμως νιώθουμε πως οφείλουμε να επαναστατήσουμε. Γιατί επαναστατούμε αλήθεια; Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, κι ας πούμε επιτέλους τα πράγματα με το όνομά τους. Λίγο μας ενδιαφέρουν τα ΤΕΙ στα υπόλοιπα νησιά. Το μόνο που μας ένοιαζε και εξακολουθεί να μας νοιάζει είναι η διατήρηση των σκήπτρων στο Ιόνιο μέσω της Περιφέρειας που νιώθουμε πως διάγει τις τελευταίες μέρες της. Το μόνο που μας ένοιαζε στον χώρο της παιδείας τόσα χρόνια ήταν το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, να το διαφυλάξουμε και να το συγκεντρώσουμε όλο εδώ, στην πόλη μας, για να έχουμε να το λέμε δηλαδή, κι όχι για τίποτα άλλο, αφού, μεταξύ μας, κι αυτό δεν μας κάλυψε ποτέ πλήρως. Η Κέρκυρα άξιζε Μετσόβιο και κάτι παραπάνω, Χάρβαρντ! Το ίδιο κάνουμε, λοιπόν, και για την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων. Ζητάμε συμμέτοχους τους άλλους Επτανήσιους στον αγώνα μας για τη διατήρησή της. Αν το κράτος, όμως, πρότεινε τη μεταφορά της έδρα της σε άλλο νησί θα αποζητούσαμε μανιωδώς την κατάργησή της. Την Περιφέρεια την θυμόμαστε μόνο όταν μας συμφέρει. Αυτό είναι το δικό μας σχέδιο. Σχέδιο ΑΘΗΝΑ η Αθήνα; Σχέδιο ΝΑΥΣΙΚΑ η Κέρκυρα.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2013

Ομιλία Νίκου Παργινού για το βιβλίο: "Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο"


 
Ομιλία του συγγραφέα Νίκου Παργινού
στο πλάισιο της παρουσίασης του νέου βιβλίου
του Πρωτοπρεσβύτερου Θεμιστοκλή Μουρτζανού
στην Κέρκυρα την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, ανάμεσά σας, στο πλευρό του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού, ενός ανθρώπου που σέβομαι και εκτιμώ απεριόριστα, για να σας παρουσιάσουμε μαζί το νέο του βιβλίο, που φέρει τον τίτλο: «Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο». Έχουν περάσει δυόμισι περίπου χρόνια από την ημέρα που παρουσιάσαμε στο κοινό της Κέρκυρας το πρώτο του βιβλίο, που μιλούσε για τους νέους, κι αναζητούσε τον σύγχρονο λόγο και ρόλο της Εκκλησίας στις πτυχές της νεανικής τους ζωής. Και νιώθω πραγματικά τυχερός που μου δίνεται και πάλι η δυνατότητα να τον πλαισιώσω και να καταθέσω για ακόμα μια φορά τη δική μου άποψη γι’ αυτό το νέο του δημιουργικό ταξίδι.

Η σχέση μου με τον π. Θεμιστοκλή εξακολουθεί να περνάει μέσα από συμπληγάδες κι από σαράντα κύματα αναζητώντας την κοινή μας Ιθάκη. Εξακολουθεί να ζυμώνεται μέσα από πολυποίκιλες δράσεις με κοινό παρονομαστή τον άνθρωπο, τη γνώση και φυσικά την πίστη. Αυτό που με τρομάζει, βέβαια, είναι πως οι συγγραφικές του περιπέτειες φαίνεται να ακολουθούν τη ζωή μου κατά πόδας. Ή ίσως να συμβαίνει και το ανάποδο, η ζωή μου να ακολουθεί τις πνευματικές του ανησυχίες. Ίσως να αποτελώ κι εγώ μέρος της πνευματικής του έμπνευσης, κομμάτι μιας πολυποίκιλης δεξαμενής άντλησης δεδομένων. Δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά το γεγονός, πως πριν από τρία περίπου χρόνια ένιωθα πως το βιβλίο που είχε γράψει, αυτό για τους νέους και τις ανησυχίες τους, έμοιαζε να μ’ αφορά στο έπακρο. Τα χρόνια, βέβαια, πέρασαν, κι ετούτο το νέο του βιβλίο με κάνει και πάλι να νιώθω πως γράφτηκε για μένα, αφού η οικογένεια και ο μικρόκοσμός της, έγινε το καθημερινό μου βίωμα. Πάτερ, δεν σου κρύβω πως με τρομάζει η ιδέα του επόμενού σου βιβλίου. Προετοίμασε με λίγο, ελπίζω να μην αφορά τον θάνατο.

