Δευτέρα, Μαΐου 30, 2016

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΤΕΡΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ)

Εισήγηση του ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΝΙΚΟΥ ΠΑΡΓΙΝΟΥ στη διημερίδα:



300 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ

Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή αποδέχθηκα την πρόσκληση να μιλήσω σε τούτη τη σημαντική διημερίδα που αφορά ένα κομβικό γεγονός για την ιστορία του τόπου μας και να συνδέσω ετούτο το ιστορικό γεγονός με τον δημιουργικό κόσμο της λογοτεχνίας.



Είναι μεγάλη η χαρά και η τιμή μου γιατί, πρώτα απ’ όλα, πλαισιώνομαι από εξαίρετους και ιδιαίτερους ανθρώπους του πνεύματος, αλλά και γιατί συναντώ όλους εσάς, τους ευαισθητοποιημένους ανθρώπους της σκέψης, τους λάτρεις της ιστορίας, σε τούτον τον καταπληκτικό και ιδιαίτερο χώρο.

«…Η Κέρκυρα σείεται από τα χτυπήματα που πέφτουν βροχή, παντού φωνές και κραυγές, ενώ ο καύσωνας κάθεται αφόρητος πάνω στα ερείπια. Η κάψα των καμένων σπιτιών σουβλίζει το δέρμα των ανθρώπων, η οσμή των πτωμάτων πικρίζει το σάλιο τους, ενώ οι ακαταπόνητες προσπάθειες υπερβαίνουν κατά πολύ το υποφερτό. Ο στρατάρχης, ο οποίος αναγκάστηκε να προκαλέσει αυτήν την κόλαση, παίρνει κι αυτός μέρος σ’ αυτόν τον κόσμο των βασάνων. Τον ασυννέφιαστο ουρανό δεν τον βλέπει ως χαμόγελο του Θεού, ούτε την καταγάλανη θάλασσα ως το χάδι του θεϊκού χεριού. Το μόνο που βλέπει είναι οι διαβολικές δυνάμεις, οι οποίες, σχηματίζοντας ένα τεράστιο κύμα από σώματα και πυροβόλα, εφορμούν προς έναν σωρό από ερείπια, τον οποίον έχει την υποχρέωση να υπερασπιστεί.
Γι’ άλλη μια φορά στέκεται πάνω στην ακρόπολη, η οποία απειλείται περισσότερο από κάθε άλλο σημείο της πόλεως. Δίπλα του, ο διοικητής της ακροπόλεως Ντα Ρίβα, παρατηρεί τις μονάδες πυροβολικού απέναντι από το νησί του Βίδου, οι οποίες συνεχίζουν να πυροβολούν πάνω από τη θάλασσα τις εγκαταστάσεις των Τούρκων. Μπροστά από την Πόρτα Ρεμούντα σκάνε τεράστιες νάρκες. «Είναι οι δικές μας», φωνάζει ο Ματθίας. «Λιποτάκτες πρόδωσαν την τοποθεσία τους. Υποτίθεται πως θα μας προφύλαγαν από την κύρια επίθεση».
«Προετοιμάζονται», μουρμουρίζει ο Ντα Ρίβα. «Κάποια στιγμή πρέπει να ξεκινήσουν, εκτός κι αν επιθυμούν να μας απωθήσουν βήμα προς βήμα. Τότε ακόμη και τα εγγόνια τους θα είναι σε θέση να έρθουν και να προσφέρουν εδώ ωφέλιμες υπηρεσίες…»

Η πολιορκία του 1716 και το θαύμα του Αγίου μας, αποτελούσε ανέκαθεν για μένα ένα ιστορικό γεγονός που εξέπεμπε μια ιδιαίτερη και διαφορετική αίγλη χρόνο με τον χρόνο. Οι λατρευτικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνταν κάθε φορά, αλλά και όσα μπόρεσα σιγά – σιγά να μάθω μέσα από τα βιβλία, τις μελέτες και τα σκόρπια δημοσιεύματα που έπεσαν κατά καιρούς στα χέρια μου, προσέδωσαν ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις σ’ όσα αισθανόμουν από μικρό παιδί. Δεν σας κρύβω, πως ως ένας άνθρωπος που εδώ και λίγα χρόνια ξεκίνησε δειλά – δειλά μια συγγραφική διαδρομή, που έχει καταγεγραμμένους δυο τίτλους ιστορικών μυθιστορημάτων με κερκυραϊκό χρώμα, ετούτο το γεγονός της πολιορκίας του νησιού αλλά και της σωτήριας επέμβασης του Αγίου μας, με εξιτάρει και με ωθεί να ασχοληθώ κάποια στιγμή μ’ αυτό διεξοδικά, καθώς αποτελεί ένα εξαιρετικό ιστορικό υπόβαθρο και προσωπική πρόκληση για μια νέα αξιόλογη συγγραφική διατριβή. 

Αυτά όμως, δεν αφορούν την παρούσα εισήγηση, παρά αποτελούν προσωπικές μου σκέψεις, που έκρινα σκόπιμο να καταθέσω στη συζήτησή μας. Επιτρέψτε μου όμως, πριν προχωρήσω σε μια παράθεση της βιβλιογραφίας αλλά και μερικών ακόμα μικρών αποσπασμάτων που αφορούν την πολιορκία του νησιού και το θαύμα του Αγίου μας, να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις και κάποιους προβληματισμούς που έχουν να κάνουν με τη σχέση ιστορίας και λογοτεχνίας που ενδέχεται να καθορίσουν ένα σαφές πλαίσιο για περαιτέρω συζήτηση και ερμηνεία.

«Ναι, επιτρέπεται να βιάζουμε την ιστορία…», έλεγε ο Αλέξανδρος Δουμάς, «…με την προϋπόθεση όμως ότι θα της κάνουμε παιδί».  Δυστυχώς, στις μέρες μας, γινόμαστε όλο και πιο συχνά, μάρτυρες άκαρπων ιστορικών βιασμών, βιασμών που αντί να καρποφορήσουν έναν γόνιμο και διαρκή διάλογο με το παρελθόν, εξυπηρετούν ευτελείς σκοπιμότητες και εθνικούς καιροσκοπισμούς. Ένας άλλος συγγραφέας, ο Ισλανδός νομπελίστας Χαλντόρ Λάξνες, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας πως: «Η διαφορά ανάμεσα σ’ έναν μυθιστοριογράφο και σ’ έναν ιστορικό, είναι πως ο πρώτος λέει ψέματα επίτηδες και χάριν αστεϊσμού, ενώ ο δεύτερος λέει ψέματα έχοντας τη φαντασίωση ότι λέει την αλήθεια».  

Η Ιστορία γράφεται πάντα εκ των υστέρων, αφού τα γεγονότα έχουν συντελεσθεί και οι συνέπειές τους είναι ορατές. Ο ιστορικός επιβάλλεται να αποστασιοποιείται από τις προσωπικές του αντιλήψεις και να μεταφέρει στο έργο του την αντικειμενικότητα. Από την άλλη, ο λογοτέχνης που ασχολείται με την Ιστορία ως υλικό για τη συγγραφή του, έχει ένα σαφές πλεονέκτημα, κανείς δεν απαιτεί απ’ αυτόν αλήθεια και αντικειμενικότητα. Ο λογοτέχνης ψάχνει διεξοδικά το ιστορικό υπόβαθρο, συνθέτει μέσα απ’ αυτό υπαρκτούς ή φανταστικούς ήρωες που ξεπηδούν μέσα από τα γεγονότα ή γεννιούνται από το δημιουργικό του δαιμόνιο και καλείται να τους αναλύσει διεισδύοντας στα ανεξερεύνητα συναισθήματά τους. Παράλληλα, μας βοηθάει, απολαμβάνοντας το έργο του, να χτίσουμε τις δικές μας σκέψεις πέρα και πάνω απ’ αυτό, αξιοποιώντας το και καλλιεργώντας μέσω αυτού την ψυχή μας. Είναι όντως γεγονός, πως στα αφηγηματικά έργα διαχέονται ιδέες και προκαταλήψεις, εκλαϊκεύονται επιστημονικές, φιλοσοφικές και ανθρωπολογικές θεωρίες, καθιστώντας το ίδιο το αφηγηματικό έργο ως πολιτισμικό ενδιάμεσο που συντελεί στη διάδοση ιδεών και στη μετάδοση θετικών ή αρνητικών στερεοτύπων. Κι αν η επιστημονική ιστορία και η γραφή της αποτελούν κυρίως επαναπροσέγγιση τεκμηρίων και αναζήτηση της ερμηνείας των φαινομένων, η μυθιστορηματική ιστορία, αποτελεί, κυρίως, πρόσληψη της ίδιας της Ιστορίας μέσα από δευτερογενείς πηγές ή από άμεσες βιωματικές αφηγήσεις και εμπειρίες. 

Με ποιο τρόπο, όμως, η λογοτεχνία  φέρνει την Ιστορία στην καρδιά του παρόντος; Πόσο καλά μπορούμε να αναπαραστήσουμε το πνεύμα και το κλίμα μιας άλλης εποχής; Πόσο θεμιτό είναι να μετατρέπεις την ιστορία σε νουάρ μυθιστόρημα, και πόσο χρήσιμη είναι τελικά η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου για ένα ιστορικό γεγονός; 

Δυστυχώς, δεν έχω τις απαιτούμενες απαντήσεις, θέτω απλά τα ερωτήματα. Αν θέλετε παρόλα αυτά την προσωπική μου άποψη, δεν έχω παρά να σας καταθέσω μια από τις αιτίες που θεωρώ πως για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μας επέτρεψε να παρατηρήσουμε την κοινή πορεία που ακολούθησαν τόσο η ιστοριογραφία όσο και το μυθιστόρημα, και το ό,τι λειτούργησαν κατ’ εμέ συμπληρωματικά. Ήταν ετούτη η κοινή πεποίθηση, ότι τα δυο αυτά είδη ανήκουν σε δυο διαμετρικά αντίθετους χώρους.  Η ιστοριογραφία στο χώρο της έρευνας και της πραγματικότητας, και το μυθιστόρημα στο χώρο της τέχνης, της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της φαντασίας. Ιστορικοί και φιλόλογοι σεβάστηκαν και αναγνώρισαν στο διάβα του χρόνου ετούτη την αυτονομία της μιας και της άλλης πλευράς. Αναμφίβολα, όμως, κι αυτό το λέω έχοντας υπόψη και τα προσωπικά μου βιώματα, το ιστορικό μυθιστόρημα είναι η πιο δύσκολη μορφή μυθιστορήματος. Κι αυτό, γιατί πέρα της προϋπόθεσης να είναι καλό ως μυθιστόρημα, ταυτόχρονα πρέπει να στέκει και ιστορικά, για το πραγματικά μεγάλο δε, ιστορικό μυθιστόρημα, απαιτείται ακόμα μια προϋπόθεση, η νέα προσέγγιση, η νέα θεώρηση της ιστορικής περιόδου όπου εξελίσσεται η πλοκή του.

