Σάββατο, Οκτωβρίου 31, 2015

Τα κουραφέξαλα μιας υποψήφιας πολιτιστικής πρωτεύουσας


Είπα να μην γράψω, να μην γκρινιάξω, να μην γίνω κακός, αλλά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Δεν μπορούσα να μην πω την άποψή μου για τα αυτονόητα, για όλα όσα ίσως όλοι μας γνωρίζουμε αλλά δεν θέλουμε να αποδεχθούμε ή δεν τολμάμε να πούμε δημόσια. Και εξηγούμαι. Δεν γράφω για να γίνω κακός ή για να μην υποστηρίξω την όποια προσπάθεια, γράφω για να την ενισχύσω καταδεικνύοντας μερικά αυτονόητα.

Η Κέρκυρα, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα είναι η πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης του 2021. Όχι γιατί δεν τον αξίζει τον τίτλο, αλλά γιατί όλα όσα γίνονται, έχω την εντύπωση πως γίνονται για το θεαθήναι, για την τιμή των όπλων, για επικοινωνιακούς και μόνο λόγους. Μακάρι να διαψευσθώ, αλλά πολύ φοβάμαι, πως η πρόταση της πόλης είναι δυστυχώς καταδικασμένη. Η κατάθεση μιας πρότασης στο παρά πέντε, χωρίς ουσιαστικές προτάσεις και καταγεγραμμένη θέληση να διεκδικηθεί ο τίτλος από την πόλη μας, δεν είναι κάτι ξένο απ’ όσα τραγελαφικά ζούμε όσοι διαμένουμε σε τούτον τον ευλογημένο τόπο. Η αλήθεια όμως είναι σκληρή και αδυσώπητη. Η σύγχρονη Κέρκυρα δεν θα μπορούσε ουσιαστικά να υποστηρίξει έναν τέτοιον τίτλο. Γιατί παρουσιάζει ένα τραγελαφικό πρόσωπο, απόρροια της ανεπάρκειας των υπευθύνων που έχουν τις τύχες της στα χέρια τους. Χωρίς ουσιαστικές υποδομές, με κατεστραμμένο οδικό δίκτυο, με σκουπίδια σε κάθε σημείο της πόλης, με ανεπαρκείς υπηρεσίες στους τομείς της ύδρευσης, της αποχέτευσης, του φωτισμού, μα ακόμα – ακόμα και με ελλιπή σχεδιασμό και δράση για τη διαφύλαξη αυτού του υπέροχου πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού μνημείου που έχουμε την τιμή να αποτελούμε αναπόσπαστο κομμάτι του.

Διεκδικούμε τον  τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης και έχουμε ξεχάσει πεισματικά το παρελθόν μας. Δεν εννοώ φυσικά τις θαμμένες και κατεστραμμένες πύλες εισόδου της πόλης και τα πολυβολεία που θα αποκαλύπτουν κάθε φορά οι εκσκαφές των εκάστοτε έργων, που ακόμα κι αν δεν τα θάψουμε όπως – όπως φροντίζουμε και τα μετατρέπουμε σε σκουπιδότοπους χωρίς δεύτερη σκέψη, μα και τα ιδεώδη και τις αξίες για τα οποία αγωνίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους χιλιάδες συντοπίτες μας. Ποιος τιμά τους 1.200 νεκρούς Κερκυραίους της Ναυμαχίας του 1571 που έχουμε μάθει να αποκαλούμε «Ναυπάκτου»; Η Ναύπακτος φυσικά και κανείς άλλος. Ποιος σχεδιάζει να εορτάσει πανηγυρικά τα 300 συμπληρωμένα χρόνια από την πολιορκία του 1716; Κανείς. Ποιος τιμά τις προσωπικότητες του παρελθόντος, τον Καποδίστρια, τον Βούλγαρη, τον Μάντζαρο, τον Θεοτόκη και όλους τους άλλους που αδυνατώ να απαριθμήσω; Όχι με μνημόσυνα και τρισάγια, καταθέσεις στεφανιών και αερολογίες, αλλά με έργα, με δράσεις, με σεβασμό στη μνήμη και τα όσα πρεσβεύουν; Μόνο η παράθεση ενός ετήσιου ημερολογίου στη μνήμη αυτών των ανθρώπων, με μέρες αφιερωμένες στη μνήμη των προσωπικοτήτων της Κέρκυρας και ουσιαστικές δράσεις τιμής τους, θα είχε, πιστέψτε με, οπλίσει και με το παραπάνω τον όποιο φάκελο της πόλης μας. Καμιά πόλη δεν θα μπορούσε να συγκριθεί στα μεγέθη των ανθρώπων ετούτου του βασανισμένου τόπου, καμιά! Μα ποιος να οργανώσει, να σκεφτεί, να πράξει κάτι τέτοιο, όταν δεν μπορούμε να κάνουμε τα αυτονόητα για να διαφυλάξουμε ανέπαφη αυτήν την έρμη την πόλη; Όταν τα σκουπίδια μάς έχουν περικυκλώσει, τα πεζοδρόμιά μας είναι οικτρά, τα τραπεζοκαθίσματα έχουν εισβάλει παντού, σε κάθε σοκάκι, οι δρόμοι μας αποτελούν παγίδες, οι συμπεριφορές μας είναι απαράδεκτες, όταν στο όνομα του τουρισμού και του εύκολου κέρδους έχουμε ξεχάσει τα πάντα, ακόμα και την ίδια την ταυτότητά μας;

Μα αν με ρωτάτε, πέρα από την ίδια την ιστορία ενός τόπου, ο πολιτισμός έχει να κάνει με τη στάση των ίδιων των ανθρώπων του σήμερα στην καθημερινότητα που όλοι βιώνουμε. Τον σεβασμό στον συνάνθρωπό μας, την αλληλεγγύη, τη φιλανθρωπία, την ευγένεια και το ήθος, τον πολιτικό πολιτισμό, τον σεβασμό στο περιβάλλον, την ίδια την ποιότητα της ζωής μας. Τα ζωντανά κύτταρα του πολιτισμού, αυτά είναι που έχουν σημασία. Αυτά είναι που ανθίζουν στα τοπικά μικρά σωματεία της γειτονιάς και των χωριών, στις ζεστές οργανώσεις, τις φιλαρμονικές, τις χορωδίες, τους πολιτιστικούς συλλόγους, τις σχολές, τις μικρές ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες, τους πάμπολλους καλλιτέχνες και λογοτέχνες που κοσμούν με το έργο τους την κοινωνία μας και μένουν στο περιθώριο, αναξιοποίητοι. Όταν δεν μπορείς να υποστηρίξεις αυτά τα μικρά ζωντανά κύτταρα του πολιτισμού, όταν δεν μπορείς να σπείρες τα ιδανικά και τις αξίες που θεωρείς ότι πρεσβεύεις στη νεολαία του νησιού που αποδεδειγμένα και με στοιχεία έχει απομακρυνθεί από αυτές και μοιάζει να έχει προσγειωθεί για τα καλά σε μια επίπεδη πλαστική πραγματικότητα, όταν σφυρίζεις αδιάφορα για όλα τούτα, συγχωρέστε με, δεν μπορείς να καταθέτεις μια αξιόλογη πρόταση για να γίνει η πόλη πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Όχι γιατί δεν το αξίζει, αλλά γιατί θα ευτελίσεις τον ίδιο τον θεσμό με την πρότασή σου, θα τον διεκδικήσεις για να φάνε οι συνήθεις ημέτεροι, να πασαλείψεις τις αδυναμίες σου, να κρύψεις κάτω από το χαλί την ανεπάρκειά σου, να κερδίσεις πολιτικά από τίτλους, χωρίς ουσία και αντικείμενο.