Ο Αλέξανδρος Δουμάς, θεωρούσε πως: τα δεσμά του γάμου είναι τόσο βαριά που χρειάζονται δυο για να τα κουβαλήσουν, συχνά και τρεις. Άλλοι δε, αυτοί που δεν τα πάνε και τόσο καλά με τη θρησκεία, έχουν σχηματισμένη στο μυαλό τους μια δεδομένη άποψη που σίγουρα όλοι μας την έχουμε κάπου ακούσει. Θεωρούν πως: η Εκκλησία, μην μπορώντας να καταργήσει τον έρωτα, θέλησε τουλάχιστον να τον απολυμάνει, επινοώντας το μυστήριο του γάμου. Ο Δουμάς, πάντως, έλεγε και κάτι άλλο, πως: ο έρωτας είναι θέμα φυσικής κι ο γάμος θέμα χημείας. Ένας καλός μου φίλος και συμμαθητής, Κερκυραίος γιατρός, βλέποντας το θέμα καθαρά επιστημονικά το πήγε ακόμα παραπέρα, θεωρώντας, με αρκετή δόση χιούμορ βέβαια, πως: η χημεία του έρωτα ξεκινά οργανική και καταλήγει ανόργανη. Εγώ, από την άλλη, θεωρώ, πως η ιδέα του γάμου, ειδικά στις μέρες μας, είναι μια πράξη ηρωισμού, μια πράξη που για να μιλήσουμε και λίγο λογοτεχνικά, επιχειρεί να διασκευάσει ένα πανέμορφο ποίημα, αυτό της αγάπης, σ’ ένα πεζογράφημα, αυτό του γάμου. Κι όπως και να το κάνουμε, οι διασκευές έχουν και τις παρενέργειές τους. Για όλα αυτά, λοιπόν, για την αγάπη και τον κόπο του γάμου, τη φυσική και τη χημεία του έρωτα, την οικογενειακή ζεστασιά και την ψυχρολουσία της αιώνιας δέσμευσης, τη λογοτεχνική διασκευή της αγάπης στο πεζογράφημα της οικογενειακής μας καθημερινότητας, την Εκκλησία και τον Χριστό, μας μιλά σε τούτο το βιβλίο του ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός. Κι έχει το θάρρος και την τόλμη, για ακόμα μια φορά, να μας μιλήσει για πράγματα που οι περισσότεροι προτιμούν να σιωπούν και να παραβλέπουν.

Ξέρετε, η πρώτη συμβουλή που μας δίνουν απλόχερα, όλοι, ανεξαιρέτως, όταν επιχειρούμε να παντρευτούμε, είναι να βρούμε τον κατάλληλο ή την κατάλληλη, τον σωστό άνθρωπο, όπως λένε χαρακτηριστικά. Είναι, υποτίθεται, το μυστικό που κρύβεται πίσω κάθε πετυχημένο γάμο. Ακόμα και η Εκκλησία συνιστά προσεκτική επιλογή του συντρόφου μας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά μέσα στο βιβλίο του κι ο π. Θεμιστοκλής. Προσεκτική επιλογή του «εγώ» που θα ενωθεί με το δικό μας για να γίνουμε «εμείς». Των «θέλω» που θα ενωθούν με τα δικά μας για να γίνουν τα «θέλω μας». Σύμφωνοι. Ξεχνάμε, όμως, ίσως το πιο βασικό. Δεν ωφελεί να βρούμε τον σωστό άνθρωπο και να τον παντρευτούμε. Είναι εξίσου απαραίτητο να είμαστε κι εμείς παράλληλα ο σωστός άνθρωπος, αυτός που θα αξίζει να βρεθεί για να τον παντρευτούν. Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, προορίζεται για να μας προετοιμάσει. Να μας κάνει να κοιταχτούμε στον καθρέπτη και να αναρωτηθούμε, πόσο έτοιμοι, πόσο σωστοί, πόσο επιλέξιμοι είμαστε τελικά για κάτι τέτοιο; Είναι ένας οδηγός για νέους ενδιαφερόμενους γονείς που βρίσκονται στο σταυροδρόμι της σύγχρονης οικογένειας, αλλά κι ένα απάνεμο καταφύγιο για όλους εμάς τους θαλασσοδαρμένους οικογενειάρχες. Μιλά για την ευλογία και τον σταυρό της αγάπης και, πιστέψτε με, το κάνει, για να δανειστώ τα λόγια του πατέρα Θεμιστοκλή, χωρίς να οχυρώνεται στην εκκλησιαστική ακαμψία της αυθεντίας του παρελθόντος. Το κάνει παίρνοντας ως αφορμή κομμάτια από τον τρόπο ζωής μας, παραστάσεις απ’ όσα βιώνουμε καθημερινά, και καταφέρνει και προσεγγίζει σε μεγάλο βαθμό το σήμερα για να μας μεταδώσει τον απαραίτητο εκκλησιαστικό λόγο που τόσο έχουμε ανάγκη. Όχι θεωρητικά, φιλοσοφικά ή ακαδημαϊκά, αλλά με χειμαρρώδη πνευματικό λόγο, λόγο που δεν κομπιάζει κι επιχειρεί να μας υπενθυμίσει τα αυτονόητα, αυτά που έχουμε αφήσει στο περιθώριο, αυτά που ξεχάσαμε κάπου στην πορεία, αυτά που δεν θέλουμε ή αδυνατούμε να δούμε, προτείνοντάς μας ταυτόχρονα σωτήριους δρόμους για την διαφύλαξη του ευλογημένου δώρου, του δώρου της αγάπης.