Για την πολιορκία του 1716 η ιστορική βιβλιογραφία είναι πλούσια. Το ιστορικό της έχει αναλυθεί διεξοδικά και εμπεριστατωμένα, χάρη στην εξαίρετη μελέτη του συμπολίτη μας Γεώργιου Αθανάσαινα, «Το ασέδιο των Κορυφών», του 2001. Για το θαύμα σημαντική είναι η συμβολή του Ιωάννη Ζερβού στα 1869  όπου απλοποίησε γλωσσικά το συναξάρι του Αγίου. Το ίδιο κείμενο χρησιμοποιεί και ο Λαυρέντιος Βροκίνης το 1909,  ο Σπύρος Μάρκου Θεοτόκης το 1914, αλλά και ο π. Αθανάσιος Τσίτσας το 1972 στο «Μνήμη του 1716». Αναφορά στο θαύμα του Αγίου κάνει και ο π. Ιωάννης Σκιαδόπουλος στην ποιητική συλλογή «Άσμα Καινόν» του 1988. Το θαύμα όμως αναφέρεται και σε πολλές επιστολές αξιωματούχων οι οποίοι έζησαν από κοντά τα γεγονότα της πολιορκίας. Σε τούτες τις αφηγηματικού τύπου επιστολές που δεν καταγράφονται απλώς τα γεγονότα, αλλά παρατίθενται και προσωπικά βιώματα και συναισθήματα με έντονη λογοτεχνική διάθεση, υπάρχει διάχυτο το πνεύμα, ότι η Κέρκυρα σώθηκε χάρη στην παρέμβαση του προστάτη Αγίου της. Στα αρχεία του νομού της Κέρκυρας στις πράξεις του συμβολαιογράφου Πρωτοπαπά Δημητρίου Μανάτου, βρίσκεται καταχωρημένο το χρονικό της πολιορκίας, όπου κάνει αναφορά στον καλόγερο με την πατερίτσα, τη βρεφοκρατούσα γυναίκα  στα δεξιά του και το φως που εξέπεμπε, χρονικό που δημοσιεύτηκε και το 1952 κι από τον Νίκο Λευτεριώτη. Στα 1908 ο ανθυπίλαρχος Νικόλαος Βράιλας – Βάρθης δημοσιεύει από τα ιταλικά εκτεταμένη επιστολή του Δημητρίου Στρατηγού, υπασπιστή του Σούλεμπουργκ, με τίτλο: «Η εν έτει 1716 ένδοξος πολιορκία της Κέρκυρας», όπου περιλαμβάνονται τα της πολιορκίας και στην τελευταία σελίδα της, η επιστολή κάνει λόγο για τον μοναχό που έφερε πυρσό και έτρεψε σε φυγή τους Οθωμανούς. Αλλά και οι εκτενείς εκθέσεις και αναφορές του ίδιου του στρατάρχη Σούλεμπουργκ που χρησιμοποιεί τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του στις εξιστορήσεις του καθώς και οι προσωπικές του επιστολές παρουσιάζουν λογοτεχνικό ενδιαφέρον, όπως επίσης και οι εκθέσεις του αρχιναυάρχου Πιζάνι, του προνοητή Λορεντάν αλλά και άλλων που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα εκείνων των ημερών, επώνυμων αλλά και ανωνύμων.

Κατά το μεσημέρι ο ουρανός σκοτεινιάζει. Επί σχεδόν τρεισήμισι μήνες ακολουθούσε η μια ηλιόλουστη μέρα την άλλη – όλες τους όμορφες σαν τα μαργαριτάρια της κοντέσας Αϊμέ Μοντσενίγκο. Τώρα, ο ουρανός κατακλύζεται από σύννεφα στο χρώμα του θειαφιού. Ακριβώς στη μέση ορθώνεται ένα κατάμαυρο βουνό, και σε λίγο ο ένας κεραυνός μετά τον άλλον κεντρίζουν τη γη. Η βροχή πέφτει ακατάπαυστα, τα χαρακώματα πλημμυρίζουν αμέσως, το νερό αχρηστεύει όλες τις νάρκες. Τη μάχη δεν τη σκέφτεται κανείς, διότι κανείς δεν είναι σε θέση να κάνει έστω και τρία βήματα.

Καθώς μαίνεται η καταιγίδα η Γκαριζέ παρουσιάζεται στον Ματθία. Τα ρούχα της κολλούν πάνω στο σώμα της και τρέμει από τον πυρετό.
«Γκαριζέ έρχεται από τους Τούρκους».
«Τι έχεις να αναφέρεις Γκαριζέ;»
«Ακόμη τέσσερις μέρες, μετά έρχεται μεγάλη μοίρα να βοηθήσει τον στρατάρχη, ισπανικά, πορτογαλικά και μαλτέζικα καράβια. Στο στρατόπεδο των Τούρκων λυσσομανά η καταιγίδα. Νερό πέφτει από ουρανό και πλαγιές, χαρακώματα πλημμύρισαν, σκηνές καταστράφηκαν από τον αέρα, άνθρωποι και ζώα κτυπήθηκαν από τους κεραυνούς. Ο Κότζα έστειλε πριν από την καταιγίδα ενισχύσεις από την Αλβανία. Γενίτσαροι, όμως πιστεύουν ότι Αλλάχ δεν θέλει να κατακτήσουν Τούρκοι την Κέρκυρα, γι’ αυτό εκδηλώνει την οργή του».
Η βροχή χτυπά στα παράθυρα και οι κεραυνοί φωτίζουν τα ερείπια της πόλεως. Το βράδυ ο ουρανός ανοίγει. Ο στρατάρχης στέλνει τους φρουρούς, τους οποίους εξόπλισε με αξίνες, και πάλι στα πόστα τους. Τα τουφέκια αχρηστεύτηκαν. Μόνον οι μονάδες πυροβολικού συνεχίζουν κανονικά τη μάχη.Το πρωινό της 21ης Αυγούστου, ανακοινώνεται πως οι Τούρκοι φέρνουν νέες πολιορκητικές σκάλες, και πως και οι δικές τους μονάδες πυροβολικού ενισχύονται. Η κύρια επίθεση, λοιπόν, βρίσκεται ακόμη μπροστά. Όλη τη μέρα την αναμένει ο στρατάρχης. Στους στρατιώτες του διαμηνύει, πως θα πρέπει να αντέξουν ακόμα λίγο, καθώς μια ενισχυτική μοίρα δυο χιλιάδων ανδρών βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν. Το βράδυ, οι Τούρκοι αυξάνουν τους πυροβολισμούς, ενώ λίγο πριν τα μεσάνυχτα εξακοντίζονται ολόκληροι λόφοι πύρινου σίδηρου προς το Φρούριο. Ξαφνικά τα πυροβόλα σιγούν. Ο στρατάρχης φωτίζει τα μέτωπα στον μέγιστο βαθμό, τα στρατεύματα τροφοδοτούνται με νέα τουφέκια, τα οποία στέλνει ο ραβίνος Ζέμο στο Φρούριο. Κάθε στρατιώτης κρατά τρία τουφέκια και για το καθένα πενήντα σφαίρες. Ανιχνευτές, οι οποίοι έφτασαν έως και τα χαρακώματα των Τούρκων, δηλώνουν μεγάλη αναστάτωση, εξαιτίας του σκοταδιού, ωστόσο, δεν είναι σε θέση να διακρίνουν κάτι συγκεκριμένο.
Τα πάντα δείχνουν την επικείμενη επίθεση. Η Κέρκυρα περιμένει έως το επόμενο πρωινό. Η επίθεση δεν πραγματοποιείται. 
Στις 22 Αυγούστου, νωρίς το πρωί ο στρατάρχης στέλνει εκ νέου τους ανιχνευτές του, μαζί και τον Έκτορα. Έπειτα από δυο ώρες, επιστρέφουν με αιχμαλώτους και αναφέρουν: «Τα χαρακώματα είναι γεμάτα πυροβόλα, όμως εγκαταλελειμμένα από τους στρατιώτες. Ούτε στο στρατόπεδο υπάρχουν πλέον Τούρκοι. Οι αιχμάλωτοι αυτοί κοιμούνταν, καθότι είχαν καταναλώσει μεγάλες ποσότητες τοξικών. Όταν ξύπνησαν, αμύνθηκαν απεγνωσμένα, ωστόσο δεν γνωρίζουν τι απέγινε ο στρατός τους».
«Στείλτε αμέσως Έλληνες κατασκόπους», διατάζει ο Ματθίας.
Έπειτα από τέσσερις ώρες επιστρέφουν, οι μεταμφιεσμένοι ως βοσκοί, ανιχνευτές. «Ολόκληρος ο τουρκικός στρατός μεταφέρθηκε στο λιμάνι στα Γουβιά. Ένα μέρος έχει ήδη επιβιβασθεί. Το άλλο μέρος πορεύεται προς την κορυφή της βόρειας Κέρκυρας, ώστε να μεταβεί στην Αλβανία από το πιο κοντινό σημείο».
Ο Ματθίας διατάζει να του φέρουν έναν από τους αιχμαλώτους. «Ρωτήστε τον, Στρατηγέ, πόσους άνδρες έχασε ο σερασκέρης;».
Ο Τούρκος κοιτάζει τον στρατάρχη με αυστηρό ύφος, τη στιγμή που ο υπασπιστής του μεταφράζει την απάντησή του. «Ο Αλλάχ μίλησε. Ο Αλλάχ δεν είναι στο πλευρό του σερασκέρη. Τιμώρησε τον μισό στρατό του. Η βροχή και μόνον κόστισε πέντε χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες».

Το παραπάνω απόσπασμα, καθώς και όλα όσα προηγήθηκαν, προέρχονται από το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Βασιλιάς της Κέρκυρας» του Βέρνερ βον ντερ Σούλεμπουργκ, απογόνου του στρατάρχη Σούλεμπουργκ, που κυκλοφόρησε μεταφρασμένο στα ελληνικά από το γερμανικό πρωτότυπο, σε μετάφραση του Ιωάννη Γιάγκου,  από τις εκδόσεις «Έψιλον» το 2008.  Πέρα όμως από τα παραπάνω, απ’ όσα τουλάχιστον γνωρίζω, η πολιορκία και το θαύμα του Αγίου δεν έχουν αξιοποιηθεί δυστυχώς λογοτεχνικά στις μέρες μας, αν και θα αποτελούσε, κατά την προσωπική μου άποψη πάντα, ιδανικό σκηνικό για τη συγγραφή όχι μόνο ενός εξαιρετικά ενδιαφέροντος ιστορικού μυθιστορήματος, αλλά ακόμα και ενός φιλόδοξου σεναρίου.