Πόλη χωρίς υποδομές, με ανεπαρκείς φορείς και υπευθύνους, με διαπιστωμένα χρονίζοντα προβλήματα που δεν πρόκειται να λυθούν ούτε σε τριάντα χρόνια, χωρίς συνεδριακά κέντρα, χωρίς ένα σοβαρό δημοτικό θέατρο να υποστηρίξει μια τέτοιου είδους προσπάθεια, χωρίς σχεδιασμό και προοπτική, συγχωρέστε με, μα νομίζω πως δεν έχει τύχη, παρά μόνο από σπόντα, με μέσο, με δάκτυλο από άνωθεν.

Ας κάνουμε την αρχή λοιπόν, με ή χωρίς τον τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης. Δεν είναι τα λεφτά το θέμα. Πολλά δισεκατομμύρια έχει πάρει άλλωστε η Κέρκυρα ως χρηματοδοτήσεις και πολλά από αυτά καλούνται οι τοπικοί φορείς να τα επιστρέφουν για έργα που δεν έγιναν, έργα που δεν ολοκληρώθηκαν ή δεν εκπλήρωσαν τους αρχικούς στόχους. Στο χέρι μας είναι η Κέρκυρα να γίνεται κάθε χρόνο η αφορμή για να συγκεντρώνονται τα βλέμματα όλου του κόσμου στην πλούσια  πολιτιστική σκιά της. Μπορούμε, χωρίς ευρωπαϊκά κονδύλια και τίτλους, να ξεκινήσουμε από του χρόνου, από φέτος, κι όχι από το 2021. Με εκδηλώσεις που να αξίζουν. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Με απαρχή την επέτειο των 300 χρόνων από την πολιορκία του νησιού που θα γιορτάσουμε (;) σε λίγους μήνες. Όχι με τις καθιερωμένες λιτανείες και βαρκαρόλες που ούτε κι αυτές δεν είμαστε σε θέση ουσιαστικά να διοργανώσουμε, αλλά με πραγματικές εκδηλώσεις και πρωτοβουλίες, να μάθουν επιτέλους οι νέοι αυτού του τόπου, να αφήσουμε παρακαταθήκες στις νέες γενιές. Ας καταστήσουμε την Κέρκυρα, κομβικό σταυροδρόμι πολιτισμού, κι όχι περιθωριακό τωρινό πολιτιστικό κομπάρσο που καρκινοβατεί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Στο χέρι μας, με ή χωρίς τον τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας. Το οφείλουμε σε τούτη τη γη, που υπήρξε πυξίδα του πολιτισμού, τη γη που παραλάβαμε από τους προγόνους μας και θα κληθούμε να παραδώσουμε κάποια στιγμή στα παιδιά μας.

Νίκος Παργινός
Συγγραφέας

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2015

Τ' αηδονιού το δάκρυ



Ομιλία του Νίκου Παργινού στην παρουσίαση του βιβλίου στην Κέρκυρα
Βιβλιοπωλείο Public, Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Φίλες & φίλοι. Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό ενός ταλαντούχου νέου συγγραφέα για να πω δυο κουβέντες για το νέο του βιβλίο, που φέρει τον τίτλο: «τ’ αηδονιού το δάκρυ». Και νιώθω πραγματικά τυχερός που μου δίνεται και πάλι η δυνατότητα να συναντήσω ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο και την ανάγνωση και να καταθέσω και τη δική μου ταπεινή άποψη, γι’ αυτό, το νέο του δημιούργημα.

Μια παλιά εβραϊκή παροιμία λέει πως: τα δάκρυα είναι για την ψυχή ό,τι το σαπούνι για το σώμα. Οι γάλλοι, από την άλλη πιστεύουν πως: η ζωή είναι ένα κρεμμύδι που καθώς το ξεφλουδίζεις κλαις. Μ’ αυτές τις σκέψεις ξεκίνησα να διαβάζω το νέο βιβλίο του Γιώργου Τζιτζικάκη, «τ’ αηδονιού το δάκρυ», προετοιμασμένος κατάλληλα για μια ιστορία ποτισμένη με δάκρυα και πόνο.

Η αλήθεια είναι, πως παρότι γνωριζόμαστε με τον Γιώργο αρκετό καιρό διαδικτυακά, δεν είχα διαβάσει ποτέ κάτι δικό του. Ίσως να μην έχει διαβάσει, άλλωστε κι εκείνος, κάτι δικό μου. Και ξεκινώντας το βιβλίο, δεν σας κρύβω, πως… φοβήθηκα για το περιεχόμενό του. Λίγο ο τίτλος, λίγο το κατακόκκινο εξώφυλλο, φοβήθηκα πως θα επρόκειτο για μια από εκείνες τις δακρύβρεχτες ερωτικές ιστορίες που διαβάζει η πλειονοψηφία των ελλήνων αναγνωστών (γυναίκες ως επί το πλείστον) που τρέχει το δάκρυ κορόμηλο και το κλάμα πάει σύννεφο. Φοβήθηκα πως θα επρόκειτο για ένα από εκείνα τα βιβλία που διαβάζονται μεν εύκολα, δεν αποτελούν δε λογοτεχνία υψηλών προδιαγραφών, αλλά παρόλα αυτά, είναι λαοφιλή και κατακτούν πάντα τις πρώτες θέσεις στα ευπώλητα.  Είπα να δώσω τόπο στην οργή και να διαβάσω το βιβλίο. Τραβάτε με κι ας κλαίω, είπα από μέσα μου. Μα ευτυχώς, ολοκληρώνοντάς το, στέκομαι απέναντί σας και δεν με κλαίνε οι ρέγκες.

Λένε πως υπάρχουν ουσιαστικά δυο κίνητρα για να διαβάσεις ένα βιβλίο. Το ένα είναι για να το απολαύσεις. Το άλλο, είναι για να παινευτείς γι’ αυτό. Δεν σας κρύβω, πως βρίσκομαι απόψε, εδώ, γιατί διαβάζοντας «τ’ αηδονιού το δάκρυ» και το απόλαυσα, αλλά και θέλω να παινευτώ γι’ αυτό. Για να δημιουργήσεις ένα δυνατό βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις πρώτα απ’ όλα ένα δυνατό θέμα. Κι αυτό το κάνει ο Γιώργος. Η ιστορία του ξεκινά σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων της δεκαετίας του 1980, όπου ένα μονάκριβο μωρό, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Κλειώ, αργοσβήνει από ανεξήγητη αιτία. Ένας μισότρελος ασκητής και μια παράξενη καλόγρια θα αποκαλύψουν στους απελπισμένους γονείς της μικρής, στον πατέρα της συγκεκριμένα, πως το κορίτσι είναι δεμένο χειροπόδαρα με μια τριπλή κατάρα, μια κατάρα που αν κάποιος επιχειρούσε να αποδιώξει από το παιδί, θα έπρεπε οικειοθελώς να φορτωθεί. Τριάντα χρόνια μετά, στην Αθήνα πλέον, η Κλειώ, η κόρη του Γιώργη και της Κωστούλας, μας παρουσιάζεται από τον συγγραφέα παγιδευμένη σ’ έναν αποτυχημένο γάμο. Η ιατρικά αποδεδειγμένη στειρότητα του συζύγου της, του Αντώνη,  του αλλοτινού γητευτή της που την πήρε από την Κρήτη στην Αθήνα, τα εξωσυγυζικά τσιλιμπουρδίσματά του αλλά και η μεγάλη αλλοτρίωση της ίδιας της πρωταγωνίστριας, η αποξένωσή της, η μοναξιά και η εμφανισιακή παρακμή της οδηγούν τη σχέση του ζευγαριού σε οριακά επίπεδα, στον ξεπεσμό. Ο Τζιτζικάκης, στήνει καλά το παιχνίδι του στη σκακιέρα της συγγραφής.