Δεν χτίζονται συνειδήσεις με συλλογισμούς κι επιχειρήματα, μας λέει ο π. Θεμιστοκλής στο βιβλίο του, αλλά με βίωση αληθινών σχέσεων. Κι εκεί χρειάζεται να ξαναδούμε την επαφή μας με το ήθος της εποχής. Όσοι μιλούμε με τους νέους οφείλουμε να μοιραστούμε τον προσωπικό μας αγώνα. Το δικό μας βίωμα. Τις χαρές και τις δυσκολίες μας είτε έχουμε και φυσική είτε μόνο πνευματική οικογένεια. Δεν αρκεί να μιλάμε για τις ζωές των αγίων όταν οι νέοι έχουν μπροστά τους εμάς. Εμάς κρίνουν και από εμάς διαμορφώνουν άποψη. Κι ο π. Θεμιστοκλής δεν φοβάται να μιλήσει για το δικό του βίωμα. Δεν φοβάται να μοιραστεί τις δικές του εμπειρίες, τόσο από την καταπληκτική φυσική του οικογένεια, όσο και από την πνευματική κοινότητά μας. Αυτό είναι και το δικό του μυστικό. Ξέρει από πρώτο χέρι για τους σταυρούς και τις ανηφόρες, τις οδυνηρές μας ήττες της καθημερινότητας, τις μάχες με τα ίδια μας τα «θέλω», τα «πρέπει» και τα «γιατί», τους πειρασμούς και τους εχθρούς που μας βρίσκουν ευάλωτους στην γωνία στέκεται με θάρρος και συνέπεια απέναντι από τον στυγνό εκκλησιαστικό λόγο που ηθικολογεί και αδυνατεί να αρθρώσει ουσιαστικά επιχειρήματα και γράφει φωτισμένα αγγίζοντας τελικά τις ψυχές μας.