Ζούμε σε μια εποχή που επιζητούμε με πάθος την άμεση και έγκυρη πληροφόρηση για τα γεγονότα των τελευταίων 24 ωρών μέσα από τα ραδιόφωνα, τις τηλεοράσεις, τις εφημερίδες, το διαδίκτυο, δεν είμαστε όμως οι καλύτερα πληροφορημένοι για τα γεγονότα των τελευταίων 6.000 ετών.  Έχουμε χάσει την επαφή μας μ’ αυτό που μας ένωσε ως έθνος κι ως κοινωνία εξ αρχής. Κι αυτή, η παράμετρος, θεωρώ, πως αποτελεί, δυστυχώς, σημάδι ενός έθνους που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση και μιας κοινωνίας που δείχνει να καταρρέει. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, πως οι άνθρωποι όλων των εποχών μοιάζουν, και η ιστορία δεν είναι χρήσιμη επειδή διαβάζει εκεί κανείς το παρελθόν, αλλά επειδή διαβάζει εκεί κανείς το μέλλον. Ας ψάξουμε λοιπόν στα χαρακώματα και τις επάλξεις εκείνης της Κέρκυρας, αναζητώντας λαμπερούς ήρωες που να αξίζουν να γίνουν πρωταγωνιστές σύγχρονων ιστορικών μυθιστορημάτων. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στην πύλη του παλαιού Φρουρίου, στον ανδριάντα του Σάξονα γεροστρατάρχη Σούλεμπουργκ που ηγούταν της άμυνας του νησιού. «Τον στρατάρχη που σκαρφάλωνε στις επάλξεις με το σπαθί στο χέρι και γκρέμιζε τους πολιορκητές, ανατρέποντας συγχρόνως την πορεία αιώνων ιστορικής αναγκαιότητας…», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γεώργιος Αθανάσαινας στο «Ασέδιο των Κορυφών», «…δείχνοντας πως τα μικρά γεγονότα του περιθωρίου διαμορφώνουν κάποτε τη ροή της ιστορίας». Αρκεί να θυμηθούμε μερικές γραμμές από το σωζόμενο χειρόγραφο ενός ανώνυμου Γάλλου για την πολιορκία, και το τραγικό τέλος του Σπύρου Λάζαρη, Αλβανού από την ηπειρωτική Στερεά και διερμηνέα του Σερασκέρη. «Ο Λάζαρης…», σύμφωνα πάντα με το χειρόγραφο, «…βρισκόταν από την αρχή της πολιορκίας με αρκετούς άνδρες του στο εχθρικό στρατόπεδο, και αν και φαινομενικά έδειχνε αφοσίωση στον Σερασκέρη, μέσα του επιθυμούσε να παραμείνει η Κέρκυρα υπό την κυριαρχία της Βενετίας». Κατέγραψε λοιπόν, τις αδυναμίες και τις ελλείψεις του τουρκικού στρατοπέδου σε γράμμα του προς τον προνοητή Λορεντάν, αλλά προδόθηκε από ένα Κορακιανίτη ιερέα που εκείνος θεωρούσε αγαθό και τίμιο, αλλά είχε δηλώσει υποταγή στους Τούρκους, κι έτσι κατέληξε αλυσοδεμένος να δέχεται τα βασανιστήρια του Σερασκέρη για μέρες, παραμένοντας όμως πιστός στο δόγμα του μέχρι τις τελευταίες του οδυνηρές στιγμές. Αν ψάχνουμε για ήρωες και πρότυπα, για τη σημερινή νεολαία μας που πάσχει από αξίες και ιδανικά, ας ανατρέξουμε στον Άγιο και προστάτη μας, που έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε σε τούτο τον ευλογημένο τόπο, μέσα από τους εκκλησιαστικούς ψαλμούς που γράφθηκαν γι’ αυτόν και αποτελούν πέρα από εκκλησιαστικά κείμενα και λογοτεχνικά αριστουργήματα. Τώρα, όσο ποτέ άλλοτε, θεωρώ πως είναι επιβεβλημένη η επιστροφή μας σ’ όλα όσα πρεσβεύει, ώστε να αποτυπωθεί ξανά και με διαφορετικούς τρόπους το θαυμαστό πέρασμά του από την ιστορία του τόπου μας. Αυτό θα πρέπει να είναι το στοίχημά μας με το πεπρωμένο και τις νέες γενιές που έρχονται πίσω από εμάς.

Αν με ρωτάτε, για να επιστρέψουμε στα αρχικά ερωτήματα της εισήγησης, η λογοτεχνία κρίνεται απαραίτητη, όταν καταφέρνει να βγάλει την Ιστορία από τα μουσεία κι από τις προθήκες, τους ανδριάντες και τις εικόνες, όταν καταφέρνει να μειώσει την αίσθηση απόστασης που υπάρχει από το σήμερα στο τότε, όταν φέρνει το παρελθόν στην καθημερινότητα. Όταν μας δίνει την αίσθηση ότι είμαστε κομμάτι μιας ροής γεγονότων και σχέσεων, οι οποίες ξεκινάνε από πολύ μακριά στο χρόνο και πηγαίνουν πολύ - πολύ μακριά στο μέλλον.  Όταν μας δίνει να καταλάβουμε, πως όλοι εμείς, ως ζωντανοί οργανισμοί του σήμερα, αποτελούμε ένα κυματισμό σ’ αυτό το ποτάμι του οποίου οι ρίζες εικάζονται και οι εκβολές αγνοούνται.  Όταν καταφέρνει να επαναπροσεγγίσει τη σχέση της με την ιστορία, προτείνοντας πλοκές που δεν υπηρετούν απλά τα γεγονότα αλλά μοιάζουν να τα καθοδηγούν, και η αλήθεια αναδεικνύεται όχι με ιστορικές αποδείξεις αλλά μέσα από εσωτερικούς διαδρόμους, με τη συνδρομή της ψυχής.  Όταν αυτοσκοπός της δεν είναι το εύκολο κέρδος, η προβολή, οι έπαινοι, τα βραβεία και η υστεροφημία, αλλά ούτε να δίνει συμβουλές και να ορίζει, παρά αντιθέτως, να αφήνει το πεδίο ανοιχτό αποτελώντας το έναυσμα για περαιτέρω ιστορικές αναζητήσεις. Μα επιτρέψτε μου να συμπληρώσω κλείνοντας, κι όταν μας επιστρέφει στη χαρά και τη μαγεία της αφήγησης, στη γοητεία της ανάγνωσης. Όταν σε κάνει να θέλεις να γυρίζεις τις σελίδες, όταν κάθε φράση σε οδηγεί στην επόμενη, όταν δεν είσαι ένας μελετητής ο οποίος κάθεται σε ένα γραφείο και αγκομαχάει για να τελειώσει το βιβλίο, αλλά είσαι ένα παιδί, όταν μπορεί να σε ξανακάνει το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου ένα παιδί, ένα παιδί που ταξιδεύεις μαζί του. Κι αυτό ως ένα παραμύθι το οποίο έχει τη δύναμη να φωτίζει την πραγματικότητα την οποία ζούμε, ο καθένας από μας, να μας κλονίζει τις βεβαιότητες τις οποίες έχουμε σε σχέση με τον εαυτό μας και τη γύρω ζωή και ενδεχομένως να τις ανατρέπει κιόλας. Γιατί η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα, έχει μια κατάρα και μια ευλογία παράλληλα. Η κατάρα της τέχνης είναι να είναι διακοσμητική, η ευλογία της είναι να είναι ανατρεπτική.

Στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος, η πρόσοψη της οποίας είχε υποστεί ελάχιστες ζημιές, ο στρατάρχης δίνει εντολή να ψάλλουν έναν ευχαριστήριο ύμνο προς τον Κύριο. Γονατίζει ευρισκόμενος ανάμεσα στους στρατιώτες του, ενώ τα χείλη του μουρμουρίζουν τις προσευχές της βόρειας πίστης του. Ο Άγιος κοιτάζει με τα πολύχρωμα μάτια τον γονατιστό αιρετικό, ενώ το μουμιοποιημένο του πρόσωπο λάμπει υπό το φως των αμέτρητων κεριών.
Έξω από την εκκλησία, γονατίζουν οι άνδρες του στρατάρχη, αποκαμωμένοι, ωστόσο αρκετά συγκινημένοι με το θαύμα της Κέρκυρας. Οι καμπάνες χτυπούν δυνατά, ενώ οι κάτοικοι αγκαλιάζονται και εκστομίζουν ευχαριστίες προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.
Σας ευχαριστώ.  

Σάββατο, Μαΐου 28, 2016

Μια καυτή σκυτάλη κι ένας καλός πρόσκοπος


Υπάρχει ένα παιδί, που ως καλός πρόσκοπος, δεν δίστασε λεπτό, πήρε τη σκυτάλη που βρέθηκε στο διάβα του και μας παρέσυρε σ’ έναν ακόμα αγώνα ανθρωπιάς και δύναμης. Παρότι στην Αγγλία τον νιώθουμε δίπλα μας, πλάι μας, σε κάθε στενό, σε κάθε γειτονιά, σε κάθε κατάστημα που συντηρεί έναν μικρό κουμπαρά και μαζεύει λεπτό το λεπτό τη βοήθεια των συνανθρώπων του. Τον νιώθουμε δίπλα μας σε κάθε εκδήλωση που μας καλεί να του συμπαρασταθούμε και μας τον θυμίζει. Είναι ο Χάρης. Ο Χάρης  που συνεχίζει με αξιώσεις και ελπίδες τον αγώνα του μακριά από την Ελλάδα, και παράλληλα μας ξυπνά και πάλι μνήμες από το πρόσφατο παρελθόν, τότε που και πάλι, πριν λίγα χρόνια μόλις, συσπειρωθήκαμε ως κοινωνία και επιχειρήσαμε να βοηθήσουμε ένα ακόμα δικό μας παιδί, τον Πάνο. Η Κέρκυρα, για ακόμα μια φορά, κάνει το καθήκον της, όπως είμαστε σίγουροι πως αυτό θα έκανε και ο Χάρης, ως καλός και ευσυνείδητος πρόσκοπος. Εκείνος πήρε τη σκυτάλη του αγώνα από τον Πάνο και βάλθηκε να μας ξυπνήσει και πάλι από την καθημερινότητα και τα μικρά προβλήματά της. Να μας καταδείξει τα αυτονόητα, τα σημαντικά, να μας πάρει από το χέρι και να μας αφυπνίσει κάνοντάς μας συνεργούς στον αγώνα επιβίωσής του. Όχι, δεν είναι ο μόνος που δίνει έναν τέτοιο δύσκολο αγώνα. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε τρία λεπτά, κι ένα παιδί κάπου στον κόσμο παρασύρεται από τούτο το αδίστακτο κύμα της κακιάς αρρώστιας και καλείται να παλέψει με νύχια και με δόντια για τα αυτονόητα. Με πείσμα, με πάθος, με επιμονή, κόντρα στους κανόνες, κόντρα στην ίδια τη φύση, κόντρα σε κάθε λογική. Ο πόνος που βιώνουν αυτά τα παιδιά ας μας γίνει επιτέλους μάθημα. Και να είστε σίγουροι, πως όσο καλύτερα μάθουμε το μάθημά μας, τόσο θα απαλύνει ο πόνος που βιώνουν. Ας γίνουμε μάνες να τα αγκαλιάσουμε, πατέρες να τα κουβαλήσουμε στωικά στην ανηφόρα του Γολγοθά τους. Όσο μειώσουμε τις πλασματικές αποστάσεις και τα στεγανά της αποστασιοποίησης, άλλο τόσο θα μοιράζεται και ο πόνος τους, και στο τέλος θα γίνει κάποια στιγμή ανώδυνος, για όλα τα παιδιά του κόσμου, και για τα δικά μας παιδιά. Μετά τον Πάνο, ο Χάρης μοιάζει ένας άξιος αγωνιστής ζωής που μπορεί και πρέπει να παλέψει με όλες του τις δυνάμεις. Ας μην κρυβόμαστε, το έχει κάνει ήδη, και θα συνεχίζει να το κάνει, γιατί έχει και τη δική μας συνδρομή. Τη μικρή ή τη μεγάλη, δεν έχει σημασία. Έχει στο πλευρό του τους γονείς του, τους δικούς ανθρώπους, τους φίλους και τους γνωστούς, έχει την ιατρική ευκαιρία που του αξίζει. Έχει τις ευχές και τις σκέψεις μιας ολόκληρης κοινωνίας, τις προσευχές μας. Καλή επιστροφή, αγόρι μου, είμαστε μαζί σου.

