Τρίτη, Φεβρουάριος 14, 2012

Το "Φως στο σκοτάδι"

Ομιλία του συγγραφέα Νίκου Παργινού
στην παρουσίαση του βιβλίου στην Κέρκυρα
στις 11/2/2012
 
Φίλες & φίλοι.
Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό μιας νέας και ταλαντούχας Κερκυραίας συγγραφέως, για να πω κι εγώ από την πλευρά μου δυο λόγια για το νέο της βιβλίο. Είναι μεγάλη η χαρά μου, που βρίσκομαι κι ανάμεσά σας, σε φίλους της γραφής και της ανάγνωσης, σ’ ένα από τα αξιόλογα βιβλιοπωλεία της πόλης. Και δεν σας κρύβω, πως κάθε φορά που εισέρχομαι σε τέτοιους ιδιαίτερους χώρους, με σαγηνεύει το άρωμα του τυπωμένου χαρτιού, και η μαγεία που εκπέμπεται από τα βιβλία και βρίσκει τον δρόμο προς την καρδιά μου.

Είμαι από εκείνους που γνώρισα την Μαρίνα Κουλούρη μέσα από τη συγγραφή και το λογοτεχνικό της έργο. Παρότι Κερκυραίοι και οι δυο, δεν είχαμε την τύχη να γνωριστούμε πριν την έκδοση του βιβλίου της. Η αναγνωστική ματιά μου έπεσε τυχαία πάνω σ’ αυτό, και, όπως ήταν φυσικό, έσπευσα να το διαβάσω περισσότερο από περιέργεια και ενδιαφέρον. Την ανακάλυψα, λοιπόν, μέσα από τις σελίδες της γραφής της. Και επεδίωξα να την γνωρίσω και να της μεταφέρω την άποψή μου για το έργο της. Μα πάνω από όλα για να την ενθαρρύνω στη μεγάλη προσπάθειά της. Πιστέψτε με, είναι πολύ δύσκολο για έναν νέο συγγραφέα να βρει συμμάχους στο εκδοτικό στερέωμα, πόσο μάλλον σε τούτες τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Εκδότες που κοιτούν μόνο το κέρδος και τίποτα περισσότερο, καταξιωμένοι συγγραφείς που σε κοιτούν αφ’ υψηλού και είναι έτοιμοι να σε κατασπαράξουν, δημοσιογράφοι και κριτικοί που απαξιούν να ασχοληθούν καν μαζί σου, φίλοι που νιώθουν να απειλούνται από την όποια αναγνώρισή σου, δικοί σου άνθρωποι που σε συμβουλεύουν να ασχοληθείς με κάτι πιο προσοδοφόρο… θέλετε μήπως κι άλλους; Κι επειδή, κάποτε, πριν από μερικά χρόνια, κι εγώ υπήρξα ένας ταπεινός αναγνώστης που έβρισκε το κουράγιο να πάρει μολύβι και χαρτί και να αποτυπώσει τις σκέψεις του, και να αναζητήσει την καταξίωση στο λογοτεχνικό κατεστημένο, δεν το σκέφτηκα καθόλου και ήμουν σίγουρος για την επιλογή μου να γνωρίσω από κοντά την Μαρίνα. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, πριν αναφερθώ στο βιβλίο της, να πω δυο λόγια για τη Μαρίνα Κουλούρη που γνώρισα από κοντά. Πρόκειται, λοιπόν, για μια νέα γυναίκα, έναν ευχάριστο άνθρωπο, μια ταπεινή και μαζεμένη κοπέλα που δείχνει να πατά γερά στα πόδια της, έχει γνώση και επίγνωση, μα πάνω από όλα εκπέμπει αυτή τη λάμψη που μας χαρίζουν οι χαρισματικοί άνθρωποι της τέχνης και της κουλτούρας. Και χαίρομαι πραγματικά που γνωριστήκαμε κι από κοντά, Μαρίνα.