Ζούμε σε μια εποχή δύσκολη, μια εποχή οικονομικής κρίσης. Μια εποχή που η οικογένεια και τα παιδιά θεωρούνται πολυτέλεια και τεκμήριο για τους φωστήρες της οικονομίας. Μια εποχή κι έναν κόσμο που ξόδεψε 1.735 δις δολάρια για πολέμους το 2012, ενώ θα χρειαζόταν μόνο 135 δις δολάρια για να εξαφανιστεί η φτώχεια την ίδια χρονιά. Μια εποχή που βασιλεύουν οι εφήμερες σχέσεις, η επιστροφή στο πατρικό, οι χωρισμοί χωρίς την βούλα, τα κορνιζαρισμένα πτυχία, οι καριέρες της μετανάστευσης, τα οικονομικά προβλήματα χωρίς τελειωμό, τα ενυπόθηκα δάνεια κάθε είδους, οι πιστώσεις και οι χρεώσεις, τα ισοζύγια και οι προϋπολογισμοί, οι καλοί λογαριασμοί που κάνουν τους καλούς φίλους, ο έρωτας στο παρασκήνιο των προσφορών, η αγάπη στο περιθώριο της ακρίβειας, η δέσμευση στον αστερισμό της αμφισβήτησης, οι ολέθριες συνέπειες του «στα έλεγα» και του «στο είχα πει», η μοναξιά της απομόνωσης, ο φόβος της ήττας, οι εφιάλτες της αποτυχίας, τα «θέλω» που χάσαμε στην πορεία, τα «πρέπει» που φορτωθήκαμε στο δια ταύτα. Κι αν έμεινε ακόμα κάτι αλώβητο στο πέρασμα όλων ετούτων, είναι ο ιερός θεσμός της οικογένειας, που αποτελεί για τον καθένα από εμάς κάτι ξεχωριστό, και που ελπίζω να παραμείνει έτσι και να μην μας το πάρει κι αυτό η μπόρα. Γι’ αυτό είναι επίκαιρο όσο ποτέ ετούτο το βιβλίο, μ’ όλες τις αναφορές του.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο πατέρας Θεμιστοκλής είναι προσιτή, εύπεπτη και σύγχρονη. Απ’ όλο το βιβλίο ξεχώρισα το γράμμα του γονιού προς το παιδί του, ίσως γιατί έγινε πιο άμεσος ο λόγος του συγγραφέα, ίσως γιατί ταυτίστηκα και μ’ άγγιξε περισσότερο από το υπόλοιπο κείμενο. Από την άλλη, αν και αρκετά μεγάλο σε όγκο το βιβλίο, αν και καταπιάνεται με τόσα πολλά γύρω από το θεσμό της οικογένειας, τελειώνοντάς το, ένιωσα πως θα ήθελα να καταπιανόταν με ακόμα περισσότερα θέματα. Όπως το αναφαίρετο δικαίωμα της απόλαυσης μέσα στον γάμο. Τις προγαμιαίες σχέσεις, τους χωρισμούς, τις μονογονεϊκές οικογένειες. Τις λογικές «εκπτώσεις» της επίσημης Εκκλησίας από το ίδιο το μυστήριο του γάμου, τη συγκαταβατική της στάση στο θέμα του διαζυγίου ή την αποδοχή των τριών θρησκευτικών γάμων. Αλλά και την βίαιη αλλαγή των δεδομένων που αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία σήμερα. Τα σύμφωνα συγκατοίκησης, τις οικογένειες που ζουν χώρια, τις οικογένειες που ποτέ δεν ευλογήθηκαν μυστηριακά, αλλά και τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που έχουν να κάνουν με τους πολλαπλούς χωρισμούς και αλλεπάλληλους γάμους των γονέων. Αλλά και το μεγάλο δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι νέοι, που όταν βρίσκονται σε οικονομική κατάσταση τέτοια που να μπορούν να φτιάξουν οικογένεια, είναι αρκετά μεγάλοι γι’ αυτήν, και ίσως ξέρουν πάρα πολλά για να μην το αποφασίσουν τελικά. Τη διαφοροποίηση της ίδιας της δομής της πατροπαράδοτης οικογένειας, αφού σε λίγα χρόνια θα είναι δεδομένη η απουσία των παππούδων και των γιαγιάδων, μια και τα νέα ζευγάρια παντρεύονται μετά τα τριάντα ή ακόμα και στα σαράντα. Αλλά και τα νέα δεδομένα για τα παιδιά και την εφηβεία. Πρόσφατα, διάβαζα μια αποκαλυπτική έρευνα για την εφηβεία. Είναι γεγονός, πλέον, πως τα σημερινά παιδιά μπαίνουν σ’ αυτήν ψυχικά και σωματικά δυο χρόνια νωρίτερα σε σχέση με τους γονείς τους, και σχεδόν τέσσερα χρόνια νωρίτερα συγκριτικά με τους παππούδες τους. Οι ειδικοί, μάλιστα, δεν μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια τις αιτίες αυτού του φαινομένου, κρούουν όμως τον κώδωνα του κινδύνου όσον αφορά στην σεξουαλική τους ζωή.