Νίκος Παργινός
Συγγραφέας

Πέμπτη, Ιανουαρίου 28, 2016

"Ο ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΣ" της Ειρήνης Κορακιανίτη

Ομιλία του Νίκου Παργινού 
στην παρουσίαση του βιβλίου στην Κέρκυρα,
την Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016 
στο βιβλιοπωλείο "ΠΛΟΥΣ"

Φίλες & φίλοι. Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, σε τούτο το ιδιαίτερο και φιλόξενο βιβλιοπωλείο, στο πλευρό μιας συντοπίτισσας συγγραφέως, για να πω δυο λόγια για το νέο της βιβλίο. Είναι μεγάλη η χαρά μου, γιατί βρίσκομαι για ακόμα μια φορά, ανάμεσα σε εκλεκτούς φίλους της γραφής και της ανάγνωσης. Μα, είναι ιδιαίτερη και η τιμή που γίνεται στο πρόσωπό μου, να σταθώ απέναντί σας και να σας μιλήσω, ως αναγνώστης αλλά και ως συγγραφέας, για ένα νέο βιβλίο με κερκυραϊκό χρώμα και καταγωγή, τον «ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟ» της Ειρήνης Κορακιανίτη.

Γνώρισα την Ειρήνη Κορακιανίτη μέσα από τη δουλειά της, με το πρώτο βιβλίο της, το «ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ», που είχαμε την χαρά και την τιμή να παρουσιάσουμε μαζί ενάμιση χρόνο πριν. Τότε, είχα αποδεχθεί με σχετική επιφύλαξη, η αλήθεια να λέγεται, την πρόσκληση να μιλήσω για μια άγνωστη Κερκυραία, που δειλά – δειλά είχε γράψει το πρώτο της βιβλίο, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που είχε να κάνει με την Κέρκυρα. Δεν σας κρύβω, πως είμαι φανατικός λάτρης της αστυνομικής λογοτεχνίας, κι αυτό, αποτέλεσε κι έναν από τους λόγους για τους οποίους βρέθηκα τότε δίπλα της. Θέλησα να διαβάσω από περιέργεια περισσότερο το βιβλίο της κι εφ’ όσον με ικανοποιούσε η δουλειά της, να την ενθαρρύνω μ’ όλη μου την καρδιά και την ψυχή στο νέο ξεκίνημά της και τη μεγάλη προσπάθειά της. Κι αυτό, γιατί ξέρω, πως είναι πολύ δύσκολο για έναν νέο συγγραφέα να βρει συμμάχους σε τούτες τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Κι επειδή, κάποτε, πριν από μερικά χρόνια, κι εγώ υπήρξα ένας ταπεινός αναγνώστης που έβρισκε το κουράγιο να πάρει μολύβι και χαρτί και να αποτυπώσει τις αγνές του σκέψεις, και να αναζητήσει την καταξίωση στο λογοτεχνικό κατεστημένο, δεν το σκέφτηκα καθόλου, να γνωρίσω από κοντά την Ειρήνη και να τη βοηθήσω στην προσπάθειά της. Τώρα, δυο χρόνια σχεδόν από τότε, νιώθω να δικαιώνομαι για εκείνη την απόφασή μου, να σταθώ στο πλάι της, αφού εκείνη μοιάζει να έχει βρει το δρόμο της και η συγγραφή να μην αποτελεί κάτι το εφήμερο και το περιστασιακό αλλά μια συνειδητή επιλογή που φαίνεται πως την γεμίζει και την ολοκληρώνει κι όλοι εμείς αρχίζουμε πλέον για τα καλά να ακολουθούμε τα λογοτεχνικά της χνάρια, βήμα – βήμα, βιβλίο το βιβλίο.

Ο Τζιμ Μόρρισον, ο γνωστός αμερικανός τραγουδιστής των «Doors», έλεγε πως: «Τα ναρκωτικά είναι ένα στοίχημα, ένα στοίχημα με το μυαλό σου». Δεν σας κρύβω, πως αυτή η φράση μου ήρθε στο νου και στοίχειωσε την ανάγνωση του «ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΥ» της Ειρήνης. Το βιβλίο έμοιαζε μ’ ένα στοίχημα εξ αρχής στο μυαλό μου, ένα στοίχημα τόσο για τη συγγραφέα και για τους πρωταγωνιστές του βιβλίου, όσο και για εμένα τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Πάνω σε τούτο το στοίχημα, κατά την ταπεινή μου πάντα άποψη, στηρίζει όλο της το συγγραφικό οικοδόμημα η Ειρήνη σε τούτο το νέο βιβλίο της. Πρωταγωνιστής του βιβλίου, δεν είναι ο Κολομβιανός του τίτλου, αλλά ο δαιμόνιος αστυνομικός διευθυντής που γνωρίσαμε στο πρώτο βιβλίο της, ένας αστυνομικός, που φαντάζει να έχει ξεπηδήσει από τις σελίδες των κλασικών αστυνομικών μυθιστορημάτων και του κινηματογράφου, ο υποστράτηγος Γιώργος Μαρκόπουλος. Δαιμόνιος, πολυμήχανος, τετραπέρατος, με παρουσιαστικό καλοφτιαγμένου κινηματογραφικού αστέρα, αποτελεί ίσως τον ιδανικό πρωταγωνιστή για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για τον ίδιο εκείνο αστυνομικό, που καλείται να ολοκληρώσει αυτό που είχε αφήσει μισό στο προηγούμενο βιβλίο, καθώς, ένας από τους ανθρώπους που τον ταλαιπώρησαν, παραμένει ασύλληπτος. Έχοντας επιλύσει τους γρίφους της πρώτης περιπέτειας, τις κλοπές έργων τέχνης και τους φόνους που τις συνόδευσαν, ο τετραπέρατος αστυνομικός θα έρθει αντιμέτωπος με μια νέα πρόκληση αυτή τη φορά, μια πρόκληση που ίσως δεν φανταζόταν, αλλά σταδιακά, σελίδα τη σελίδα, μοιάζει να αποκαλύπτεται κατά τη διάρκεια της αφήγησης. Πλέον, έχει να αντιμετωπίσει ένα διεθνές κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, μια περίεργη συμμορία ανθρώπων του υποκόσμου, που οδηγούνται κατά τη διάρκεια της αφήγησης, μαεστρικά, μέσω της σταδιακής νάρκωσης, από τα στεγανά της συγκάλυψης και του μυστηρίου, στα μονοπάτια της αποκάλυψης και της αλήθειας. Ναρκωτικά, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, περίεργα κυκλώματα διακίνησης ουσιών, εταιρείες φαντάσματα που λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα άνθρωποι που μοιάζουν να φορούν πολλά και διαφορετικά προσωπεία, το βιβλίο, μοιάζει να εισέρχεται σ’ έναν κόσμο δύσβατο, σ’ ένα περιβάλλον περίπλοκο, δυσνόητο, μα και διεστραμμένο.  Ο «ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΣ» είναι ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα με γρήγορη πλοκή, γραμμένο σε σύγχρονη και απλή γλώσσα που δεν κουράζει, με κοφτές και μικρές προτάσεις, που λόγω της υπόθεσης, σε τραβά από τις πρώτες κιόλας σελίδες, και σε προκαλεί να το τελειώσεις όσο το δυνατόν πιο σύντομα.

Λένε, πως κανείς δεν διαβάζει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για να φθάσει ως τη μέση, το διαβάζει για να φθάσει ως το τέλος. Κι αυτό το πετυχαίνει και τούτη τη φορά η Ειρήνη Κορακιανίτη. Ο «ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΣ» παίρνει άνετα τη σκυτάλη από το «ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ» και συνεχίζει την ιστορία, βάζοντάς μας, ως αναγνώστες, στα βαθιά του υποκόσμου. Η Ειρήνη επιχειρεί με το δεύτερο κιόλας βιβλίο της μια επιτηδευμένη αστυνομική καταδίωξη. Μας ταξιδεύει από την Κολομβία και τους Παξούς, μέχρι την Αθήνα και τη μαγευτική Σαντορίνη, για να μας μεταφέρει και πάλι στην Κέρκυρα. Στοιχεία, υποψίες, ευρήματα, κανόνες, νόμοι, αφορμές, αιτίες, ένστικτο και συμπτώσεις στήνουν ένα τεράστιο δίκτυ στις σελίδες του βιβλίου, που απλώνεται σελίδα τη σελίδα και σε τραβά σε μια δίνη μυστηρίου, σε μια λογοτεχνική νιρβάνα. Μόνο και μόνο γι’ αυτό, για τον τρόπο που επέλεξε η Ειρήνη να στήσει την πλοκή της, της αξίζουν θερμά συγχαρητήρια. Δεν είναι εύκολο, πιστέψτε με, και σας μιλώ ως συγγραφέας, να καταπιαστείς με πράγματα τόσο εξεζητημένα. Θέλει υπομονή, θέλει μεράκι, θέλει ταλέντο, θέλει προπαντός ψάξιμο, θέληση, επιμονή και μαεστρία. Οι λεπτομέρειες, από την άλλη, παίζουν κι αυτές καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο. Από την εμμονή του δαιμόνιου αστυνόμου Μαρκόπουλου με δαύτες, μέχρι την εξονυχιστική αποτύπωσή τους από τη συγγραφέα, σε σημείο που μερικές φορές η αφήγηση να γίνεται ακόμα και κουραστική αλλά ανταποδοτική για τον επίμονο αστυνομικό που καλείται να αποδείξει κάθε τι που θεωρεί αληθές. Αν μη τι άλλο, θαύμασα στο βιβλίο, την έρευνα και τις γνώσεις της Ειρήνης, σε ζητήματα γύρω από τις επιχειρήσεις, τη ναυτιλία, το εμπόριο, την παραοικονομία, τους νόμους, τις αστυνομικές διαδικασίες, το ποινικό δίκαιο, τη χημεία των ναρκωτικών, τη φυσική των χαρακτήρων και την ευρηματικότητα των διαφορετικών καταστάσεων. 