Ο Μολιέρος, ο μεγάλος Γάλλος θεατρικός συγγραφέας, έλεγε πως: Το γράψιμο είναι σαν την πορνεία. Στην αρχή γράφει κανείς για τον εαυτό του. Μετά το κάνει για τους φίλους του. Στο τέλος καταλήγεις να το κάνεις για τα λεφτά. Και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί του. Βέβαια, να σας πω και την δική μου αλήθεια, εγώ ακόμα βρίσκομαι στο δεύτερο στάδιο κι εκεί νομίζω πως θα μείνω. Αυτό που συνάντησα, λοιπόν, πρώτα από όλα στη γραφή της Μαρίνας και στις σελίδες του βιβλίου της «Το φως στο σκοτάδι», ήταν αυτό το αγνό αίσθημα που μεταφέρει στο χαρτί η πρωτόλεια γραφή. Το αίσθημα της προσωπικής της ανησυχίας να κερδίσει το στοίχημα με τον ίδιο τον εαυτό της. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το πρώτο βιβλίο το γράφεις πρώτα από όλα για εσένα. Είναι η πύλη που σε μεταφέρει από τη μεριά του αναγνώστη στη μεριά του συγγραφέα. Η Μαρίνα, λοιπόν, σε μια περίοδο που οι νέοι συνήθως γυρίζουν την πλάτη τους στη γραφή και το βιβλίο, συνεπαρμένοι από τις σειρήνες των μίντια και της σόου μπιζνες, κατάφερε να κάνει κάτι πολύ σημαντικό, να διαβεί με επιτυχία ετούτη την πύλη, αναδεικνύοντας το προσωπικό της ταλέντο, βάζοντας τη δική της σφραγίδα στο πέρασμά της.

Λένε πως υπάρχουν ουσιαστικά δυο κίνητρα για να διαβάσεις ένα βιβλίο. Το ένα είναι για να το απολαύσεις. Το άλλο, είναι για να παινευτείς γι’ αυτό. Δεν σας κρύβω, πως απόψε, εδώ, βρίσκομαι γιατί διαβάζοντας το «Φως στο Σκοτάδι» και το απόλαυσα, αλλά και γιατί θέλω να παινευτώ γι’ αυτό. Για να δημιουργήσεις ένα δυνατό βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις πρώτα από όλα ένα δυνατό θέμα. Κι αυτό το κάνει η Μαρίνα. Η ιστορία του διαδραματίζεται στο Παρίσι του 1940, στη σκιά του πολέμου, εκεί όπου καταφεύγει η ηρωίδα του βιβλίου, αναζητώντας την αποδέσμευσή της από τον φόβο, στη μάχη της επιβίωσης, στο κυνήγι της ελευθερίας. Το βιβλίο, πέρα από ο,τιδήποτε άλλο, είναι μια ερωτική ιστορία που αγκαλιάζει μαεστρικά ένα τρίγωνο από χαρακτήρες και παλινδρομεί, όπως και κάθε ερωτική ιστορία, μεταξύ της φαντασίας και της λογικής, της εξουσίας και της επανάστασης. Κορυφή του τριγώνου η αινιγματική πρωταγωνίστρια του βιβλίου που μέσα από τις σελίδες του, ξεδιπλώνονται οι αναπόφευκτες συγκρούσεις που καλείται να αντιμετωπίσει, τόσο εντός της, όσο και στο περιβάλλον της, που καθιστούν, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρουσα την πλοκή της ιστορίας. Έρωτας στην σκιά του πολέμου, όνειρα στο σκοτάδι του φόβου, όλα μαεστρικά δοσμένα, μοιάζουν με σκοτεινό κόσμο που μέσω της γραφής αποκτά άξαφνα μια μικρή ρωγμή, που είναι όμως ικανή να φωτίσει τα πάντα, σελίδα τη σελίδα, καθώς το φως εισέρχεται σιγά - σιγά, κι αποκαλύπτει αλήθειες, καλά κρυμμένες.