Κάποτε, ένας εφτάχρονος αναρωτήθηκε και με το δίκιο του άλλωστε: Ήθελα να ‘ξερα ποιος βάζει τις βιταμίνες στο σπανάκι στο καρότο και στο ρετσινόλαδο και δεν τις βάζει στα παγωτά, στα πατατάκια και στις καραμέλες. Εγώ, πάλι, από την μεριά μου, ήθελα να ‘ξερα ποιος είναι αυτός που ευλογεί την αγάπη με σταυρούς και θυσίες, με κόπο, πειρασμούς και γκρίνια, φαγούρα, βάσανα, σκοτούρες, αγωνίες, καυγάδες, μιζέρια και άγχος. Ποιος είναι αυτός που αποφασίζει, πως το παιδί όταν μπαίνει στο σπίτι σου πρέπει να κάνει τόσο θόρυβο που δύσκολα τον αντέχεις, κι όταν φεύγει θα το αφήνει τόσο σιωπηλό που νομίζεις πως θα τρελαθείς. Ποιος είναι αυτός, που επιτρέπει σ’ όλους μας να επιδεικνύουμε με καμάρι τα παιδιά μας ως τα πιο έξυπνα παιδιά του κόσμου και μέχρι την ενηλικίωσή τους να χάνεται από τα περισσότερα όλη αυτή η εξυπνάδα. Ποιος είναι αυτός που μας βάζει να περνάμε τους δώδεκα πρώτους μήνες των παιδιών μας μαθαίνοντάς τα να περπατάνε και να μιλάνε, και τους επόμενους δώδεκα λέγοντάς τους να κάτσουν κάτω και να «βγάλουν τον σκασμό». Ποιος είναι αυτός που κάνει, το να φωνάζεις όταν θέλεις τα παιδιά να σε υπακούσουν, να μοιάζει με το κορνάρισμα όταν οδηγείς. Ποιος είναι αυτός που κάνει τα παιδιά να ακούνε πολύ πιο προσεκτικά όταν δεν απευθύνεσαι σ’ αυτά. Ποιος είναι αυτός που μέσα σε λίγο καιρό, μετατρέπει το παιδί που φοβάται το σκοτάδι σε έφηβο που θέλει να μείνει έξω όλη τη νύχτα. Ποιος είναι αυτός που επιτρέπει να χρειάζονται είκοσι περίπου χρόνια σε μια μάνα να κάνει τον γιο της άντρα, και είκοσι λεπτά σε μια άλλη γυναίκα για να τον αποβλακώσει. Και πιστέψτε με, δεν έχω τις απαντήσεις που ψάχνετε! Ίσως, ούτε κι ο πατέρας Θεμιστοκλής να τις έχει. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο του, νιώθω να κέρδισα μερικές χρηστικές συμβουλές και κάμποσες όμορφες απαντήσεις σε πάμπολλα ερωτήματα που με βασάνιζαν πριν ακόμα κληθώ να κάνω οικογένεια και παιδιά. Ξέρετε, μιλάω για τότε που πριν αποκτήσεις μωρό και γίνεις πατέρας όλοι σου δήλωναν πως θα γινόσουν καταπληκτικός γονιός! Πως δεν μπορείς να φανταστείς τι χάνεις! Πως τα παιδιά δίνουν νέα διάσταση στον γάμο! Και στο κάτω – κάτω της γραφής πρέπει να αφήσεις απογόνους για να μην χαθεί το όνομα! Μα αφού αποκτήσεις μωρό, σε ενημερώνουν με χαμόγελο πως: τώρα φίλε είναι που αρχίζουν τα δύσκολα. Και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε συμβουλεύουν. Και μετά τη γέννηση του μωρού σε συμβουλεύουν. Και όταν το παιδί μπει στην εφηβεία σε συμβουλεύουν με πρώτο και καλύτερο το παιδί σου! Και όταν το παιδί σου αφήσει το σπίτι σου συνεχίζουν να σε συμβουλεύουν! Κι ανακαλύπτεις τελικά, μετά από χρόνια, πως μόνο όταν αποκτήσεις εγγόνια, οφείλεις να περάσεις όλες αυτές τις πολύτιμες συμβουλές στα παιδιά σου!

Ο γνωστός Βραζιλιάνος συγγραφέας, Πάολο Κοέλο, υποστηρίζει πως: ένα παιδί μπορεί να διδάξει έναν ενήλικο τρία πράγματα: Να είναι ευτυχισμένος χωρίς ιδιαίτερο λόγο, να είναι πάντα απασχολημένος με κάτι, και να ξέρει να απαιτεί μ’ όλη του τη δύναμη αυτό που θέλει. Προσωπικά, αυτά τα λίγα χρόνια της οικογενειακής μου περιπέτειας, αισθάνομαι να έχω διδαχθεί τόσα πολλά από τη γυναίκα, την κόρη και τον γιο μου που αδυνατώ να τα απαριθμήσω, σίγουρα περισσότερα απ’ όσα φανταζόμουν πριν γίνω πατέρας.

Κάποτε, κάποιος, είπε πως το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο είναι να κοιμάσαι με το μωρό σου στην αγκαλιά και να αισθάνεσαι την ανάσα του στο πρόσωπό σου. Μ’ αυτήν την εικόνα θέλω να σας αφήσω και να ξεχάσετε κάθε άλλο μου λόγο. Ναι, πατέρα Θεμιστοκλή, έχεις απόλυτο δίκιο. Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο και ΤΟ ΑΞΙΖΕΙ, ΤΟ ΑΞΙΖΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ! Σας ευχαριστώ.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 26, 2013

Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο

Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή καλούμαι να παρουσιάσω το νέο εξαιρετικό βιβλίο του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού «Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο». Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητρόπολης Κερκύρας (Ακαδημίας 2) στις 7 το απόγευμα. Για το βιβλίο θα μιλήσουν ακόμα η ψυχολόγος κα Αντιγόνη Τσιλιμπάρη και ο συγγραφέας.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2013

Οι Master Chef των δημοσιοϋπαλληλικών κρίσεων



Οι πρόσφατες κρίσεις για τις θέσεις των προϊσταμένων των τμημάτων του Δήμου της Κέρκυρας και η όλη διαδικασία της αξιολόγησης των υποψηφίων, απέδειξε περίτρανα για ακόμα μια φορά την κακομοιριά και την προχειρότητα που διακατέχει το Δημόσιο και τους ανθρώπους του συστήματός του. Λίγο πριν τη λήξη της θητείας του, ένα Υπηρεσιακό Συμβούλιο που πλέον αποτελεί (ευτυχώς όπως αποδεικνύεται) παρελθόν, με συνοπτικές διαδικασίες που μόνο σεβασμό και νομιμότητα δεν εκφράζουν, παρά μόνο ανεπάρκεια και καιροσκοπισμό, αποφάνθηκε κρίνοντας και προτείνοντας τους αξιότερους για τις θέσεις των προϊσταμένων των τμημάτων του Δήμου της Κέρκυρας. Κύριο μέλημά του, απ’ ότι φάνηκε εκ του αποτελέσματος, ήταν το βόλεμα των «ημετέρων», των ίδιων των συνδικαλιστών και του κύκλου τους, που έσπευσαν να «κατοχυρώσουν» εργασιακά κυριολεκτικά στο παρά πέντε, όταν οι εργαζόμενοι θα εκπροσωπούνταν ακόμα στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο κι όχι όταν η δομή του δεν θα ήταν πλέον ελεγχόμενη. Τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων διαδέχθηκαν καταγγελίες και ενστάσεις, τόσο για μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου που κρίνονταν και ψήφιζαν υπέρ του εαυτού τους, όσο και για λανθασμένες αποφάσεις που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, που ενώ διατείνονταν ότι συνάδουν με τον Οργανισμό του Δήμου έρχονται σε πλήρη αντίθεση μ’ αυτόν, αλλά και για πρακτικά και υπογραφές που δεν υπάρχουν πουθενά και διαδικασίες αίολες και πρόχειρες.

Παράλληλα, πέρα από την ανεπαρκή λειτουργία του ίδιου του Οργάνου, του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, η όλη διαδικασία, απέδειξε περίτρανα για ακόμα μια φορά, την ανεπάρκεια και των Διοικητικών υπηρεσιών του Δήμου, της Διεύθυνσης Διοίκησης, που ουσιαστικά ήταν υπεύθυνη για την κατάρτιση των πινάκων βαθμολόγησης των υποψηφίων κάνοντας τραγικά λάθη που απέβησαν σε μερικές περιπτώσεις μοιραία για ανθρώπους με 20 και 25 χρόνια υπηρεσίας. Εκθέσεις Αξιολόγησης δεν προσμετρήθηκαν, άλλες δεν κατατέθηκαν ποτέ στην υπηρεσία και ουδείς μερίμνησε διοικητικά γι’ αυτό, άλλες κατατέθηκαν την τελευταία στιγμή μετά από τα απαραίτητα ημέτερα τηλεφωνήματα, πτυχία «βαπτίστηκαν» μεταπτυχιακά σε μια νύχτα, πειθαρχικά παραπτώματα υπαλλήλων ψιθυρίζεται πως πήγαν περίπατο μέσα από τους υπηρεσιακούς τους φακέλους, μόρια από γλώσσες ή σεμινάρια «μαγειρεύτηκαν» κατά το δοκούν. Θέλετε μήπως κι άλλα; Ακόμα και αν όλα ετούτα δεν είναι αλήθεια παρά μόνο υπερβολές και εικασίες των αδικημένων, η Υπηρεσία και η διαδικασία που ακολούθησε πάσχει εξ αρχής, αφού δεν τηρήθηκαν οι κανόνες της ανάρτησης και δημοσιοποίησης των πινάκων βαθμολόγησης καθώς και του δικαιώματος της ένστασης των υποψηφίων επ’ αυτών. Μα πάνω από όλα, στο δια ταύτα, η αξιολόγηση των υποψηφίων αποδεικνύεται πως δεν είναι νόμιμη και αξιόπιστη, αφού δεν φέρει ούτε καν τη σφραγίδα ενός κάποιου νομότυπου προσχήματος, καθιστώντας έκθετα τόσο τα μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, όσο και την αρμόδια Διεύθυνση Διοίκησης του Δήμου για όσα αποφασίστηκαν με τον τρόπο που αποφασίστηκαν.