Η Ειρήνη, στήνει καλά το παιχνίδι της στη σκακιέρα της συγγραφής. Από τη μια ο ήρωάς της, κι από την άλλη το κυνηγητό της σπείρας. Ναρκωτικά, κόσμος παρανομίας, διαπλοκής και διαφθοράς, μα και θύματα, φόνοι, απαγωγές και παράνομες πράξεις με παράπλευρες απώλειες, δολοπλοκίες, μίση και έρωτες, αυταπάτες και όνειρα. Εκρηκτικό μέχρι στιγμής το μείγμα, αλλά εκείνη το πάει ακόμα παραπέρα. Οι προκλήσεις για τον πρωταγωνιστή της δεν μένουν εκεί. Από τη μια τα εγκλήματα, από την άλλη ο νεανικός έρωτας που είχε βγει στο προσκήνιο από το προηγούμενο βιβλίο και η μετατόπισή του από το περιθώριο στο επίκεντρο της νέας ιστορίας. Από τη μια η λογική και τα επιχειρήματα στο βωμό της επαγγελματικής ενασχόλησης με τις υποθέσεις και την αλήθεια και από την άλλη η φαντασία και το απόλυτο του πάθους στα πλαίσια της προσωπικής αναζήτησης της ευτυχίας. Κι ενώ η Ειρήνη, χρησιμοποιεί τον έρωτα και τον ορθολογισμό για να μας καθηλώσει στις γραμμές του βιβλίου της, με συνεχείς ανατροπές και εκπλήξεις μας κρατά πάντα σε εγρήγορση. Το καθηλωτικό φινάλε της δράσης διαδραματίζεται και πάλι στην Κέρκυρα, σ’ ένα σκηνικό που, όπως φαίνεται, μοιάζει να το γνωρίζει πολύ καλά. Μένει όμως κάτι ακόμα. Το περιτύλιγμα. Για να μας κάνει να μπούμε ακόμα περισσότερο στην ίδια την ιστορία της.  Κι αυτή τη φορά το περιτύλιγμα είναι η ερωτική σχέση του πρωταγωνιστή. Ο επιτηδευμένος της παραγκωνισμός στο πρώτο μισό του βιβλίου μετατρέπεται σε καταναγκαστικό εθισμό στο υπόλοιπο μισό. Η Ειρήνη μάς ναρκώνει μαεστρικά και μας ξυπνά με το σοκ των ανατροπών της επιχειρώντας την βίαιη απεξάρτηση μας από το γραπτό της. Αν με ρωτάτε, αυτό που πετυχαίνει η Ειρήνη με τούτο το δεύτερο βιβλίο της είναι αξιοσημείωτο. Ειδικά το ξεκίνημα, η αφετηρία του βιβλίου με κέρδισε. Ως συγγραφέας και απαιτητικός αναγνώστης, δεν σας κρύβω, πως ίσως θα απαιτούσα, φυσικά, ακόμα περισσότερα. Μεγαλύτερες ακόμα περιγραφές, βουτιές στα ενδότερα των πρωταγωνιστών, διαφορετικούς χρόνους αποκαλύψεων μεταξύ ήρωα και αναγνώστη, αλλά αυτά είναι τεχνικές που είμαι σίγουρος, πως θα τις αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο μέλλον η Ειρήνη.  Ήδη η γραφή της είναι βελτιωμένη αισθητά από το πρώτο βιβλίο, και πιστέψτε με, θα βελτιώνεται κάθε φορά και περισσότερο. Και φυσικά, να αρχίσει να μας παρουσιάζει επιτέλους ελαττώματα και αδυναμίες, σ’ αυτόν τον χαρισματικό αστυνομικό διευθυντή Γιώργο Μαρκόπουλο, πέρα από τον εθισμό του στα κουτάκια της κόκα κόλας. Όλα τα παραπάνω, θεωρείστε τα όμως, ως επαγγελματική μου διαστροφή και καλοπροαίρετη κριτική, τίποτα περισσότερο.

Το βιβλίο μοιάζει να στοιχειώνει στα χέρια του αναγνώστη, και να σε τραβάει στη δίνη των αποκαλύψεων και της αναζήτησης καθώς γυρίζεις μια – μια τις σελίδες. Πέρα όμως από ο,τιδήποτε άλλο, «Ο ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΣ» είναι μια χαρισματική διήγηση με συγγραφική αίγλη που κυλά γρήγορα παρά τη μεγάλη του έκταση και σε αποζημιώνει με την απόλαυση και τη μαγεία της ανάγνωσης, σε εθίζει, σε καθηλώνει, σε καθιστά έρμαιο της αφήγησής του.

Λένε, πως η ανταμοιβή της τέχνης, δεν είναι ούτε η φήμη, ούτε η επιτυχία, αλλά ο εθισμός. Η ίδια η γραφή μοιάζει να σε καταδιώκει, κι ο δρόμος της, πιστέψτε με, δεν έχει γυρισμό, μέχρι που γίνεσαι ένα με τις λέξεις, με το κείμενο, με το βιβλίο, τόσο που παύεις να ζεις στο σήμερα και στο τώρα και συναντάς τον άλλο σου εαυτό στο κάπου και το κάποτε.  Το έχω βιώσει, με κάθε μου βιβλίο, με κάθε μου ήρωα. Είμαι σίγουρος πως το βίωσε και η Ειρήνη, απόλαυσε κι αυτό το ταξίδι,  φαίνεται άλλωστε από το ίδιο το αποτέλεσμα.


Ειρήνη, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου. Να συνεχίσεις να γράφεις, ο ήρωας που δημιούργησες, ο δαιμόνιος αστυνομικός Γιώργος Μαρκόπουλος, μπορεί να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο μιας εξαιρετικής σειράς βιβλίων, με μυστήρια, εγκλήματα και νέες προκλήσεις, που θα μας ταξιδέψει και θα μας αποπλανήσει στον κόσμο της ανακάλυψης. Εγώ, πάντως, δεν σας κρύβω, πως νιώθω εξαρτημένος από τις περιπέτειές του. Όσο για σένα, Ειρήνη, θα κλείσω παραφράζοντας δυο λέξεις της σπουδαίας γαλλίδας συγγραφέως, της Αναΐς Νιν. «Αυτή δεν χρειάζεται όπιο. Έχει το χάρισμα της ονειροπόλησης». Σας ευχαριστώ.

Σάββατο, Οκτωβρίου 31, 2015

Τα κουραφέξαλα μιας υποψήφιας πολιτιστικής πρωτεύουσας


Είπα να μην γράψω, να μην γκρινιάξω, να μην γίνω κακός, αλλά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Δεν μπορούσα να μην πω την άποψή μου για τα αυτονόητα, για όλα όσα ίσως όλοι μας γνωρίζουμε αλλά δεν θέλουμε να αποδεχθούμε ή δεν τολμάμε να πούμε δημόσια. Και εξηγούμαι. Δεν γράφω για να γίνω κακός ή για να μην υποστηρίξω την όποια προσπάθεια, γράφω για να την ενισχύσω καταδεικνύοντας μερικά αυτονόητα.

Η Κέρκυρα, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα είναι η πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης του 2021. Όχι γιατί δεν τον αξίζει τον τίτλο, αλλά γιατί όλα όσα γίνονται, έχω την εντύπωση πως γίνονται για το θεαθήναι, για την τιμή των όπλων, για επικοινωνιακούς και μόνο λόγους. Μακάρι να διαψευσθώ, αλλά πολύ φοβάμαι, πως η πρόταση της πόλης είναι δυστυχώς καταδικασμένη. Η κατάθεση μιας πρότασης στο παρά πέντε, χωρίς ουσιαστικές προτάσεις και καταγεγραμμένη θέληση να διεκδικηθεί ο τίτλος από την πόλη μας, δεν είναι κάτι ξένο απ’ όσα τραγελαφικά ζούμε όσοι διαμένουμε σε τούτον τον ευλογημένο τόπο. Η αλήθεια όμως είναι σκληρή και αδυσώπητη. Η σύγχρονη Κέρκυρα δεν θα μπορούσε ουσιαστικά να υποστηρίξει έναν τέτοιον τίτλο. Γιατί παρουσιάζει ένα τραγελαφικό πρόσωπο, απόρροια της ανεπάρκειας των υπευθύνων που έχουν τις τύχες της στα χέρια τους. Χωρίς ουσιαστικές υποδομές, με κατεστραμμένο οδικό δίκτυο, με σκουπίδια σε κάθε σημείο της πόλης, με ανεπαρκείς υπηρεσίες στους τομείς της ύδρευσης, της αποχέτευσης, του φωτισμού, μα ακόμα – ακόμα και με ελλιπή σχεδιασμό και δράση για τη διαφύλαξη αυτού του υπέροχου πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού μνημείου που έχουμε την τιμή να αποτελούμε αναπόσπαστο κομμάτι του.

Διεκδικούμε τον  τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης και έχουμε ξεχάσει πεισματικά το παρελθόν μας. Δεν εννοώ φυσικά τις θαμμένες και κατεστραμμένες πύλες εισόδου της πόλης και τα πολυβολεία που θα αποκαλύπτουν κάθε φορά οι εκσκαφές των εκάστοτε έργων, που ακόμα κι αν δεν τα θάψουμε όπως – όπως φροντίζουμε και τα μετατρέπουμε σε σκουπιδότοπους χωρίς δεύτερη σκέψη, μα και τα ιδεώδη και τις αξίες για τα οποία αγωνίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους χιλιάδες συντοπίτες μας. Ποιος τιμά τους 1.200 νεκρούς Κερκυραίους της Ναυμαχίας του 1571 που έχουμε μάθει να αποκαλούμε «Ναυπάκτου»; Η Ναύπακτος φυσικά και κανείς άλλος. Ποιος σχεδιάζει να εορτάσει πανηγυρικά τα 300 συμπληρωμένα χρόνια από την πολιορκία του 1716; Κανείς. Ποιος τιμά τις προσωπικότητες του παρελθόντος, τον Καποδίστρια, τον Βούλγαρη, τον Μάντζαρο, τον Θεοτόκη και όλους τους άλλους που αδυνατώ να απαριθμήσω; Όχι με μνημόσυνα και τρισάγια, καταθέσεις στεφανιών και αερολογίες, αλλά με έργα, με δράσεις, με σεβασμό στη μνήμη και τα όσα πρεσβεύουν; Μόνο η παράθεση ενός ετήσιου ημερολογίου στη μνήμη αυτών των ανθρώπων, με μέρες αφιερωμένες στη μνήμη των προσωπικοτήτων της Κέρκυρας και ουσιαστικές δράσεις τιμής τους, θα είχε, πιστέψτε με, οπλίσει και με το παραπάνω τον όποιο φάκελο της πόλης μας. Καμιά πόλη δεν θα μπορούσε να συγκριθεί στα μεγέθη των ανθρώπων ετούτου του βασανισμένου τόπου, καμιά! Μα ποιος να οργανώσει, να σκεφτεί, να πράξει κάτι τέτοιο, όταν δεν μπορούμε να κάνουμε τα αυτονόητα για να διαφυλάξουμε ανέπαφη αυτήν την έρμη την πόλη; Όταν τα σκουπίδια μάς έχουν περικυκλώσει, τα πεζοδρόμιά μας είναι οικτρά, τα τραπεζοκαθίσματα έχουν εισβάλει παντού, σε κάθε σοκάκι, οι δρόμοι μας αποτελούν παγίδες, οι συμπεριφορές μας είναι απαράδεκτες, όταν στο όνομα του τουρισμού και του εύκολου κέρδους έχουμε ξεχάσει τα πάντα, ακόμα και την ίδια την ταυτότητά μας;

Μα αν με ρωτάτε, πέρα από την ίδια την ιστορία ενός τόπου, ο πολιτισμός έχει να κάνει με τη στάση των ίδιων των ανθρώπων του σήμερα στην καθημερινότητα που όλοι βιώνουμε. Τον σεβασμό στον συνάνθρωπό μας, την αλληλεγγύη, τη φιλανθρωπία, την ευγένεια και το ήθος, τον πολιτικό πολιτισμό, τον σεβασμό στο περιβάλλον, την ίδια την ποιότητα της ζωής μας. Τα ζωντανά κύτταρα του πολιτισμού, αυτά είναι που έχουν σημασία. Αυτά είναι που ανθίζουν στα τοπικά μικρά σωματεία της γειτονιάς και των χωριών, στις ζεστές οργανώσεις, τις φιλαρμονικές, τις χορωδίες, τους πολιτιστικούς συλλόγους, τις σχολές, τις μικρές ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες, τους πάμπολλους καλλιτέχνες και λογοτέχνες που κοσμούν με το έργο τους την κοινωνία μας και μένουν στο περιθώριο, αναξιοποίητοι. Όταν δεν μπορείς να υποστηρίξεις αυτά τα μικρά ζωντανά κύτταρα του πολιτισμού, όταν δεν μπορείς να σπείρες τα ιδανικά και τις αξίες που θεωρείς ότι πρεσβεύεις στη νεολαία του νησιού που αποδεδειγμένα και με στοιχεία έχει απομακρυνθεί από αυτές και μοιάζει να έχει προσγειωθεί για τα καλά σε μια επίπεδη πλαστική πραγματικότητα, όταν σφυρίζεις αδιάφορα για όλα τούτα, συγχωρέστε με, δεν μπορείς να καταθέτεις μια αξιόλογη πρόταση για να γίνει η πόλη πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Όχι γιατί δεν το αξίζει, αλλά γιατί θα ευτελίσεις τον ίδιο τον θεσμό με την πρότασή σου, θα τον διεκδικήσεις για να φάνε οι συνήθεις ημέτεροι, να πασαλείψεις τις αδυναμίες σου, να κρύψεις κάτω από το χαλί την ανεπάρκειά σου, να κερδίσεις πολιτικά από τίτλους, χωρίς ουσία και αντικείμενο.