Η Μαρίνα, στήνει το παιχνίδι της καλά στη σκακιέρα της συγγραφής. Ξέρετε,  εμείς οι συγγραφείς, να σας αποκαλύψω κάτι, δεν διαβάζουμε ποτέ τους συναδέρφους μας, έχουμε πάντα όμως την τάση να τους αναλύουμε. Δέστε, λοιπόν, κατά την ταπεινή μου άποψη, τι κάνει η αγαπητή Μαρίνα σε τούτο το βιβλίο. Από τη μια η ηρωίδα της. Μια Aγγλίδα στο Παρίσι. Μόνη. Κι από την άλλη ο πόλεμος. Ο πόλεμος με το διπλό προσωπείο της εξουσίας και της επανάστασης. Εκρηκτικό μέχρι στιγμής το μείγμα, αλλά εκείνη το πάει ακόμα παραπέρα. Από τη μια ο Γερμανός κατακτητής, από την άλλη ο Γάλλος επαναστάτης. Από τη μια η λογική, το ένστικτο της επιβίωσης από την άλλη η φαντασία, το απόλυτο του πάθους. Από τη μια η επιβίωση στις παρυφές του φόβου, από την άλλη ο κίνδυνος στα όρια της ελευθερίας. Κι ενώ η Μαρίνα, χρησιμοποιεί τον έρωτα και τον πόλεμο για να μας καθηλώσει στις γραμμές του βιβλίου της, βάζει σε εφαρμογή και τα απαραίτητα αναισθητικά της εργαλεία για να χρυσώσει το χάπι της ανάγνωσης. Όλα διαδραματίζονται στο Παρίσι, σ’ ένα σκηνικό που όπως φαίνεται το γνωρίζει πολύ καλά. Η έρευνά της, τα ιστορικά στοιχεία στα οποία ανατρέχει, αλλά και η αγάπη της γι’ αυτήν την πόλη είναι διάχυτα στις σελίδες του βιβλίου. Μένει κάτι ακόμα. Το περιτύλιγμα για να μας κάνει να μπούμε ακόμα περισσότερο στην ίδια την ιστορία της. Η μουσική και η ποίηση. Το παιχνίδισμα με την ιδιότητα της πρωταγωνίστριας και το αναγνωστικό της πάθος, τα τραγούδια και τα ποιήματα που μοιάζουν να καλύπτουν κάθε κεφάλαιο, το καθένα με τον τρόπο του, κι όλα μαζί, να συνθέτουν μια συμφωνία που κάνει το ταξίδι στο χώρο και τον χρόνο πιο εύκολο, πιο μαγικό. Αυτά κάνει σε γενικές γραμμές η Μαρίνα στο «Φως στο Σκοτάδι». Μα όχι μόνο αυτά. Κι εκεί που νομίζεις πως πρόκειται για μια συνηθισμένη ερωτική ιστορία, κι εκεί που νομίζεις πως όλα είναι ευδιάκριτα και αδρά από το φως, η Μαρίνα στήνει την παγίδα της και τα καθιστά περισσότερο από ποτέ θαμπά, ακαθόριστα και αναιμικά. Κάπου στη μέση του βιβλίου αρχίζουν να έρχονται και οι ανατροπές. Γιατί, όπως πολύ καλά μας λέει, το άπλετο φως δεν διαφέρει και πολύ από το σκοτάδι, αλλά και τα ουσιώδη πράγματα δεν βρίσκονται ούτε στο φως, ούτε στο σκοτάδι, αλλά μέσα στη σκιά, κάπου ενδιάμεσα.

Δεν σας κρύβω πως η γραφή της Μαρίνας, με μάγεψε από τις πρώτες σελίδες. Οι περιγραφές της, οι λογοτεχνικές της βουτιές στα ενδότερα των χαρακτήρων, ειδικά της πρωταγωνίστριας, ακόμα και οι επιτηδευμένες λεπτομέρειες που προσθέτουν αυτή την αίγλη σε ένα μυθιστόρημα, έκαναν τις σελίδες να κυλούν γρήγορα, κι έτσι το βιβλίο, παρά τη μεγάλη του έκταση, δεν αποδείχθηκε κουραστικό. Αν με ρωτάτε, θα προτιμούσα ίσως μια πιο διεξοδική ματιά στους σκοτεινούς χαρακτήρες του βιβλίου, αλλά αυτό θεωρήστε το ως επαγγελματική ψύχωση και ιδιοτροπία. Το «Φως στο Σκοτάδι» είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα πρότεινα να διαβάσετε ανεπιφύλακτα.