Τώρα, μετά απ’ όλα αυτά τα τραγελαφικά, η Δημοτική Αρχή και ο Δήμαρχος είναι εγκλωβισμένος μεταξύ Σκύλας και Χάρυβδης. Από τη μια αισθάνεται έντονα την ανάγκη να τοποθετήσει προϊσταμένους στα τμήματα των υπηρεσιών του Δήμου, ευελπιστώντας πως με την τοποθέτησή τους θα λειτουργήσουν καλύτερα οι υπηρεσίες του αξιοποιώντας τα αξιολογότερα στελέχη του. Από την άλλη, πώς να χωρέσεις οκτώ αξιόλογους και ικανούς Αρχιτέκτονες σε τέσσερις καρέκλες προϊσταμένων, όταν από τον ίδιο τον Οργανισμό του Δήμου δεν προβλέπεται να καθίσουν σε περισσότερες; Πώς να συνυπογράψεις αποφάσεις που αδικούν πασιφανώς κάποιους εργαζόμενους; Πώς να νομιμοποιήσεις τέτοιες διαδικασίες; Μα πάνω από όλα, αν με ρωτάτε, όλη ετούτη η «όμορφη» διαδικασία, αποδεικνύει περίτρανα πως το σύστημα που καλύπτει το δημόσιο και τις υπηρεσίες μας νοσεί και καρκινοβατεί χωρίς φροντίδα και στήριξη μέχρι την τελική του πτώση. Είναι πραγματικά τραγικό στο βωμό ενός «κουτσουρεμένου» επιδόματος ευθύνης συνάδερφοι να «σφάζονται» για μια θέση που ίσως αύριο, όταν το επίδομα πάψει να υφίσταται, θα τους είναι δυσβάσταχτη και θα κάνουν το παν για να την απεμπολήσουν. Και είναι ακόμα πιο τραγικό, όταν αύριο θα σφίξουν κι άλλο οι ζώνες και οι διαθεσιμότητες θα μας κτυπήσουν την πόρτα, να σφαζόμαστε για το ποιος θα μείνει και ποιος θα πάει σπίτι του, στηριζόμενοι σε τέτοιες αξιολογήσεις, τέτοιες υπηρεσίες, τέτοια όργανα, τέτοιες διαδικασίες, τέτοιες αποφάσεις. Όσο για μένα; Σύμφωνα με τη διαδικασία δεν κατοχύρωσα καμιά θέση προϊσταμένου αλλά ένσταση δεν πρόκειται να καταθέσω. Θα περιμένω τους Γερμανούς και την Τρόικα. Αυτοί ελπίζω πως θα μας αξιολογήσουν καλύτερα.