Ξέρετε,  εμείς οι συγγραφείς, να σας αποκαλύψω κάτι, δεν διαβάζουμε ποτέ τους συναδέρφους μας, έχουμε πάντα όμως την τάση να τους αναλύουμε. Δέστε, λοιπόν, κατά την ταπεινή μου άποψη, τι κάνει ο αγαπητός Γιώργος σε τούτο το βιβλίο. Από τη μια η ηρωίδα του. Μια καθαρόαιμη κρητικιά στην Αθήνα. Μόνη ουσιαστικά. Κι από την άλλη μια οικογενειακή κατάρα, που μοιάζει να την ακολουθεί σ’ όλη της τη ζωή. Μια κατάρα που σημάδεψε τόσο το παρελθόν, όσο και το παρόν της. Εκρηκτικό μέχρι στιγμής το μείγμα, αλλά ο Γιώργος το πάει ακόμα παραπέρα.

Το βιβλίο, πέρα από ο,τιδήποτε άλλο, είναι μια ιστορία που αγκαλιάζει μαεστρικά ένα συγγραφικό τρίγωνο, ένα τρίγωνο που δημιουργείται με κορυφή την αινιγματική πρωταγωνίστρια του βιβλίου, την Κλειώ. Από τη μια το βαλτωμένο της παρόν, κι από την άλλη το αινιγματικό της παρελθόν. Και στη μέση καθορίζοντας ίσως τα πάντα, μια παλιά κατάρα. Μια κατάρα που σελίδα τη σελίδα ανδρώνεται στο βιβλίο και μεταβάλλει τις γωνίες του τριγώνου, παλινδρομώντας την πρωταγωνίστρια, μεταξύ της φαντασίας και της λογικής, της υποταγής και της επανάστασης, πότε από τη μια και πότε από την άλλη. Όλα μαεστρικά δοσμένα, μοιάζουν με έναν σκοτεινό κόσμο που μέσω της γραφής αποκτά άξαφνα μια μικρή διττή ρωγμή, μια ρωγμή που είναι όμως ικανή να φωτίσει τα πάντα, καθώς το φως εισέρχεται σιγά - σιγά, κι αποκαλύπτει αλήθειες, καλά κρυμμένες.

Το βιβλίο γραμμένο σε δυο επίπεδα σε μεταφέρει πότε στο τώρα και πότε στο τότε. Μοιρασμένη η ιστορία εξ ίσου. Αποτελείται από δυο διαφορετικές ιστορίες με τον ίδιο πρωταγωνιστή που ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και συγκλίνουν στο χώρο και στον χρόνο, σαν ένα σπείρωμα που σφίγγει συνεχώς τον κλοιό του, σαν ένα νόμισμα που περιστρέφεται και μας αποκαλύπτει κάθε φορά, όλο και περισσότερο τις δυο πλευρές του καθώς μειώνεται η ορμή της περιστροφής του. Κι ο Γιώργος περιστρέφει παράλληλα το νόμισμα και στα δυο επίπεδα, σε δυο χρόνους. Ξέρει άλλωστε, τόσα χρόνια διαιτητής από περιστροφή νομισμάτων αλλά και πως να κρατά τις ισορροπίες και τους συσχετισμούς. Δυο κομβικές στιγμές, αποτελούν τη διττή υπόσταση της ρωγμής που αρχίζει να μας φωτίζει αργά αλλά σταθερά ξεδιπλώνοντας και τις δυο πλευρές της ιστορίας μέχρι να συναντηθεί κάποια στιγμή ο κυματισμός τους στη θάλασσα  και ο θόρυβός τους να μετατραπεί σ’ ένα τεράστιο κύμα αποκαλύψεων και ανατροπών. Από τη μια, το θαύμα με το μωρό, την μικρή Κλειώ, στον γκρεμό της ζωής και του θανάτου, η σκηνή της αναγέννησής της στο μοναστήρι του Μαραθοκέφαλου όπου η Σταυροκατίνα, ως άλλη Πυθία στο μαντείο των Δελφών, αποφαίνεται με σιγουριά για όλα και βάζει σ’ εφαρμογή τις επιταγές της κατάρας προς τον απελπισμένο της πατέρα που σε προϊδεάζουν για τη συνέχεια. Ανατριχιαστική σκηνή. Κι από την άλλη, η νομοτελειακή εκτόξευση ενός πήλινου κεσέ με γιαούρτι στο μεταίχμιο της συζυγικής παρακμής, όπου η Κλειώ του σήμερα δεινοπαθεί και επαναστατεί, σπα τη σιωπή της, κι εναντιώνεται απέναντι στον μαρασμό ενός αποτυχημένου γάμου, η σταγόνα ξεχειλίζει και παίρνει επιτέλους την παρατημένη ζωή της στα χέρια της. Ο Γιώργος ξεκινά μ’ αυτές τις δυο σκηνές και το βιβλίο μοιάζει να σε κρατά όλο και περισσότερο δέσμιό του με κάθε κεφάλαιο που διαβάζεις. Ξεκλειδώνει μυστικά και αλήθειες, μα παράλληλα σε τραβά όλο και περισσότερο σε μια δίνη, σε κερδίζει, σε μαγεύει. Από τη μια, η κατάρα και τα σημάδια της στους γονείς της πρωταγωνίστριας, το παρελθόν, που ακόμα δεν έχει εξερευνηθεί απολύτως για εκείνη, γυρίζει και ξαναγυρίζει στο μυαλό της, ως αυτομαστίγωμα και τιμωρία. Κι από την άλλη, το παρόν της, η σκιαγράφησή της, τα απόκρυφα του χαρακτήρα και των σκέψεών της, το προσωπικό της αδιέξοδο που αναζητεί λύσεις και απαντήσεις. Δεν σας κρύβω, πως μέχρι τη μέση του βιβλίου, ήταν το παρελθόν και η ιστορία του που με κράτησε προσκολλημένο στην ανάγνωση, εκείνο καθόριζε τα πάντα. Από τη μέση και μετά όμως, οι ρόλοι αντιστράφηκαν ως δια μαγείας και πλέον τα κεφάλαια που αναφέρονταν στο παρόν σε τραβούσαν να διαβάσεις παρακάτω και οδηγούσαν τις εξελίξεις.