Κάποτε, κάποιος είπε πως τέσσερα πράγμα είναι πάντα περισσότερα από ό,τι νομίζουμε. Τα χρόνια μας, τα χρέη μας, τα σφάλματά μας και οι εχθροί μας. Ζούμε σε μια εποχή που αρχίζουμε για τα καλά να συνειδητοποιούμε ετούτη την οδυνηρή αλήθεια. Θα κλείσω δανειζόμενος τα λόγια μιας μεγάλης ελληνίδας πεζογράφου, της Έλλης Αλεξίου, της οποίας τα έργα διακρίνονται για τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό τους. Νομίζω ότι είναι η καλύτερη συμβουλή που θα μπορούσαμε να έχουμε στις κρίσιμες μέρες που διανύουμε: Ο άνθρωπος οφείλει να φυτέψει τουλάχιστον ένα δένδρο. Να γεννήσει τουλάχιστον ένα παιδί. Να γράψει τουλάχιστον ένα βιβλίο. Μαρίνα, καλώς όρισες στην όμορφη απλωσιά της μεγάλης Επτανησιακής σχολής. Σας ευχαριστώ.

Τρίτη, Ιανουάριος 31, 2012

Το "Φως στο σκοτάδι" στην Κέρκυρα

Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή αποδέχθηκα την πρόταση να μιλήσω για το μυθιστόρημα "ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ" της Κερκυραίας Μαρίνας Κουλούρη. Η εκδήλωση που συνδιοργανώνουν το Βιβλιοπωλείο Πλους και οι εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 11 Φεβρουαρίου και ώρα 20:00 στο βιβλιοπωλείο Πλους. Για το βιβλίο θα μιλήσουν ακόμα η Βασιλική Φαρμάκη, που εκπροσωπεί τη λέσχη ανάγνωσης Κέρκυρας και φυσικά η συγγραφέας. Ο ηθοποιός Βασίλης Καββαδίας θα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο με τη συνοδεία ζωντανής μουσικής.

Τρίτη, Ιανουάριος 10, 2012

Η ζωγράφος Ειρήνη Πέννα για το "Τάγμα της ελπίδας"

Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας. Αγαπητέ Νίκο, σε ευχαριστώ για την πρόσκλησή σου να μιλήσω για ένα εξαιρετικό πραγματικά βιβλίο, «Το Τάγμα της Ελπίδας»

Η δυσκολία που συνάντησα έγκειται στο πώς να παρουσιάσω όλα αυτά τα σημαντικά ζητήματα, τα οποία πραγματεύεσαι χωρίς να αποκαλύψω στοιχεία της πλοκής σε όσους δεν το έχουν ήδη διαβάσει. Έτσι θα κινηθώ στα πλαίσια γενικών αρχών που παρουσιάζεις υπό το πρίσμα της ζωγράφου, καθώς ένας πίνακας είναι το βασικό σου εύρημα για να αναπτυχθεί η ιστορία και οι χαρακτήρες του βιβλίου.

Στο βιβλίο, λοιπόν, ο συγγραφέας έχει εντοπίσει την αντιστοιχία ζωγράφου και συγγραφέα, καθώς ο δεύτερος ζωγραφίζει με τις λέξεις πάνω στις λευκές σελίδες, δημιουργεί ήρωες, δίνει χρώμα σε τοπία και σε συναισθήματα, σε τόπους και σε χρόνους, σε ταξιδεύει, φεύγει και γίνεται ένα με τον ζωγράφο, αλλά και με το δημιούργημά του. Αγγίζει με την πένα του τρόπους σκέψης που γίνονται τρόπος ζωής, έχει το χάρισμα της γραφής, του λόγου και αναλαμβάνει την ευθύνη του, να το χρησιμοποιεί.