Πόλη χωρίς υποδομές, με ανεπαρκείς φορείς και υπευθύνους, με διαπιστωμένα χρονίζοντα προβλήματα που δεν πρόκειται να λυθούν ούτε σε τριάντα χρόνια, χωρίς συνεδριακά κέντρα, χωρίς ένα σοβαρό δημοτικό θέατρο να υποστηρίξει μια τέτοιου είδους προσπάθεια, χωρίς σχεδιασμό και προοπτική, συγχωρέστε με, μα νομίζω πως δεν έχει τύχη, παρά μόνο από σπόντα, με μέσο, με δάκτυλο από άνωθεν.

Ας κάνουμε την αρχή λοιπόν, με ή χωρίς τον τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης. Δεν είναι τα λεφτά το θέμα. Πολλά δισεκατομμύρια έχει πάρει άλλωστε η Κέρκυρα ως χρηματοδοτήσεις και πολλά από αυτά καλούνται οι τοπικοί φορείς να τα επιστρέφουν για έργα που δεν έγιναν, έργα που δεν ολοκληρώθηκαν ή δεν εκπλήρωσαν τους αρχικούς στόχους. Στο χέρι μας είναι η Κέρκυρα να γίνεται κάθε χρόνο η αφορμή για να συγκεντρώνονται τα βλέμματα όλου του κόσμου στην πλούσια  πολιτιστική σκιά της. Μπορούμε, χωρίς ευρωπαϊκά κονδύλια και τίτλους, να ξεκινήσουμε από του χρόνου, από φέτος, κι όχι από το 2021. Με εκδηλώσεις που να αξίζουν. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Με απαρχή την επέτειο των 300 χρόνων από την πολιορκία του νησιού που θα γιορτάσουμε (;) σε λίγους μήνες. Όχι με τις καθιερωμένες λιτανείες και βαρκαρόλες που ούτε κι αυτές δεν είμαστε σε θέση ουσιαστικά να διοργανώσουμε, αλλά με πραγματικές εκδηλώσεις και πρωτοβουλίες, να μάθουν επιτέλους οι νέοι αυτού του τόπου, να αφήσουμε παρακαταθήκες στις νέες γενιές. Ας καταστήσουμε την Κέρκυρα, κομβικό σταυροδρόμι πολιτισμού, κι όχι περιθωριακό τωρινό πολιτιστικό κομπάρσο που καρκινοβατεί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Στο χέρι μας, με ή χωρίς τον τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας. Το οφείλουμε σε τούτη τη γη, που υπήρξε πυξίδα του πολιτισμού, τη γη που παραλάβαμε από τους προγόνους μας και θα κληθούμε να παραδώσουμε κάποια στιγμή στα παιδιά μας.

Νίκος Παργινός
Συγγραφέας

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2015

Τ' αηδονιού το δάκρυ



Ομιλία του Νίκου Παργινού στην παρουσίαση του βιβλίου στην Κέρκυρα
Βιβλιοπωλείο Public, Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Φίλες & φίλοι. Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό ενός ταλαντούχου νέου συγγραφέα για να πω δυο κουβέντες για το νέο του βιβλίο, που φέρει τον τίτλο: «τ’ αηδονιού το δάκρυ». Και νιώθω πραγματικά τυχερός που μου δίνεται και πάλι η δυνατότητα να συναντήσω ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο και την ανάγνωση και να καταθέσω και τη δική μου ταπεινή άποψη, γι’ αυτό, το νέο του δημιούργημα.

Μια παλιά εβραϊκή παροιμία λέει πως: τα δάκρυα είναι για την ψυχή ό,τι το σαπούνι για το σώμα. Οι γάλλοι, από την άλλη πιστεύουν πως: η ζωή είναι ένα κρεμμύδι που καθώς το ξεφλουδίζεις κλαις. Μ’ αυτές τις σκέψεις ξεκίνησα να διαβάζω το νέο βιβλίο του Γιώργου Τζιτζικάκη, «τ’ αηδονιού το δάκρυ», προετοιμασμένος κατάλληλα για μια ιστορία ποτισμένη με δάκρυα και πόνο.

Η αλήθεια είναι, πως παρότι γνωριζόμαστε με τον Γιώργο αρκετό καιρό διαδικτυακά, δεν είχα διαβάσει ποτέ κάτι δικό του. Ίσως να μην έχει διαβάσει, άλλωστε κι εκείνος, κάτι δικό μου. Και ξεκινώντας το βιβλίο, δεν σας κρύβω, πως… φοβήθηκα για το περιεχόμενό του. Λίγο ο τίτλος, λίγο το κατακόκκινο εξώφυλλο, φοβήθηκα πως θα επρόκειτο για μια από εκείνες τις δακρύβρεχτες ερωτικές ιστορίες που διαβάζει η πλειονοψηφία των ελλήνων αναγνωστών (γυναίκες ως επί το πλείστον) που τρέχει το δάκρυ κορόμηλο και το κλάμα πάει σύννεφο. Φοβήθηκα πως θα επρόκειτο για ένα από εκείνα τα βιβλία που διαβάζονται μεν εύκολα, δεν αποτελούν δε λογοτεχνία υψηλών προδιαγραφών, αλλά παρόλα αυτά, είναι λαοφιλή και κατακτούν πάντα τις πρώτες θέσεις στα ευπώλητα.  Είπα να δώσω τόπο στην οργή και να διαβάσω το βιβλίο. Τραβάτε με κι ας κλαίω, είπα από μέσα μου. Μα ευτυχώς, ολοκληρώνοντάς το, στέκομαι απέναντί σας και δεν με κλαίνε οι ρέγκες.

Λένε πως υπάρχουν ουσιαστικά δυο κίνητρα για να διαβάσεις ένα βιβλίο. Το ένα είναι για να το απολαύσεις. Το άλλο, είναι για να παινευτείς γι’ αυτό. Δεν σας κρύβω, πως βρίσκομαι απόψε, εδώ, γιατί διαβάζοντας «τ’ αηδονιού το δάκρυ» και το απόλαυσα, αλλά και θέλω να παινευτώ γι’ αυτό. Για να δημιουργήσεις ένα δυνατό βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις πρώτα απ’ όλα ένα δυνατό θέμα. Κι αυτό το κάνει ο Γιώργος. Η ιστορία του ξεκινά σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων της δεκαετίας του 1980, όπου ένα μονάκριβο μωρό, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Κλειώ, αργοσβήνει από ανεξήγητη αιτία. Ένας μισότρελος ασκητής και μια παράξενη καλόγρια θα αποκαλύψουν στους απελπισμένους γονείς της μικρής, στον πατέρα της συγκεκριμένα, πως το κορίτσι είναι δεμένο χειροπόδαρα με μια τριπλή κατάρα, μια κατάρα που αν κάποιος επιχειρούσε να αποδιώξει από το παιδί, θα έπρεπε οικειοθελώς να φορτωθεί. Τριάντα χρόνια μετά, στην Αθήνα πλέον, η Κλειώ, η κόρη του Γιώργη και της Κωστούλας, μας παρουσιάζεται από τον συγγραφέα παγιδευμένη σ’ έναν αποτυχημένο γάμο. Η ιατρικά αποδεδειγμένη στειρότητα του συζύγου της, του Αντώνη,  του αλλοτινού γητευτή της που την πήρε από την Κρήτη στην Αθήνα, τα εξωσυγυζικά τσιλιμπουρδίσματά του αλλά και η μεγάλη αλλοτρίωση της ίδιας της πρωταγωνίστριας, η αποξένωσή της, η μοναξιά και η εμφανισιακή παρακμή της οδηγούν τη σχέση του ζευγαριού σε οριακά επίπεδα, στον ξεπεσμό. Ο Τζιτζικάκης, στήνει καλά το παιχνίδι του στη σκακιέρα της συγγραφής.

Ξέρετε,  εμείς οι συγγραφείς, να σας αποκαλύψω κάτι, δεν διαβάζουμε ποτέ τους συναδέρφους μας, έχουμε πάντα όμως την τάση να τους αναλύουμε. Δέστε, λοιπόν, κατά την ταπεινή μου άποψη, τι κάνει ο αγαπητός Γιώργος σε τούτο το βιβλίο. Από τη μια η ηρωίδα του. Μια καθαρόαιμη κρητικιά στην Αθήνα. Μόνη ουσιαστικά. Κι από την άλλη μια οικογενειακή κατάρα, που μοιάζει να την ακολουθεί σ’ όλη της τη ζωή. Μια κατάρα που σημάδεψε τόσο το παρελθόν, όσο και το παρόν της. Εκρηκτικό μέχρι στιγμής το μείγμα, αλλά ο Γιώργος το πάει ακόμα παραπέρα.

Το βιβλίο, πέρα από ο,τιδήποτε άλλο, είναι μια ιστορία που αγκαλιάζει μαεστρικά ένα συγγραφικό τρίγωνο, ένα τρίγωνο που δημιουργείται με κορυφή την αινιγματική πρωταγωνίστρια του βιβλίου, την Κλειώ. Από τη μια το βαλτωμένο της παρόν, κι από την άλλη το αινιγματικό της παρελθόν. Και στη μέση καθορίζοντας ίσως τα πάντα, μια παλιά κατάρα. Μια κατάρα που σελίδα τη σελίδα ανδρώνεται στο βιβλίο και μεταβάλλει τις γωνίες του τριγώνου, παλινδρομώντας την πρωταγωνίστρια, μεταξύ της φαντασίας και της λογικής, της υποταγής και της επανάστασης, πότε από τη μια και πότε από την άλλη. Όλα μαεστρικά δοσμένα, μοιάζουν με έναν σκοτεινό κόσμο που μέσω της γραφής αποκτά άξαφνα μια μικρή διττή ρωγμή, μια ρωγμή που είναι όμως ικανή να φωτίσει τα πάντα, καθώς το φως εισέρχεται σιγά - σιγά, κι αποκαλύπτει αλήθειες, καλά κρυμμένες.