Μα, πιστέψτε με, μιλώντας ως συγγραφέας, ξέρω πως μένει κάτι ακόμα, μια μικρή ειδοποιός λεπτομέρεια, που χρειάζεται, πέρα και πάνω από όλα τα προηγούμενα για να μεταμορφώσει ένα απλά συμπαθητικό βιβλίο, σε κάτι πραγματικά καλό. Το περιτύλιγμα. Το περιτύλιγμα που θα σε κάνει να μπεις ακόμα περισσότερο στην ίδια την ιστορία του και θα σου χρυσώσει το χάπι της ανάγνωσης. Κι ο Γιώργος, επιτρέψτε μου, δεν το ξεχνά ούτε αυτό. Ίσως γιατί εργάζεται στον τομέα της καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας. Το περιτύλιγμα, στην προκειμένη περίπτωση είναι η γλώσσα, οι ιδιωματισμοί της Κρήτης, το περιβάλλον, οι άνθρωποι και οι τόποι που σε μεταφέρουν με άνεση και ευκολία στο εκεί και στο τότε. Είναι η πραγματική αγάπη του για το νησί της Κρήτης, το ταμπεραμέντο του, που είναι εμφανές σε κάθε του λέξη, ακόμα και για κάποιον που δεν ξέρει από πού κρατά η σκούφια του. Είναι η επένδυση, η προσήλωση, η ανάδειξη, ο σεβασμός του συγγραφέα στους μύθους και τις παραδόσεις της πατρίδας του, ενός πανέμορφου τόπου, που είχα την χαρά και την τιμή να γνωρίσω από κοντά υπηρετώντας την πατρίδα στα μέρη εκείνα για έξι μήνες. Δεν σας κρύβω, πως η γραφή του Γιώργου, ο διάχυτος λυρισμός του, με μάγεψε από τις πρώτες σελίδες. Ειδικά το κομμάτι που αναφερόταν στο παρελθόν είναι πραγματικά εξαιρετικό, με κέρδισε, με συγκίνησε, μ’ έκανε όντως να δακρύσω. Οι περιγραφές του, οι λογοτεχνικές βουτιές του στα ενδότερα των χαρακτήρων, ειδικά της πρωταγωνίστριας, αλλά και των σκοτεινών χαρακτήρων του βιβλίου, ακόμα και οι επιτηδευμένες λεπτομέρειες που προσθέτουν αίγλη σ’ ένα μυθιστόρημα, έκαναν τις σελίδες  να κυλούν γρήγορα, κι έτσι το βιβλίο, παρά τη μεγάλη του έκταση, δεν αποδείχθηκε κουραστικό.

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ υποστήριζε πως Τα μάτια δεν βλέπουν καλά τον Θεό, παρά μόνο μέσα από τα δάκρυα. Η ιστορία της οικογένειας των Αηδονάκηδων, τα δάκρυά τους, κλείνοντας το βιβλίο, οφείλω να ομολογήσω πως με συγκίνησαν, ίσως γιατί ένιωσα να δικαιώνεται αυτός ο μεγάλος συγγραφέας με τη ρήση του. Μην με ρωτήσετε για την κατάρα, αν λύθηκε τελικά, ούτε για τις ανατροπές που υπάρχουν ευτυχώς και είναι πολλές μέσα στο βιβλίο και ανεβάζουν την αδρεναλίνη της ανάγνωσης. Ούτε γι’ αυτές θα σας μιλήσω.


Κάποτε, κάποιος, είπε πως τα δάκρυα που χύνεις για τον εαυτό σου είναι δάκρυα αδυναμίας, τα δάκρυα όμως που χύνεις για τους άλλους είναι σημάδι δύναμης. Ολοκληρώνοντας το βιβλίο, δεν σου κρύβω, αγαπητέ Γιώργο, πως ΑΥΤΟ ένιωσα, πιο δυνατός, ασχολούμενος με τα ανθρώπινα πάθη και λάθη των Αηδονάκηδων, δακρύζοντας γι’ αυτά, και σ’ ευχαριστώ, από τα βάθη της καρδιάς μου γι’ αυτό το μαγευτικό ταξίδι που μου χάρισες στις σελίδες του βιβλίου σου. «Τ’ αηδονιού το δάκρυ» είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα πρότεινα να διαβάσετε ανεπιφύλακτα, καλοί μου φίλοι, να ανοίξετε χωρίς ενδοιασμούς την κόκκινη πόρτα του σπιτιού των Αηδονάκηδων, και να απολαύσετε το υπέροχο ταξίδι στις σελίδες του. Σας ευχαριστώ.

Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2015

Ο δρόμος του Θεού


Την ώρα που ο πολιτισμένος κόσμος της δύσης αρέσκεται σε ανούσια παιχνίδια με κουβάδες κρύου νερού που ίπτανται πάνω από κεφάλια διασημοτήτων και μη, η ανθρωπότητα βιώνει την ψυχρολουσία αποτρόπαιων θανατικών εκτελέσεων από τους φανατισμένους Τζιχαντιστές της ανατολής. Η πίστη και ο δρόμος προς το θείο μοιάζει να έχει δυο διαφορετικές πλευρές. Από τη μια η πλήρης απαξίωση του Θεού στα μάτια του σύγχρονου και απελευθερωμένου ανθρώπου που διεκδικεί μια νέα θέση στο στερέωμα μακριά και πέρα από θρησκευτικές δεσμεύσεις. Ο σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος της δύσης μοιάζει να έχει ξεπεράσει κατά πολύ τόσο με τη στάση του, όσο και με τις πράξεις και τις ενέργειές του, κάθε τι που τον συνδέει με την ξεπερασμένη από τους καιρούς φιλοσοφία της πίστης προς το υπέρτατο. Η επιστήμη, οι ανακαλύψεις, ακόμα και η σκληρή και οδυνηρή πραγματικότητα με τις ασφυκτικές υποχρεώσεις και τους καθημερινούς κανόνες έχουν μετατρέψει την πλειονότητα του σύγχρονου δυτικού κόσμου σ’ άλλους προσανατολισμούς. Ο ευαγγελικός λόγος, η πίστη και η παράδοση μοιάζουν ανίκανες να προσηλυτίσουν τον κοινό μέσο αστό, που όλο και περισσότερο μοιάζει να απομακρύνεται από τον αγνό πυρήνα της φιλοσοφίας της πίστης. Από την άλλη, μια ομάδα φανατισμένων ισλαμιστών μοιάζει να λειτουργεί στον αντίποδα μιας ολόκληρης εποχής. Θεωρώντας καθήκον τους τις απάνθρωπες πράξεις αφοσίωσης, κήρυξαν έναν ανένδοτο ιερό αγώνα στο όνομα του Θεού, αγωνιζόμενοι ενάντια στους άπιστους, πραγματοποιώντας εκτελέσεις, αποκεφαλισμούς, αλλά και άλλες αποτρόπαιες πράξεις. Μετά την Αλ Κάιντα, οι Τζιχαντιστές αποτελούν τη νέα μεγάλη ιερή μάστιγα του σύγχρονου κόσμου μας που με ακόμα πιο βίαιες και αποτρόπαιες πράξεις επιχειρεί να προσδώσει θρησκευτική χροιά στην επανάσταση που ευαγγελίζεται.
                Η λέξη τζιχάντ είναι αραβική και σημαίνει αγώνας, προσπάθεια, το να μοχθεί κανείς μ’ όλες του τις δυνάμεις, και αποκτά ιδιαίτερο νόημα όταν αποτελεί το θρησκευτικό καθήκον και τον αγώνα για τον Θεό ως πράξη αγνής αφοσίωσης. Από την εποχή του Μωάμεθ, οι λόγιοι του Ισλάμ διέκριναν συνολικά περισσότερες από 14 κατηγορίες τζιχάντ, με αποτέλεσμα η έννοιά της να μην ταυτίζεται απλοϊκά μ’ εκείνη του πολέμου, όπως συχνά πιστεύεται σήμερα. Σύμφωνα με αρκετούς μελετητές, η εχθροπραξία αποτελεί μόνο μία από τους διαφορετικούς τύπους τζιχάντ. Στη σύγχρονη εποχή, η τζιχάντ γίνεται αντιληπτή μέσα από ένα ευρύ φάσμα απόψεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται συντηρητικές θεωρήσεις με βάση τον κλασικό ισλαμικό νόμο, καθώς και ακραίες τοποθετήσεις που προωθούν την ωμή και απροκάλυπτη βία. Η έννοια της τζιχάντ χρησιμοποιήθηκε τόσο για να προάγει την αφοσίωση των πιστών, όσο και για τη διεξαγωγή πολέμου προς υπεράσπιση της θρησκείας ή τον προσηλυτισμό. Το σύγχρονο Ισλάμ αποδίδει έμφαση στον εσωτερικό πόλεμο του ανθρώπου και εγκρίνει τη σύρραξη με άλλα έθνη μόνο ως αμυντικό μέσο και μόνο στην περίπτωση που κινδυνεύει η ίδια η πίστη. Στη διάρκεια της ισλαμικής ιστορίας, πόλεμοι εναντίον μη Μουσουλμάνων ονομάστηκαν τζιχάντ ώστε να αποκτήσουν θρησκευτική χροιά, αν και προωθούνταν κυρίαρχα για πολιτικούς σκοπούς.
Ο δρόμος του Θεού είναι σίγουρο πως δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αυτό είναι αλήθεια, είναι ανηφορικός, δύσβατος και κακοτράχαλος. Μέσα από τα ευαγγελικά κείμενα, τις διδασκαλίες και τις παραδόσεις της πίστης, είναι δεδομένο, πως όποιος επιθυμεί να πλησιάσει το υπέρτατο θα πρέπει να δοκιμάσει ουσιαστικά τον εαυτό του, να κλείσει τα μάτια και τα αυτιά του στις σειρήνες του υπερκαταναλωτισμού και της ματαιοδοξίας, και να σμιλεύσει την υπόστασή του μέσα από την ίδια τη φιλοσοφία της πίστης, της εγκράτειας και της μετάνοιας. Ο δρόμος του Θεού περνάει από μέσα μας, κάνοντας περιήγηση σε κάθε πτυχή της προσωπικότητάς μας. Προκαλεί μια πλήρη ενδοσκόπηση στην υπόστασή μας, μας μεταφέρει στο γνωστό και στο άγνωστο και μας προετοιμάζει για τη μεταφορά σε κάτι πέρα και πάνω από το εγώ μας. Είναι μια διαδρομή αυτογνωσίας που μπορεί να σε οδηγήσει ακόμα και στην θέωση.  Μα συνάμα, είναι και μια διαδρομή που περνάει και μέσα από τους άλλους, τους γύρω μας, τους εχθρούς και τους φίλους μας, αυτούς που αγαπάμε κι αυτούς που δεν αγαπήσαμε, αυτούς που αποτελούν το περιβάλλον στο οποίο καλούμαστε να μετουσιώσουμε σε πράξη την πρόοδο της όποιας διαδρομής μας, τους συνεπιβάτες και συνοδοιπόρους μας, ακόμα κι αυτούς που επιδεικτικά επιλέγουν άλλους ευκολότερους δρόμους.
Μα επιτρέψτε μου, ο δρόμος του Θεού δεν είναι και μονόδρομος, δεν μπορεί να επιβληθεί σε κανέναν, με ή χωρίς βία, παρά μόνο αν αποτελεί προσωπική επιλογή. Κι όποτε επιβλήθηκε ιστορικά, είτε από τους θρησκευτικούς ηγέτες, είτε ακόμα κι από το απλό λαϊκό αίσθημα, οδήγησε σε αντίθετα και καταστροφικά αποτελέσματα. Δεν είμαι οπαδός της βίας, από όπου κι αν προέρχεται, πόσο μάλλον όταν εξάγεται ως συμπέρασμα θρησκευτικών κειμένων και φιλοσοφιών, που όχι μόνο δεν σε οδηγούν στο σωστό μονοπάτι αλλά σε ξεστρατίζουν από τον υψηλό στόχο της ανεύρεσης του μοναδικού μονοπατιού προς το θείο. Από την άλλη, απάντηση στους αποκεφαλισμούς δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι ένας κρύος κουβάς με παγάκια, αλλά η στροφή στην πραγματικότητα και στο ύψιστο και ιερό μας καθήκον, η όποια γόνιμη εσωτερική μας αναζήτηση να εξωτερικευτεί πλουσιοπάροχα και να την μεταλαμπαδεύσουμε μεγαλόψυχα σ’ όλον τον δοκιμαζόμενο κόσμο.


Νίκος Παργινός 
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΒΗΜΑΤΑ - Τεύχος 11 - Άνοιξη 2015

Δευτέρα, Μαΐου 25, 2015

Παρουσίαση "τ' αηδονιού το δάκρυ" στην Κέρκυρα



Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή θα πω δυο λόγια για το νέο βιβλίο του αξιόλογου νέου συγγραφέα Γιώργου Τζιτζικάκη, "τ΄αηδονιού το δάκρυ" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Ωκεανίδα". 

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 6 Ιουνίου 2015 και ώρα 7:00 μ.μ. στο Βιβλιοπωλείο Public (Ευγενίου Βουλγάρεως 82). 

Για το βιβλίο θα μιλήσει ακόμα η δημοσιογράφος - παρουσιάστρια Έλενα Χαρμπαλή και ο συγγραφέας.



Περίληψη Βιβλίου:

Ένα βρέφος που αργοσβήνει, μια κατάρα που πρέπει να λυθεί τρεις φορές, άνθρωποι που δοκιμάζεται το κουράγιο τους και ψυχές κυνηγημένες επί σαράντα χρόνια. 


Ο Γιώργης και η Κωστούλα είχαν ρισκάρει τα πάντα για να σωθεί η μικρή τους κόρη, η Κλειώ, κι παρόλα όσα τους βρήκαν δεν λύγισαν στιγμή την αγάπη τους. Τριάντα χρόνια μετά η Κλειώ ζει παγιδευμένη σ’ έναν γάμο που βυθίζει τη ζωή της σε κινούμενη άμμο, ώσπου κάποτε αφυπνίζεται και θεριεύει. 


Σε δεύτερους ρόλους, η κυρά Δήμητρα με το αλλήθωρο μάτι της, ο γέροντας Τυροθόδωρας με τις συμβουλές του, ο Σήφης με το άσβεστο μίσος του και η καλόγρια Σταυροκατίνα πλέκουν όλοι μαζί το κρητικό υφαντό της οικογένειας Αηδονάκη. Μυστικά, χρησμοί, επαναστάσεις, λυτρωμοί, θαύματα, μαντινάδες, μπαλωθιές, χοροί και γύρω όλα να μοσχομυρίζουν άρωμα από ζεστό ψωμί, λάδι και ρίγανη. Η απίστευτη ιστορία της οικογένειας Αηδονάκη - ένας ζωντανός θρύλος στα Χανιά.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2015