Οφείλω, δε, να σε ευχαριστήσω, Νίκο, για το ότι δεν διστάζεις να εξυμνείς τους ζωγράφους - δημιουργούς τους οποίους αποκαλείς «μάγους» αλλά και υπηρέτες του Θεού, εργαλεία επίτευξης του έργου Του, ταγμένους και συντονισμένους με τον Παγκόσμιο Ρυθμό του Σύμπαντος, αποκαλύπτοντας το μυστικό της δημιουργίας:

«Η ουσία του μυστικού κρύβεται στην ανυπαρξία επιθυμίας παρέμβασης στον ρυθμό και στην εγγενή σοφία της Φύσης. Πίστεψε! Μόνο έτσι μπορείς να νικήσεις τον θάνατο», γράφεις χαρακτηριστικά.

Είδα καθαρά τον αγώνα σου για να δώσεις ζωή στο δημιούργημά σου. Αναγνώρισα τα βήματα, ίδια μπροστά στη λευκή σελίδα, ίδια μπροστά στο λευκό καμβά, ακολουθώντας τα κοινά στάδια μέχρι την επώδυνη γέννα:


Φόβος μπροστά στο άγνωστο - στη λευκή σελίδα

Αγωνία  μετά τις πρώτες πινελιές

Ελπίδα για τους δρόμους που αυτές ανοίγουν, μέχρι η έμπνευση να  σε κυριεύσει και ο πίνακας να ολοκληρώνεται σχεδόν μόνος του, ως να έχει νόηση, θέληση και σκοπό.

Όσον αφορά στους πίνακες, ο συγγραφέας είναι σαφής, γράφει για «νεκροτομεία πινάκων», δηλαδή τους βλέπει ως αντικείμενα με ζωή, άξιους να εντρυφήσουμε μέσα τους και να ανακαλύψουμε τα μυστικά τους. Είμαι σίγουρη ότι, αν στη θέση της λέξης «πίνακας» βάλουμε τη λήξη βιβλίο, θα έχουμε ξεκλειδώσει μια από τις μύχιες σκέψεις του Νίκου.

Στην εξέλιξη του βιβλίου εμπλέκει ευρηματικά, φιανομενικά ασύνδετα γεγονότα, τοποθετώντας χαρακτήρες του βιβλίου σε ιστορικά επεισόδια σχεδόν πάντα με κάποια ανατροπή ή έκπληξη προς τον αναγνώστη. 


Όπως είναι κατανοητό και από τον τίτλο του βιβλίου σημαντικό ρόλο στην πλοκή παίζει το «Τάγμα της Ελπίδας», για  το οποίο θέλοντας να μην αποκαλύψω πολλά, όπως και στην αρχή δεσμεύτηκα, θα αναφέρω μόνο τούτο: Ο συγγραφέας δεν διστάζει μέσα από το βιβλίο του Τάγματος να δώσει συνοπτικά οδηγίες ζωής στους αναγνώστες. Κοινές αρχές που πρέπει να διέπουν τις κινήσεις κάθε δημιουργού, είτε πινάκων είτε βιβλίων, είτε κάθε άλλης μορφής δημιουργίας. Μα πάνω από όλα απευθύνεται σ’ εκείνον που θέλει να καταπιαστεί και να πραγματοποιήσει το «Opus Magnum» του, το Μεγάλο Έργο, δηλαδή την δημιουργία του Ανώτερου Εαυτού του. Ο μύστης, ο ερευνητής ακολουθεί μοναχικό δρόμο, αλλά στην πορεία θα αναζητήσει τη συνδρομή φίλων-συνοδοιπόρων κατόχων ψηγμάτων γνώσης, για να δημιουργήσει τον μεγάλο καθρέπτη της Αλήθειας του. Έτσι, ως νόρμα και εδώ, κάθε κάτοχος του πίνακα αν και εστιάζει και βυθίζεται σε αυτόν προστρέχει στη βοήθεια φίλων-ειδικών.

Γιατί τελικά όπως προκύπτει μέσα από τη δράση και την πλοκή του βιβλίου εργαλεία και μέσα υπάρχουν πολλά, ο άνθρωπος όμως είναι αυτός που αποφασίζει – τα χειρίζεται και τέλος υλοποιεί. 