Άρθρο του Νίκου Παργινού

Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2013

Πορτοκαλάδα από... πορτοκάλια


Κάθε φορά που ξαναβλέπω κάποια από εκείνες τις αξέχαστες ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου αντιλαμβάνομαι δυστυχώς όλο και περισσότερο τι είναι αυτό που λείπει από το σημερινό μας επίπεδο κόσμο. Τι είναι αυτό που χάσαμε καθώς πέρασαν βιαστικά τα έρμα τα χρόνια, καθώς εκσυγχρονιστήκαμε και γίναμε φανατικοί οπαδοί της μόδας, αποκτήσαμε φανταχτερά χρώματα και μπήκαμε με βιάση στην ψηφιακή εποχή, γίναμε έρμαιο των υλικών αγαθών που ούτε καν τα φανταζόμασταν μερικά χρόνια πριν αλλά και αποδέχτες από ανελέητα βάσανα και σκοτούρες που σαν βαρίδια μας κρατούν στη μιζέρια της καθημερινότητάς μας. Και νιώθω τυχερός, που έστω κι έτσι, χωρίς την κινηματογραφική μαγεία του καλοκαιρινού σινεμά, μέσω του δέκτη της τηλεόρασης ή των ψηφιακών αρχείων του διαδικτύου απολαμβάνω αυτό που όλοι μας φαντάζομαι έχουμε γευτεί μ’ όλη μας την ψυχή. Την αυθεντικότητα και την απλότητα του χιούμορ. 
            Αυτό νιώθω σε τελική ανάλυση πως είναι κι εκείνο που μας λείπει στις μέρες μας και το αναζητούμε μανιωδώς στα ασπρόμαυρα φιλμ του ελληνικού κινηματογράφου. Το αυθεντικό εκείνο χαμόγελο, την καπατσοσύνη του Έλληνα που καταφέρνει και ξεμπλέκει απ’ όλων των ειδών τις καταστάσεις, την ελληνική λεβεντιά που πάντα βρίσκει τον τρόπο και επικρατεί, την εξυπνάδα που μεγαλουργεί, την ακάματη σπιρτάδα που επιβραβεύεται, τον καλλιτεχνικό οίστρο που δημιουργεί, τη λιτότητα του απλού, την απλότητα του αυθόρμητου, την χοντράδα του αστείου που δεν σοκάρει κι ούτε προσβάλλει. Οι ατάκες που γεννήθηκαν τις περισσότερες φορές αυθόρμητα, εκτός σεναρίου, στα πλατό των ελληνικών ταινιών απ’ όλους εκείνους τους τεράστιους ηθοποιούς δεν γνωρίζουν όρια ηλικίας. Δεν είναι τυχαίο που ακόμα και σήμερα τόσες δεκαετίες μετά, μας ακολουθούν, έχουν χαραχτεί με ανεξίτηλο τρόπο στο DNA μας και αναζητούν τις καταστάσεις που θα τις επαναφέρουν στη μνήμη μας. Πολλές απ’ αυτές έχουν βρει τη θέση που τους αξίζει στην καθημερινή φρασεολογία μας. Ποιος, αλήθεια, δεν θυμάται το «Αμέρικαν μπαρ» του Διονύση Παπαγιαννόπουλου, το «Σόδομα και Γόμορρα» που είχε ξεστομίσει η Σαπφώ Νοταρά, ή το «είναι πολλά τα λεφτά, Άρη» του Σπύρου Καλογήρου; Ποιος δεν θυμάται τον Λάμπρο Κωνσταντάρα να προετοιμάζει τον πολιτικό του λόγο με μοναδικό του κοινό έναν γάιδαρο ο οποίος ακούει ό,τι και εμείς σήμερα; Τους επίδοξους «άρχοντες» να μας εξαφανίζουν αντί να μας εξασφαλίσουν.
            Κάθε φορά που ξαναβλέπω αυτές τις αθάνατες ελληνικές ταινίες φέρνω στο μυαλό μου τους σύγχρονους πολιτικούς φωστήρες της εποχής μας. Εύχομαι να μπορούσαν έστω και στο ελάχιστο να μιμηθούν εκείνους τους αυθεντικούς χαρακτήρες των πρωταγωνιστικών τους ρόλων. Τους φαντάζομαι να συνεδριάζουν για την τύχη της Ευρωζώνης και τους λαούς της Ευρώπης και να στηλιτεύουν την απραξία τους αναφωνώντας ως άλλοι «Ηλιόπουλοι» πως «Τελικά είμαστε  μια ωραία ατμόσφαιρα!». Τους φαντάζομαι ως Σαπφώ Νοταρά να βάζουν «Μπουρλώτο!» στα σχέδια των συμφερόντων υπέρ των λαών που υποφέρουν και ζουν στην ανέχεια και την φτώχια. Ναι, μόνο με κάτι τέτοιους χαρακτήρες πιστεύω πως θα τα κατάφερνε και θα επιζούσε τελικά η Ελλάδα, η δική μας Ελλάδα. Γιατί αυτή είναι η αυθεντική Ελλάδα σε τελική ανάλυση. Αυτός είναι ο Έλληνας. Ο Σταυρίδης, ο Αυλωνίτης, ο Χατζηχρήστος, η Βουγιουκλάκη, ο Λογοθετίδης, ο Φωτόπουλος, ο Βέγγος, η Βλαχοπούλου και τόσοι άλλοι που δεν χωράνε σε μια κόλλα χαρτί.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν οι ήρωες των ελληνικών ταινιών θα δίνουν χρώμα στην γκρίζα και μουντή καθημερινότητά μας μέσα από τις ασπρόμαυρες εξιστορήσεις των περιπετειών τους. Θα μας γεμίζουν ελπίδα πως κάπου στο βάθος του φιλμ υπάρχει σκηνοθετημένο ένα καλύτερο αύριο που θα το ζήσουμε πριν το «Τέλος» της προβολής μας γεμάτο χιούμορ, ταλέντο και αγώνα. Αν με ρωτάτε, πάντως, με τίποτα δεν αλλάζω την αμίμητη αφέλεια του Γιάννη Γκιωνάκη και την πορτοκαλάδα του. Αν μη τι άλλο, μας έχει λείψει μια καλή πορτοκαλάδα. Μια πορτοκαλάδα από πορτοκάλια. 

Για το περιοδικό "Βήματα"