Η ευελιξία μιας επιτυχημένης κωλοτούμπας


Οδεύοντας προς το τελευταίο κεφάλαιο της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, αξίζει να ανακεφαλαιώσουμε, όλα όσα θεωρώ, πως πέτυχε ετούτη η νέα κυβέρνηση στον αγώνα που έδωσε μέσα και έξω από τα στρογγυλά τραπέζια, υπερασπιζόμενη πρώτιστα το μέλλον ετούτης της βασανισμένης χώρας. Μα παράλληλα, να υπενθυμίσουμε κι όλα όσα ξέχασε ή θεώρησε πως έπρεπε να θυσιάσει, στο βωμό της υπεράσπισης της χώρας μέσα στη ζώνη του ευρώ.
                Ναι, το κούρεμα του χρέους το ξεχάσαμε, μπορεί να μην ήταν βιώσιμο το δυσβάσταχτο χρέος προεκλογικά, μπορεί να ζητούσαμε έως και 50% κούρεμα, αλλά τώρα «μάθαμε» πως δεν μπορούμε να το βάζουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ναι, το μνημόνιο και τους εφαρμοστικούς του νόμους θα τους «σκίζαμε» μέσα σε μια νύχτα, αλλά τώρα, δεν γίνεται να το κάνουμε, θα πρέπει να σεβαστούμε και τις υπογραφές των προηγούμενων αλλά και τους κανόνες μιας δανειακής σύμβασης που καλούμαστε να τιμήσουμε. Και όχι, δεν είμαστε ένα ανεξάρτητο κράτος που έχει το περιθώριο να ψηφίζει ό,τι νόμους θέλει, όταν θέλει, όπως θέλει, αλλά θα πρέπει και οι δανειστές μας να έχουν λόγο σε ό,τι προγραμματίζουμε, είτε μας αρέσει είτε όχι. Όλα τα παραπάνω, αν δεν τα αποδεχόμασταν, θα οδεύαμε με συνοπτικές διαδικασίες στο δύσκολο και επώδυνο δρόμο της εξόδου από την ευρωζώνη, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.  Από την άλλη, η κυβέρνηση, απεμπολώντας όλα τα παραπάνω, μοιάζει να έχει έτοιμη μια συμφωνία που δείχνει ελκυστικότερη από τις προηγούμενες, με τρεις τουλάχιστον σοβαρές επιτυχίες, αν και εφ’ όσον, γίνουν πραγματικότητα και δεν μείνουν απλώς στα χαρτιά.
             Η διεθνοποίηση των κοινωνικών προβλημάτων της χώρας μετέτρεψε μέσα σε δυο εβδομάδες τους αργόσχολους και τεμπέληδες Έλληνες σε καταπονημένους ευρωπαίους που πλήρωσαν και πληρώνουν ακριβά την κρίση στο πετσί τους. Η συσπείρωση του κόσμου στο πλευρό της κυβέρνησης έδωσε δύναμη στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, διατρανώνοντας πως είναι επιβεβλημένη μια αλλαγή πολιτικής, με επιστροφή στην ανάπτυξη. Το αίτημα και η επιμονή για μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος ναι, είναι πλέον στο τραπέζι, και υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες να γίνει αποδεκτή από τους εταίρους, παρότι χωρίς συμμάχους στο ευρωπαϊκό στερέωμα, παρότι πολλές φορές, αν όχι όλες, η κυβέρνηση έμοιαζε να παλεύει μόνη της με τα θηρία των δανειστών της.
            Η «ευελιξία» που, όπως φαίνεται, είναι διατεθειμένη η Ευρώπη να συμφωνήσει με την Ελλάδα, μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία της χώρας. Ίσως να δώσει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να αλλάξει όσους περισσότερους επαχθείς όρους του μνημονίου προς όφελος της κοινωνίας, που αποδεδειγμένα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις προηγούμενες πολιτικές της λιτότητας.  Αλλά και οι ασφυκτικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί της τρόικας με τις απαράδεκτες και ωμές επεμβάσεις της σε πολιτικούς προϊσταμένους υπουργείων, φαίνεται πως έλαβε τέλος, δίνοντας τη θέση της, σε μια νέου τύπου αξιολόγηση, που να εμπνέει αξιοπρέπεια και εμπιστοσύνη μέσα από τους θεσμούς, ώστε να μην προκαλεί το λαϊκό αίσθημα και την απαξίωση του πολιτικού συστήματος της χώρας.
                Αν με ρωτάτε, νομίζω ότι είναι πολλά αυτά που ξέχασε από τις προεκλογικές τις υποσχέσεις η κυβέρνηση, αλλά παράλληλα είναι και πολλά αυτά που δείχνει πως κέρδισε, επιδεικνύοντας ευελιξία στην κωλοτούμπα της διαπραγμάτευσης.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 04, 2015

Ο Θησέας, ο Μινώταυρος και ο λαβύρινθος του χρέους


Η προσπάθεια της νέας κυβέρνησης για μια ελκυστική συμφωνία με τους δανειστές και τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μου φέρνει στο μυαλό πολλά και διάφορα. Είναι γεγονός, πως εδώ και μια εβδομάδα οι κυβερνώντες ετούτης της μικρής και χρεοκοπημένης χώρας, που τόσο πολύ έχει σπιλωθεί για τον «άσωτο» βίο του παρελθόντος και τη διαχείριση των κυβερνώντων της, άλωσαν τον κόσμο προσπαθώντας να καταλήξουν σε μια συμφωνία που θα είναι εύπεπτη τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό της. Μοιάζουν με σταυροφόρους χωρίς τη σύγχρονη πανοπλία της γραβάτας, με νεωτερισμούς σε κάθε επίπεδο, επικοινωνιακούς, σημειολογικούς, επιχειρημάτων, λύσεων, πολιτικής. Τα μηνύματα που αποστέλλουν κάθε φορά είναι καταιγιστικά και η δράση τους μονοπωλεί τα επικοινωνιακά μέσα σ’ όλον τον κόσμο, καθιστώντας το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ως ένα από τα κορυφαία οικονομικά, και όχι μόνο, ζητήματα της ειδησεογραφίας. Πέφτουν σε αντιφάσεις, σε παραλογισμούς, σε υπαναχωρήσεις αλλά και νέες διεκδικήσεις, αναλύουν και συνθέτουν, περιτυλίγουν με νέες ιδέες το παλαιό, και δείχνουν πως επιζητούν όσο τίποτα άλλο να ισορροπήσουν στο λεπτό και τεντωμένο σχοινί που τους έταξε η μοίρα, προασπίζοντας το δικαίωμα ενός ολόκληρου λαού, μιας ολόκληρης κοινωνίας για το όνειρο και την ελπίδα. Δεν έχουν την πολιτική εμπειρία των προηγούμενων, δεν έχουν το πρεστίζ των μεγάλων ηγετών που θα μπορούσαν και μόνο με το πολιτικό τους εκτόπισμα να επηρεάσουν καταστάσεις κατά το δοκούν. Με τις πρωτοβουλίες τους, όμως, κινούν το νήμα της διαπραγμάτευσης, παρασύροντας στον σκοπό τους ηγέτες και οικονομικούς παράγοντες, ακόμα κι όταν είναι για να τους συνετίσουν, να τους κόψουν τα φτερά, να τους μειώσουν, να τους ευτελίσουν. Καταθέτουν τη νέα τρελή τους ιδέα και περιμένουν την όποια αντίδραση του αντιπάλου. Αναλύουν και συνθέτουν και πάλι κάτι νέο χωρίς να περιμένουν, γνωρίζοντας πως ο χρόνος πρέπει να μετριέται από τις όποιες προσπάθειές τους κι όχι από την αναμονή του συνομιλητή τους. Υπερασπίζονται τη λογική με στρατηγική παράλογων επιχειρημάτων, ίσως γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς σήμερα να υπερασπιστεί τη λογική απέναντι στο παράλογο του ευρωπαϊκού κατεστημένου. Κι όλα αυτά, χωρίς εμπειρία αλλά με ατσαλένια αυτοπεποίθηση που έχει σπάσει τον τσαμπουκά της αδιαλλαξίας της αρτηριοσκληρωτικής Ευρώπης. Παίζουν με τη φωτιά, παίζουν με τα θηρία, παίζουν με τις αγορές, τους επενδυτές, τους θεσμούς, τις υπογραφές των προηγούμενων, τη συνέχεια του κράτους, την λαϊκή εντολή, τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις, παίζουν με στρατηγική αλλά χωρίς δεδομένο σχέδιο, αλιεύοντας στα ανοικτά, μακριά από τις πεπατημένες διαπραγματεύσεις του συνηθισμένου συστημικού πολιτικού κατεστημένου. Ο λαβύρινθος των αγορών είναι δαιδαλώδης, η αντιμετώπιση του χρέους και των μνημονίων φαντάζει όπως το κατόρθωμα του Θησέα απέναντι στον πεινασμένο για αίμα και θυσίες Μινώταυρο, κι ο μίτος της Αριάδνης είναι ετούτη η δύσκολη διαπραγμάτευση, η διαβούλευση που ίσως το ξετύλιγμα της να τους επαναφέρει στο δρόμο της ανάπτυξης και της ελπίδας, της επιστροφής. Δεν ξέρω τι και πόσα θα καταφέρουν σε τούτον τον άνισο αγώνα, αν και μεταξύ μας, ακόμα κι αυτά που έχουν ήδη κατακτήσει μοιάζουν πολλά. Μόνο εκείνο το μαύρο πανί με τρομάζει. Η θέα του, που ακόμα κι αν επιτύχουν στην αποστολή τους, μπορεί να ξεχαστεί στην πορεία. Ας μην τα βάφουμε όμως μαύρα ακόμα, τώρα μόλις μπήκαμε στο λαβύρινθο, ο Μινώταυρος ακόμα δεν έχει νικηθεί, ο μίτος τώρα ξεδιπλώνεται δεν ξέρουμε τις αντοχές του. 