Κλείνοντας πρέπει να σας εκμυστηρευτώ ότι το «Τάγμα της Ελπίδας» μου χάρισε ένα ταξίδι μέσα από πολλά μονοπάτια.  Πέτυχε το στόχο του, όπως κάθε καλό βιβλίο επιδιώκει, να κάνει δηλαδή τον αναγνώστη να σκεφθεί και να στραφεί στον εσώτερο εαυτό του. ‘Όπως και κάθε πίνακας άλλωστε, είναι μια πύλη, με τη διαφορά από τις συνηθισμένες ότι κάθε διαφορετικό άνθρωπο τον οδηγεί σε διαφορετικό προορισμό, αυτόν για τον οποίο έχει εσωτερικά ετοιμαστεί, ακόμα και αν ο ίδιος δεν το έχει ήδη συνειδητοποιήσει.

Ομιλία της ζωγράφου Ειρήνης Πέννα 
στην παρουσίαση του βιβλίου στην 15η Έκθεση βιβλίου Σινιών στις 11/12/2011.

Πέμπτη, Δεκέμβριος 08, 2011

Το "Τάγμα της ελπίδας" στις Σινιές

 

Στα πλαίσια της 15ης Έκθεσης Βιβλίου 
ο Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Σινιών 
και το Βιβλιοπωλείο «Ιδεόγραμμα»
παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του Νίκου Παργινού

Το Τάγμα της ελπίδας
 
Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011 και ώρα 17:30
Πολιτιστικό Κέντρο Σινιών


Ομιλητές:
Μαργιετίνα Γαρνέλη, διευθ. Δημοτικού Σχολείου Κασσιώπης
Ειρήνη Πέννα, ζωγράφος
Βασιλική Φαρμάκη, εκπρ. Λέσχης Ανάγνωσης Κέρκυρας

Για περισσότερες πληροφορίες:
Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Σινιών: 2663081016