Το βιβλίο γραμμένο σε δυο επίπεδα σε μεταφέρει πότε στο τώρα και πότε στο τότε. Μοιρασμένη η ιστορία εξ ίσου. Αποτελείται από δυο διαφορετικές ιστορίες με τον ίδιο πρωταγωνιστή που ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και συγκλίνουν στο χώρο και στον χρόνο, σαν ένα σπείρωμα που σφίγγει συνεχώς τον κλοιό του, σαν ένα νόμισμα που περιστρέφεται και μας αποκαλύπτει κάθε φορά, όλο και περισσότερο τις δυο πλευρές του καθώς μειώνεται η ορμή της περιστροφής του. Κι ο Γιώργος περιστρέφει παράλληλα το νόμισμα και στα δυο επίπεδα, σε δυο χρόνους. Ξέρει άλλωστε, τόσα χρόνια διαιτητής από περιστροφή νομισμάτων αλλά και πως να κρατά τις ισορροπίες και τους συσχετισμούς. Δυο κομβικές στιγμές, αποτελούν τη διττή υπόσταση της ρωγμής που αρχίζει να μας φωτίζει αργά αλλά σταθερά ξεδιπλώνοντας και τις δυο πλευρές της ιστορίας μέχρι να συναντηθεί κάποια στιγμή ο κυματισμός τους στη θάλασσα  και ο θόρυβός τους να μετατραπεί σ’ ένα τεράστιο κύμα αποκαλύψεων και ανατροπών. Από τη μια, το θαύμα με το μωρό, την μικρή Κλειώ, στον γκρεμό της ζωής και του θανάτου, η σκηνή της αναγέννησής της στο μοναστήρι του Μαραθοκέφαλου όπου η Σταυροκατίνα, ως άλλη Πυθία στο μαντείο των Δελφών, αποφαίνεται με σιγουριά για όλα και βάζει σ’ εφαρμογή τις επιταγές της κατάρας προς τον απελπισμένο της πατέρα που σε προϊδεάζουν για τη συνέχεια. Ανατριχιαστική σκηνή. Κι από την άλλη, η νομοτελειακή εκτόξευση ενός πήλινου κεσέ με γιαούρτι στο μεταίχμιο της συζυγικής παρακμής, όπου η Κλειώ του σήμερα δεινοπαθεί και επαναστατεί, σπα τη σιωπή της, κι εναντιώνεται απέναντι στον μαρασμό ενός αποτυχημένου γάμου, η σταγόνα ξεχειλίζει και παίρνει επιτέλους την παρατημένη ζωή της στα χέρια της. Ο Γιώργος ξεκινά μ’ αυτές τις δυο σκηνές και το βιβλίο μοιάζει να σε κρατά όλο και περισσότερο δέσμιό του με κάθε κεφάλαιο που διαβάζεις. Ξεκλειδώνει μυστικά και αλήθειες, μα παράλληλα σε τραβά όλο και περισσότερο σε μια δίνη, σε κερδίζει, σε μαγεύει. Από τη μια, η κατάρα και τα σημάδια της στους γονείς της πρωταγωνίστριας, το παρελθόν, που ακόμα δεν έχει εξερευνηθεί απολύτως για εκείνη, γυρίζει και ξαναγυρίζει στο μυαλό της, ως αυτομαστίγωμα και τιμωρία. Κι από την άλλη, το παρόν της, η σκιαγράφησή της, τα απόκρυφα του χαρακτήρα και των σκέψεών της, το προσωπικό της αδιέξοδο που αναζητεί λύσεις και απαντήσεις. Δεν σας κρύβω, πως μέχρι τη μέση του βιβλίου, ήταν το παρελθόν και η ιστορία του που με κράτησε προσκολλημένο στην ανάγνωση, εκείνο καθόριζε τα πάντα. Από τη μέση και μετά όμως, οι ρόλοι αντιστράφηκαν ως δια μαγείας και πλέον τα κεφάλαια που αναφέρονταν στο παρόν σε τραβούσαν να διαβάσεις παρακάτω και οδηγούσαν τις εξελίξεις.

Μα, πιστέψτε με, μιλώντας ως συγγραφέας, ξέρω πως μένει κάτι ακόμα, μια μικρή ειδοποιός λεπτομέρεια, που χρειάζεται, πέρα και πάνω από όλα τα προηγούμενα για να μεταμορφώσει ένα απλά συμπαθητικό βιβλίο, σε κάτι πραγματικά καλό. Το περιτύλιγμα. Το περιτύλιγμα που θα σε κάνει να μπεις ακόμα περισσότερο στην ίδια την ιστορία του και θα σου χρυσώσει το χάπι της ανάγνωσης. Κι ο Γιώργος, επιτρέψτε μου, δεν το ξεχνά ούτε αυτό. Ίσως γιατί εργάζεται στον τομέα της καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας. Το περιτύλιγμα, στην προκειμένη περίπτωση είναι η γλώσσα, οι ιδιωματισμοί της Κρήτης, το περιβάλλον, οι άνθρωποι και οι τόποι που σε μεταφέρουν με άνεση και ευκολία στο εκεί και στο τότε. Είναι η πραγματική αγάπη του για το νησί της Κρήτης, το ταμπεραμέντο του, που είναι εμφανές σε κάθε του λέξη, ακόμα και για κάποιον που δεν ξέρει από πού κρατά η σκούφια του. Είναι η επένδυση, η προσήλωση, η ανάδειξη, ο σεβασμός του συγγραφέα στους μύθους και τις παραδόσεις της πατρίδας του, ενός πανέμορφου τόπου, που είχα την χαρά και την τιμή να γνωρίσω από κοντά υπηρετώντας την πατρίδα στα μέρη εκείνα για έξι μήνες. Δεν σας κρύβω, πως η γραφή του Γιώργου, ο διάχυτος λυρισμός του, με μάγεψε από τις πρώτες σελίδες. Ειδικά το κομμάτι που αναφερόταν στο παρελθόν είναι πραγματικά εξαιρετικό, με κέρδισε, με συγκίνησε, μ’ έκανε όντως να δακρύσω. Οι περιγραφές του, οι λογοτεχνικές βουτιές του στα ενδότερα των χαρακτήρων, ειδικά της πρωταγωνίστριας, αλλά και των σκοτεινών χαρακτήρων του βιβλίου, ακόμα και οι επιτηδευμένες λεπτομέρειες που προσθέτουν αίγλη σ’ ένα μυθιστόρημα, έκαναν τις σελίδες  να κυλούν γρήγορα, κι έτσι το βιβλίο, παρά τη μεγάλη του έκταση, δεν αποδείχθηκε κουραστικό.

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ υποστήριζε πως Τα μάτια δεν βλέπουν καλά τον Θεό, παρά μόνο μέσα από τα δάκρυα. Η ιστορία της οικογένειας των Αηδονάκηδων, τα δάκρυά τους, κλείνοντας το βιβλίο, οφείλω να ομολογήσω πως με συγκίνησαν, ίσως γιατί ένιωσα να δικαιώνεται αυτός ο μεγάλος συγγραφέας με τη ρήση του. Μην με ρωτήσετε για την κατάρα, αν λύθηκε τελικά, ούτε για τις ανατροπές που υπάρχουν ευτυχώς και είναι πολλές μέσα στο βιβλίο και ανεβάζουν την αδρεναλίνη της ανάγνωσης. Ούτε γι’ αυτές θα σας μιλήσω.


Κάποτε, κάποιος, είπε πως τα δάκρυα που χύνεις για τον εαυτό σου είναι δάκρυα αδυναμίας, τα δάκρυα όμως που χύνεις για τους άλλους είναι σημάδι δύναμης. Ολοκληρώνοντας το βιβλίο, δεν σου κρύβω, αγαπητέ Γιώργο, πως ΑΥΤΟ ένιωσα, πιο δυνατός, ασχολούμενος με τα ανθρώπινα πάθη και λάθη των Αηδονάκηδων, δακρύζοντας γι’ αυτά, και σ’ ευχαριστώ, από τα βάθη της καρδιάς μου γι’ αυτό το μαγευτικό ταξίδι που μου χάρισες στις σελίδες του βιβλίου σου. «Τ’ αηδονιού το δάκρυ» είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα πρότεινα να διαβάσετε ανεπιφύλακτα, καλοί μου φίλοι, να ανοίξετε χωρίς ενδοιασμούς την κόκκινη πόρτα του σπιτιού των Αηδονάκηδων, και να απολαύσετε το υπέροχο ταξίδι στις σελίδες του. Σας ευχαριστώ.

Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2015

Ο δρόμος του Θεού


Την ώρα που ο πολιτισμένος κόσμος της δύσης αρέσκεται σε ανούσια παιχνίδια με κουβάδες κρύου νερού που ίπτανται πάνω από κεφάλια διασημοτήτων και μη, η ανθρωπότητα βιώνει την ψυχρολουσία αποτρόπαιων θανατικών εκτελέσεων από τους φανατισμένους Τζιχαντιστές της ανατολής. Η πίστη και ο δρόμος προς το θείο μοιάζει να έχει δυο διαφορετικές πλευρές. Από τη μια η πλήρης απαξίωση του Θεού στα μάτια του σύγχρονου και απελευθερωμένου ανθρώπου που διεκδικεί μια νέα θέση στο στερέωμα μακριά και πέρα από θρησκευτικές δεσμεύσεις. Ο σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος της δύσης μοιάζει να έχει ξεπεράσει κατά πολύ τόσο με τη στάση του, όσο και με τις πράξεις και τις ενέργειές του, κάθε τι που τον συνδέει με την ξεπερασμένη από τους καιρούς φιλοσοφία της πίστης προς το υπέρτατο. Η επιστήμη, οι ανακαλύψεις, ακόμα και η σκληρή και οδυνηρή πραγματικότητα με τις ασφυκτικές υποχρεώσεις και τους καθημερινούς κανόνες έχουν μετατρέψει την πλειονότητα του σύγχρονου δυτικού κόσμου σ’ άλλους προσανατολισμούς. Ο ευαγγελικός λόγος, η πίστη και η παράδοση μοιάζουν ανίκανες να προσηλυτίσουν τον κοινό μέσο αστό, που όλο και περισσότερο μοιάζει να απομακρύνεται από τον αγνό πυρήνα της φιλοσοφίας της πίστης. Από την άλλη, μια ομάδα φανατισμένων ισλαμιστών μοιάζει να λειτουργεί στον αντίποδα μιας ολόκληρης εποχής. Θεωρώντας καθήκον τους τις απάνθρωπες πράξεις αφοσίωσης, κήρυξαν έναν ανένδοτο ιερό αγώνα στο όνομα του Θεού, αγωνιζόμενοι ενάντια στους άπιστους, πραγματοποιώντας εκτελέσεις, αποκεφαλισμούς, αλλά και άλλες αποτρόπαιες πράξεις. Μετά την Αλ Κάιντα, οι Τζιχαντιστές αποτελούν τη νέα μεγάλη ιερή μάστιγα του σύγχρονου κόσμου μας που με ακόμα πιο βίαιες και αποτρόπαιες πράξεις επιχειρεί να προσδώσει θρησκευτική χροιά στην επανάσταση που ευαγγελίζεται.
                Η λέξη τζιχάντ είναι αραβική και σημαίνει αγώνας, προσπάθεια, το να μοχθεί κανείς μ’ όλες του τις δυνάμεις, και αποκτά ιδιαίτερο νόημα όταν αποτελεί το θρησκευτικό καθήκον και τον αγώνα για τον Θεό ως πράξη αγνής αφοσίωσης. Από την εποχή του Μωάμεθ, οι λόγιοι του Ισλάμ διέκριναν συνολικά περισσότερες από 14 κατηγορίες τζιχάντ, με αποτέλεσμα η έννοιά της να μην ταυτίζεται απλοϊκά μ’ εκείνη του πολέμου, όπως συχνά πιστεύεται σήμερα. Σύμφωνα με αρκετούς μελετητές, η εχθροπραξία αποτελεί μόνο μία από τους διαφορετικούς τύπους τζιχάντ. Στη σύγχρονη εποχή, η τζιχάντ γίνεται αντιληπτή μέσα από ένα ευρύ φάσμα απόψεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται συντηρητικές θεωρήσεις με βάση τον κλασικό ισλαμικό νόμο, καθώς και ακραίες τοποθετήσεις που προωθούν την ωμή και απροκάλυπτη βία. Η έννοια της τζιχάντ χρησιμοποιήθηκε τόσο για να προάγει την αφοσίωση των πιστών, όσο και για τη διεξαγωγή πολέμου προς υπεράσπιση της θρησκείας ή τον προσηλυτισμό. Το σύγχρονο Ισλάμ αποδίδει έμφαση στον εσωτερικό πόλεμο του ανθρώπου και εγκρίνει τη σύρραξη με άλλα έθνη μόνο ως αμυντικό μέσο και μόνο στην περίπτωση που κινδυνεύει η ίδια η πίστη. Στη διάρκεια της ισλαμικής ιστορίας, πόλεμοι εναντίον μη Μουσουλμάνων ονομάστηκαν τζιχάντ ώστε να αποκτήσουν θρησκευτική χροιά, αν και προωθούνταν κυρίαρχα για πολιτικούς σκοπούς.
Ο δρόμος του Θεού είναι σίγουρο πως δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αυτό είναι αλήθεια, είναι ανηφορικός, δύσβατος και κακοτράχαλος. Μέσα από τα ευαγγελικά κείμενα, τις διδασκαλίες και τις παραδόσεις της πίστης, είναι δεδομένο, πως όποιος επιθυμεί να πλησιάσει το υπέρτατο θα πρέπει να δοκιμάσει ουσιαστικά τον εαυτό του, να κλείσει τα μάτια και τα αυτιά του στις σειρήνες του υπερκαταναλωτισμού και της ματαιοδοξίας, και να σμιλεύσει την υπόστασή του μέσα από την ίδια τη φιλοσοφία της πίστης, της εγκράτειας και της μετάνοιας. Ο δρόμος του Θεού περνάει από μέσα μας, κάνοντας περιήγηση σε κάθε πτυχή της προσωπικότητάς μας. Προκαλεί μια πλήρη ενδοσκόπηση στην υπόστασή μας, μας μεταφέρει στο γνωστό και στο άγνωστο και μας προετοιμάζει για τη μεταφορά σε κάτι πέρα και πάνω από το εγώ μας. Είναι μια διαδρομή αυτογνωσίας που μπορεί να σε οδηγήσει ακόμα και στην θέωση.  Μα συνάμα, είναι και μια διαδρομή που περνάει και μέσα από τους άλλους, τους γύρω μας, τους εχθρούς και τους φίλους μας, αυτούς που αγαπάμε κι αυτούς που δεν αγαπήσαμε, αυτούς που αποτελούν το περιβάλλον στο οποίο καλούμαστε να μετουσιώσουμε σε πράξη την πρόοδο της όποιας διαδρομής μας, τους συνεπιβάτες και συνοδοιπόρους μας, ακόμα κι αυτούς που επιδεικτικά επιλέγουν άλλους ευκολότερους δρόμους.
Μα επιτρέψτε μου, ο δρόμος του Θεού δεν είναι και μονόδρομος, δεν μπορεί να επιβληθεί σε κανέναν, με ή χωρίς βία, παρά μόνο αν αποτελεί προσωπική επιλογή. Κι όποτε επιβλήθηκε ιστορικά, είτε από τους θρησκευτικούς ηγέτες, είτε ακόμα κι από το απλό λαϊκό αίσθημα, οδήγησε σε αντίθετα και καταστροφικά αποτελέσματα. Δεν είμαι οπαδός της βίας, από όπου κι αν προέρχεται, πόσο μάλλον όταν εξάγεται ως συμπέρασμα θρησκευτικών κειμένων και φιλοσοφιών, που όχι μόνο δεν σε οδηγούν στο σωστό μονοπάτι αλλά σε ξεστρατίζουν από τον υψηλό στόχο της ανεύρεσης του μοναδικού μονοπατιού προς το θείο. Από την άλλη, απάντηση στους αποκεφαλισμούς δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι ένας κρύος κουβάς με παγάκια, αλλά η στροφή στην πραγματικότητα και στο ύψιστο και ιερό μας καθήκον, η όποια γόνιμη εσωτερική μας αναζήτηση να εξωτερικευτεί πλουσιοπάροχα και να την μεταλαμπαδεύσουμε μεγαλόψυχα σ’ όλον τον δοκιμαζόμενο κόσμο.


Νίκος Παργινός 
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΒΗΜΑΤΑ - Τεύχος 11 - Άνοιξη 2015

Δευτέρα, Μαΐου 25, 2015

Παρουσίαση "τ' αηδονιού το δάκρυ" στην Κέρκυρα



Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή θα πω δυο λόγια για το νέο βιβλίο του αξιόλογου νέου συγγραφέα Γιώργου Τζιτζικάκη, "τ΄αηδονιού το δάκρυ" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Ωκεανίδα". 

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 6 Ιουνίου 2015 και ώρα 7:00 μ.μ. στο Βιβλιοπωλείο Public (Ευγενίου Βουλγάρεως 82). 

Για το βιβλίο θα μιλήσει ακόμα η δημοσιογράφος - παρουσιάστρια Έλενα Χαρμπαλή και ο συγγραφέας.



Περίληψη Βιβλίου:

Ένα βρέφος που αργοσβήνει, μια κατάρα που πρέπει να λυθεί τρεις φορές, άνθρωποι που δοκιμάζεται το κουράγιο τους και ψυχές κυνηγημένες επί σαράντα χρόνια. 


Ο Γιώργης και η Κωστούλα είχαν ρισκάρει τα πάντα για να σωθεί η μικρή τους κόρη, η Κλειώ, κι παρόλα όσα τους βρήκαν δεν λύγισαν στιγμή την αγάπη τους. Τριάντα χρόνια μετά η Κλειώ ζει παγιδευμένη σ’ έναν γάμο που βυθίζει τη ζωή της σε κινούμενη άμμο, ώσπου κάποτε αφυπνίζεται και θεριεύει. 


Σε δεύτερους ρόλους, η κυρά Δήμητρα με το αλλήθωρο μάτι της, ο γέροντας Τυροθόδωρας με τις συμβουλές του, ο Σήφης με το άσβεστο μίσος του και η καλόγρια Σταυροκατίνα πλέκουν όλοι μαζί το κρητικό υφαντό της οικογένειας Αηδονάκη. Μυστικά, χρησμοί, επαναστάσεις, λυτρωμοί, θαύματα, μαντινάδες, μπαλωθιές, χοροί και γύρω όλα να μοσχομυρίζουν άρωμα από ζεστό ψωμί, λάδι και ρίγανη. Η απίστευτη ιστορία της οικογένειας Αηδονάκη - ένας ζωντανός θρύλος στα Χανιά.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2015

Η ευελιξία μιας επιτυχημένης κωλοτούμπας


Οδεύοντας προς το τελευταίο κεφάλαιο της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, αξίζει να ανακεφαλαιώσουμε, όλα όσα θεωρώ, πως πέτυχε ετούτη η νέα κυβέρνηση στον αγώνα που έδωσε μέσα και έξω από τα στρογγυλά τραπέζια, υπερασπιζόμενη πρώτιστα το μέλλον ετούτης της βασανισμένης χώρας. Μα παράλληλα, να υπενθυμίσουμε κι όλα όσα ξέχασε ή θεώρησε πως έπρεπε να θυσιάσει, στο βωμό της υπεράσπισης της χώρας μέσα στη ζώνη του ευρώ.
                Ναι, το κούρεμα του χρέους το ξεχάσαμε, μπορεί να μην ήταν βιώσιμο το δυσβάσταχτο χρέος προεκλογικά, μπορεί να ζητούσαμε έως και 50% κούρεμα, αλλά τώρα «μάθαμε» πως δεν μπορούμε να το βάζουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ναι, το μνημόνιο και τους εφαρμοστικούς του νόμους θα τους «σκίζαμε» μέσα σε μια νύχτα, αλλά τώρα, δεν γίνεται να το κάνουμε, θα πρέπει να σεβαστούμε και τις υπογραφές των προηγούμενων αλλά και τους κανόνες μιας δανειακής σύμβασης που καλούμαστε να τιμήσουμε. Και όχι, δεν είμαστε ένα ανεξάρτητο κράτος που έχει το περιθώριο να ψηφίζει ό,τι νόμους θέλει, όταν θέλει, όπως θέλει, αλλά θα πρέπει και οι δανειστές μας να έχουν λόγο σε ό,τι προγραμματίζουμε, είτε μας αρέσει είτε όχι. Όλα τα παραπάνω, αν δεν τα αποδεχόμασταν, θα οδεύαμε με συνοπτικές διαδικασίες στο δύσκολο και επώδυνο δρόμο της εξόδου από την ευρωζώνη, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.  Από την άλλη, η κυβέρνηση, απεμπολώντας όλα τα παραπάνω, μοιάζει να έχει έτοιμη μια συμφωνία που δείχνει ελκυστικότερη από τις προηγούμενες, με τρεις τουλάχιστον σοβαρές επιτυχίες, αν και εφ’ όσον, γίνουν πραγματικότητα και δεν μείνουν απλώς στα χαρτιά.
             Η διεθνοποίηση των κοινωνικών προβλημάτων της χώρας μετέτρεψε μέσα σε δυο εβδομάδες τους αργόσχολους και τεμπέληδες Έλληνες σε καταπονημένους ευρωπαίους που πλήρωσαν και πληρώνουν ακριβά την κρίση στο πετσί τους. Η συσπείρωση του κόσμου στο πλευρό της κυβέρνησης έδωσε δύναμη στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, διατρανώνοντας πως είναι επιβεβλημένη μια αλλαγή πολιτικής, με επιστροφή στην ανάπτυξη. Το αίτημα και η επιμονή για μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος ναι, είναι πλέον στο τραπέζι, και υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες να γίνει αποδεκτή από τους εταίρους, παρότι χωρίς συμμάχους στο ευρωπαϊκό στερέωμα, παρότι πολλές φορές, αν όχι όλες, η κυβέρνηση έμοιαζε να παλεύει μόνη της με τα θηρία των δανειστών της.
            Η «ευελιξία» που, όπως φαίνεται, είναι διατεθειμένη η Ευρώπη να συμφωνήσει με την Ελλάδα, μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία της χώρας. Ίσως να δώσει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να αλλάξει όσους περισσότερους επαχθείς όρους του μνημονίου προς όφελος της κοινωνίας, που αποδεδειγμένα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις προηγούμενες πολιτικές της λιτότητας.  Αλλά και οι ασφυκτικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί της τρόικας με τις απαράδεκτες και ωμές επεμβάσεις της σε πολιτικούς προϊσταμένους υπουργείων, φαίνεται πως έλαβε τέλος, δίνοντας τη θέση της, σε μια νέου τύπου αξιολόγηση, που να εμπνέει αξιοπρέπεια και εμπιστοσύνη μέσα από τους θεσμούς, ώστε να μην προκαλεί το λαϊκό αίσθημα και την απαξίωση του πολιτικού συστήματος της χώρας.
                Αν με ρωτάτε, νομίζω ότι είναι πολλά αυτά που ξέχασε από τις προεκλογικές τις υποσχέσεις η κυβέρνηση, αλλά παράλληλα είναι και πολλά αυτά που δείχνει πως κέρδισε, επιδεικνύοντας ευελιξία στην κωλοτούμπα της διαπραγμάτευσης.