Πέμπτη, Ιανουαρίου 29, 2015

Παιδίον δόξης λαμπρόν


Ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται μπροστά στην μεγαλύτερη πρόκληση που θα μπορούσε ποτέ να ονειρευτεί Έλληνας πολιτικός αρχηγός. Με νωπή λαϊκή εντολή, με μεγάλη δημοτικότητα, με ερείσματα σε κάθε κοινωνικό ιστό της χώρας, με πολλαπλούς οπαδούς και συμμάχους εντός και εκτός των συνόρων, αλλά και με τη διάθεση και την όρεξη ενός σαραντάρη να αφήσει το στίγμα του στα πολιτικά δρώμενα της χώρας. Δεν ξέρω πόσα απ’ όλα αυτά που μας υποσχέθηκε θα καταφέρει να κάνει πράξη το επιτελείο που τον πλαισιώνει. Οι περισσότερες προεκλογικές εξαγγελίες του σκοντάφτουν στο θολό και ασφυκτικό οικονομικό πλαίσιο που παραλαμβάνει από τους προηγούμενους κυβερνώντες. Δανειακές συμβάσεις, μνημόνια, συμφωνίες και αξιολογήσεις, επίτροποι και επιτροπές παρακολούθησης, όροι και πανωτόκια, αγορές και σκληρός ευρωπαϊκός πυρήνας, όλα, συνθέτουν ένα δύσκολο και εκρηκτικό περιβάλλον, μέσα στο όποιο καλείται να λειτουργήσει με επιχειρήματα, πρωτοβουλίες, συμμαχίες, τεχνογνωσία, πρόγραμμα αλλά και διάθεση να αλλάξει μια χώρα που πέντε χρόνια τώρα κινείται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, όχι ως ισότιμο μέλος μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας, μα ως το κακό και παραστρατημένο παιδί που χρήζει επιτήρησης και αυστηρής παραδειγματικής τιμωρίας.

Δεν ξέρω αν ο Τσίπρας και οι άνθρωποί του θα τα καταφέρουν. Να καταδείξουν πως ο δρόμος της υποτέλειας που πρέσβευαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν είναι ο μονόδρομος που θεωρούσαν σώνει και καλά επιβεβλημένο. Δεν ξέρω αν θα καταφέρει να αλλάξει την Ελλάδα, ίσως γιατί θα πρέπει πριν από αυτό, να επιχειρήσει να αλλάξει την ίδια την Ευρώπη, αυτό όμως που ξέρω, είναι πως αν καταφέρει έστω και το απειροελάχιστο απέναντι στους δανειστές μας, θα έχει την ευκαιρία να παραμείνει στο τιμόνι της χώρας για πολλά χρόνια. Θα έχει την ευκαιρία να εκμηδενίσει τους πολιτικούς του αντιπάλους, να σβήσει πολιτικά τον παραδοσιακό χώρο της κεντροαριστεράς, να λεηλατήσει τους ψηφοφόρους του μεσαίου χώρου, να διευρύνει την επιρροή του προς τα δεξιά αλλά και να εισχωρήσει με έμμεσο τρόπο στον χώρο της, αφού μέρος της επιτυχίας του θα καρπωθεί και ο πολιτικός χώρος που συμμαχεί μαζί του στη νέα κυβέρνησή του. Πεδίον δόξης λαμπρόν, λοιπόν, για τον νέο πρωθυπουργό. Στο χέρι του είναι εκείνο το «ε» του πεδίου να το μετατρέψει σε «αι» και να κατακτήσει τη δόξα που θα του αξίζει, μα πρώτιστα, να περισώσει ό,τι απέμεινε από τούτη τη βασανισμένη και πτωχευμένη χώρα.    

Παρασκευή, Ιανουαρίου 16, 2015

Η Μέρκελ το έκανε το χρέος της, εμείς;