Πέμπτη, Δεκέμβριος 01, 2011

Το "Τάγμα" στην Αθήνα


Μέσα σε ζεστή ατμόσφαιρα στο βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ» παρουσιάστηκε την Τρίτη 29 Νοεμβρίου το  «Τάγμα της ελπίδας» στην Αθήνα. Την εκδήλωση τίμησε με την παρουσία του το αναγνωστικό κοινό της πρωτεύουσας που γέμισε και με το παραπάνω τον ειδικά διαμορφωμένο χώρο εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου.
Ομιλητές της εκδήλωσης η συγγραφέας και ηθοποιός κα Ελένη Ζιώγα και η συγγραφέας και βιβλιοκριτικός κα Ελένη Γκίκα, οι οποίες αναφέρθηκαν με κολακευτικά λόγια στο βιβλίο. Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε με τον ιδιαίτερο τρόπο της η ηθοποιός και σκηνοθέτης κα Κατερίνα Πολυχρονοπούλου.
«Ο Νίκος Παργινός, με το “Τάγμα της ελπίδας” εγκαινιάζει ένα νέο είδος μυθιστορήματος που συνδυάζει με αριστουργηματικό τρόπο το ιστορικό μυθιστόρημα, το αστυνομικό μυστήριο, το θρίλερ, το επικό, την επιστημονική φαντασία, αλλά και την αλληγορική ή υπαρξιακή ιστορία, με σύγχρονη καταιγιστική γραφή που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη κιόλας σελίδα», δήλωσε μεταξύ άλλων η ηθοποιός και συγγραφέας κα Ελένη Ζιώγα και συνέχισε: «Είμαι σίγουρη πως το "Τάγμα της ελπίδας" θα βρει τη θέση που του αρμόζει στις καρδιές των αναγνωστών, αφού διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία για να κατακτήσει την κορυφή».
Από τη μεριά της, η κα Ελένη Γκίκα ανέφερε μεταξύ άλλων πως το «Τάγμα της ελπίδας» είναι ένα πολύπλευρο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, ότι ο Νίκος Παργινός μπορεί με αφάνταστη μαεστρία να κάνει πολλά.
«Σ' αυτό το μυθιστόρημα που ξεδιπλώνεται σαν εικόνα μαγική..», συνέχισε η κα Γκίκα, «…μπορεί να βρει ό,τι ψάχνει κι ό,τι διαθέτει ο καθένας. Διατηρώντας αμείωτη από την πρώτη σελίδα του την απόλαυση της πλοκής, με ατμόσφαιρα που σε εντάσσει και σε καθηλώνει, λειτουργεί σαν καθρέφτης για τον καθένα, επιλύνοντας αυτό το παιχνίδι των κατόπτρων με αποκαλυπτικό τρόπο στο τέλος ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας που υπαινίσσεται εκείνο που είπε ο Μπόρχες πως “ζούμε ένα όνειρο μέσα σε όνειρο” και ότι το ζήτημα είναι “ποιος απ' τους δυο μας ονειρεύτηκε τον άλλο”. Ποιος είναι, τελικά, εκείνος που επιλέγει ή επινοεί, ο συγγραφέας την ιστορία και τον ήρωά του ή η ιστορία τον συγγραφέα».
Ο Νίκος Παργινός, αφού ευχαρίστησε το αναγνωστικό κοινό για την αγάπη με την οποία αγκάλιασε τη νέα συγγραφική του προσπάθεια εξομολογήθηκε χαρακτηριστικά: «Είναι μεγάλη η τιμή μου, σήμερα να βρίσκομαι εδώ απέναντι σε φίλους, γνωστούς, συγγενείς, συμφοιτητές και συντοπίτες, που με τιμούν ακόμα μια φορά με την παρουσία και το ενδιαφέρον τους για τις συγγραφικές μου δραστηριότητες».
Επόμενος σταθμός του «Τάγματος της ελπίδας» είναι η Έκθεση Βιβλίου που διοργανώνει ο Πολιτιστικός Σύλλογος Σινιών όπου προγραμματίζεται παρουσίαση του βιβλίου για τις 11 Δεκεμβρίου.

Πέμπτη, Νοέμβριος 17, 2011

Το "Τάγμα της ελπίδας" στην Αθήνα

Το βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ» 
και οι εκδόσεις «Σύγχρονοι Ορίζοντες» 
σας προσκαλούν την
Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011 στις 6:00 μ.μ. 
στο Βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ» (Σταδίου 24) 
στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Νίκου Παργινού

Το Τάγμα της ελπίδας

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
η κα Ελένη Ζιώγα, συγγραφέας - ηθοποιός,
η κα Ελένη Γκίκα, συγγραφέας – βιβλιοκριτικός.

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο ηθοποιός κ Δημήτρης Παλαιοχωρίτης. 
Για περισσότερες πληροφορίες στα τηλέφωνα:
2310543828 εκδόσεις «Σύγχρονοι Ορίζοντες»,
2103217917 βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ»

Τετάρτη, Νοέμβριος 09, 2011

Η Μαρία Αμανατίδου για το "Τάγμα της ελπίδας"

Φίλες και φίλοι σας ευχαριστούμε πολύ για την παρουσία σας σήμερα εδώ! Πριν σας μιλήσω για το τελευταίο βιβλίο που διάβασα, το Τάγμα της Ελπίδας, θα ήθελα να σας μιλήσω για τον συγγραφέα του, τον Νίκο Παργινό