Και τι δεν είχε ο μπαξές σε τούτη τη σύντομη προεκλογική περίοδο που βιώνουμε, μα όσα κι αν ζούμε, πιστέψτε με, δεν διαφέρουν και πολύ από τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Και τούτη τη φορά πάντως, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, συνεχίζουν να κυριαρχούν στην κεντρική πολιτική σκηνή τα ίδια χιλιοειπωμένα διλήμματα των προηγούμενων εκλογών: «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», «Μνημόνιο και Αντιμνημόνιο», «Ευρώ ή Δραχμή», «Οργή εναντίον Φόβου». Και τα ζητούμενα του τόπου ζουν και βασιλεύουν και παραμένουν τα ίδια. Οι μεταρρυθμίσεις, που όσες κι αν έγιναν μέχρι τώρα, ακόμα δεν έχουν γίνει ή έγιναν κατά το δοκούν, προς λάθος κατεύθυνση, με επιπολαιότητα, με ερασιτεχνισμό, με «εξωτερική παρέμβαση» με έντονη την κοινωνική ανισότητα. Η δικαιοσύνη και το δίκαιο φορολογικό σύστημα, που όσο κι αν προσπάθησαν οι κυβερνώντες σαράντα χρόνια, ακόμα παραμένει άδικο και ανορθολογικό. Η ισονομία και ισοπολιτεία που παρότι κατοχυρώνεται συνταγματικά παραμένει μόνο στα χαρτιά. Η πάταξη της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής που σαράντα χρόνια τώρα έχουν εδραιωθεί κι έχουν γίνει κτήμα της ίδιας της κοινωνίας μας. Η ανάπτυξη που έρχεται αλλά ακόμα δεν λέει να φανεί. Η σχέση του κράτους και του πολίτη που δοκιμάζεται και έχει ακόμα να δοκιμαστεί πολύ. Οι υποσχέσεις, οι ελπίδες, ο θυμός, η οργή, τα επιχειρήματα εκείνων που μιλούν εκ του ασφαλούς, η ανικανότητα, η επιπολαιότητα, ο λαϊκισμός που δίνει και παίρνει, οι υποσχέσεις που χαϊδεύουν αυτιά, η ανάγκη που αποτελεί το επικρατέστερο εκλογικό κριτήριο, ο φόβος για τα χειρότερα που ακόμα δεν έχουν έρθει. Η αλλαγή που θεωρείται επιβεβλημένη νομοτελειακά, οι λευκές επιταγές που δίδονται απλόχερα με προσημειωμένα ψηφοδέλτια. Ποιους να ψηφίσεις, λοιπόν;
Αυτούς που μας κυβερνούν τόσα χρόνια και απέτυχαν να υλοποιήσουν όλα αυτά που μας υποσχέθηκαν σαράντα χρόνια τώρα; Αυτούς που ασέλγησαν με χείριστο τρόπο στο όνομα της σωτηρίας μας πάνω σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους; Αυτούς που χρησιμοποίησαν την εκλογική ανοχή μας για να υπηρετήσουν το συμφέρον μιας χώρας και μιας Ευρώπης που αποφασίζει να θυσιάσει τον κόσμο της στο βωμό της ίδιας της υπόστασής της; Αυτούς που πλούτισαν τα χρόνια της κρίσης, που δεν έβγαλαν συμπεράσματα για τις αιτίες που μας οδήγησαν μέχρις εδώ, αυτούς που συνεχίζουν να ζουν με παχυλούς μισθούς, να αυγατίζουν την περιουσία τους, να μιλούν αφ’ υψηλού;  Ποιος φταίει αλήθεια για όσα ζήσαμε όλα ετούτα τα χρόνια; Αυτοί που κυβέρνησαν πριν τα μνημόνια κι έκαναν του κεφαλιού τους; Αυτοί που μας επέβαλαν με το έτσι γουστάρω τα μνημόνια και τους νόμους που τα συνόδεψαν; Αυτοί που υποσχέθηκαν να μας βγάλουν από τα μνημόνια με ισοδύναμα μέτρα και συνέχισαν να χορεύουν στο σκοπό τους με την ίδια και χειρότερη συνταγή; Αυτοί που κλήθηκαν να αναλάβουν ευθύνες άλλων εις βάρος του λαού, αλλά ποτέ δεν απόδωσαν τις ευθύνες σ’ αυτούς που έπρεπε; Αυτοί που θέλουν την Ευρώπη με το στανιό αλλά δεν υπολογίζουν πως ίσως η Ευρώπη να μην μας θέλει; Αυτοί που ευαγγελίζονται το καινούργιο με χρησιμοποιημένα και ακατάλληλα υλικά; Αυτοί που συνεχίζουν να υπόσχονται τον ουρανό με τα άστρα χωρίς να υπολογίζουν πως δεν θέλουμε, διάολε, τον ουρανό με τα άστρα αλλά τα αυτονόητα για μιας αξιοπρεπή ζωή;
Η χώρα πτώχευσε, μα το δυστύχημα δεν είναι αυτό, αλλά πως πτωχεύει όλο και περισσότερο καθημερινά. Πτώχευσε το ίδιο το πολιτικό σύστημα, οι άνθρωποι της πολιτικής, οι κυβερνήσεις, οι ιθύνοντες, οι πρεσβευτές του λαού. Πτώχευσε ετούτη η χώρα. Στέρεψε από ηγέτες, από ανιδιοτέλεια, από θάρρος και τόλμη, από επιχειρήματα, από άξιο πολιτικό λόγο, από αντοχές, από αποθέματα, από ευθιξία, από φιλότιμο. Στερέψαμε αλλά δεν φθάσαμε ακόμα στον πάτο. Όχι, αφού καμιά κυβέρνηση δεν έχει ευθύνη για ό,τι βιώνουμε, γιατί αν είχαν, όλο και κάποιοι θα ήταν κατηγορούμενοι για όσα βιώσαμε, κάποιοι θα έπρεπε να λογοδοτήσουν για όλα εκείνα τα σκάνδαλα, του χρηματιστηρίου, των ευρηματικών στατιστικών, των ομολόγων, του Βατοπεδίου, των υποκλοπών, της Siemens, των εξοπλιστικών προγραμμάτων, των μεγάλων έργων που αποδείχθηκαν πολυέξοδες μακέτες επί πληρωμή για τις μασέλες ημετέρων. Μόνο ο λαός τιμωρήθηκε όσο του άξιζε για όλα τα παραπάνω. Για τις επιλογές του, τους εκλεκτούς του που τον εκπροσωπούσαν, για τα λάθη και τις παραλείψεις τους, για την ανικανότητά τους να διαχειριστούν τις τύχες του στις πλάτες τους. Μόνο ο λαός και κανείς άλλος δεν πλήρωσε και με το παραπάνω τα αίσχη των κυβερνήσεών του. Κι αυτό είναι που πονάει, τώρα, λίγο πριν τις εκλογές. Και είναι ο μόνος που κάνει και την αυτοκριτική του. 
Ζούμε την εποχή του παραλόγου. Την εποχή που η Ρόδος και η Μύκονος με νόμο έχουν χαμηλότερο ΦΠΑ από την Ερείκουσα, τους Οθωνούς και το Μαθράκι, την εποχή που δεν έχει σημασία πόσα χρωστάς στην εφορία, σημασία έχει ποιος είσαι για το αν θα πληρώσεις και πότε, την εποχή των πετσοκομμένων συντάξεων και μισθών, των επαγγελματιών ανέργων, των ιδιοκτητών που πληρώνουν νοίκι για το σπίτι τους, των ξενιτεμένων πτυχιούχων, των απαξιωμένων πτυχίων, των απολύσεων μέσω ΑΣΕΠ, του νομότυπου και όχι του νόμιμου, του ανήθικου που αφού το κάνουν όλοι γίνεται αυτόματα και ηθικό. Τη εποχή που και να ήθελες να βγάλεις λεφτά στο εξωτερικό δεν έχεις, γαμώ το κέρατό μου. Την εποχή της άδειας κατσαρόλας, των φρούδων υποσχέσεων.
Καλό βόλι, λοιπόν, λαέ, ψήφισε όπως νομίζεις. Η ψήφος σου χρυσοπληρώθηκε τόσα χρόνια και θα σου την κοστολογήσουν εκ νέου, μην αυταπατάσαι. Όπως και να έχει πάντως, η Μέρκελ και οι ευρωπαίοι σύμμαχοί μας το έκαναν το χρέος τους. Μας έσωσαν. Χέστηκαν για τις εκλογές και τα διλήμματά μας.


Υ.Γ.: Το χρηματοδοτικό κενό είναι σαν το χαρτί υγείας που τελείωσε και το έχεις άμεση ανάγκη. Ή τα κρατάς για όσο αντέξεις ή τα κάνεις και τα λούζεσαι χρησιμοποιώντας ό,τι βρεις μπροστά σου. Αυτό το «ό,τι βρεις», να ξέρεις πως είναι πάντα ο λαός.