Η αλήθεια είναι ότι με το Νίκο γνωριστήκαμε μέσω των social media και διατηρούμε μια ουσιαστική επαφή εδώ και μερικά χρόνια. Ο Νίκος είναι ένας άνθρωπος ζεστός και φιλικός, πολυπράγμων, σπούδασε στο πολυτεχνείο, φτιάχνει σκίτσα, σχέδια και εργάζεται σαν μηχανικός στο Δήμο Κερκυραίων. Μ’ αρέσει που λέτε –λέμε δήμος Κερκυραίων , μ’ αρέσει αυτή η οικειοποίηση. Γιατί οι τόποι φτιάχνονται και από τους ανθρώπους τους. Κι ας σταθούμε λίγο στην Κέρκυρα, έναν τόπο με κομψή ομορφιά, και ιστορία που ξεπηδά σε κάθε της γωνιά, σε κάθε έργο τέχνης. Κι εδώ ερχόμαστε στο βιβλίο του Νίκου. Στην ιστορία, που καταφέρνει ως συγγραφέας, να βγάλει από τις στημένες προθήκες των μουσείων και να την εντάξει στο σήμερα, στην καθημερινότητα μας. Ο Νίκος δημιουργεί, γεννά, έναν ήρωα: τον Ορέστη. Έναν άνθρωπο σαν κι εμάς καθημερινό, μέλος μια παρέας, μιαw οικογένειας, ενός περιβάλλοντος καθημερινού όπως όλων μας. Όλα αυτά φυσικά εκ πρώτης όψεως, γιατί κανείς δεν είναι απλός και καθημερινός αν με ρωτάτε.


Ο συγγραφέας Χ. Χωμενίδης θεωρεί ότι ο Νίκος Παργινός είναι ένας δημοκρατικός συγγραφέας, βαθιά δημοκρατικός ακριβώς επειδή καθιστά έναν καθημερινό άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου του. Θα συμφωνήσω μαζί του προσθέτοντας ότι ο τρόπος που το κάνει είναι απλός και διόλου επιτηδευμένος. Στην κατοχή του Ορέστη βρίσκεται ένας πίνακας, το αναγεννησιακό πορτρέτο  ενός 12χρονου ιππότη. Ένα έργο τέχνης που περνά από χέρι σε χέρι και καταλήγει στα χέρια του ήρωα μας, που βρίσκεται αντιμέτωπος με περίεργες καταστάσεις και ανεξήγητα μυστήρια. Ο πίνακας, (δηλαδή: η τέχνη) και η επίδραση που έχει στους κατά καιρούς ιδιοκτήτες του , οδηγούν τον Ορέστη (κι εμάς) πίσω στο χρόνο και στην ιστορία του τάγματος της ελπίδας. Το τάγμα είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να διατηρεί την ελπίδα στα όνειρα των ανθρώπων. 

Τα όνειρα , επιτρέπουν στον καθένα μας να γίνεται ήσυχα και με ασφάλεια παρανοϊκός κάθε βράδυ της ζωή του. William Dement (όπως αναφέρεται σε ένα μότο , στην αρχή ενός κεφαλαίου του βιβλίου). Αν έχετε δει την ταινία  inception, ίσως ξέρετε τι είναι οι γητευτές ονείρων. Η πρώτη φορά που διάβασα για αυτούς ήταν στο συγκλονιστικό Λεξικό των Χαζάρων του Μίλοραν Πάβιτς, πράγμα που αποδεικνύει αυτό που έχει πει ο Ουμπέρτο Εκο ή ο Στηβεν Κινγκ ή κι εγώ δεν θυμάμαι ποιος , ότι : ένα βιβλίο κρύβει μέσα του ένα άλλο βιβλίο, που κρύβει μέσα του ένα άλλο βιβλίο , που κρύβει μέσα του ένα άλλο βιβλίο κ.ο.κ. 


Έτσι γλυκά μπερδεύονται τα πράγματα στη ζωή και την τέχνη. Έτσι γλυκά μας ταξιδεύει και η αφήγηση του Νίκου Παργινού. Η χαρά της αφήγησης είναι ίσως κάτι που έχουμε χάσει από τότε που ήμασταν παιδιά. Κι έχουμε ανάγκη την αφήγηση. Το να μας παρασύρει μια ιστορία, να μας ταξιδέψει. Αυτό -σας το υπόσχομαι- το καταφέρνει αυτό το βιβλίο. Μας ταξιδεύει –μέσω της ιστορίας του πίνακα –σε άλλους τόπους, χρόνους και τοπία. Κι αυτό είναι απολαυστικό. Όποιος αντικρίζει τον πίνακα θαμπώνεται! Όπως θαμπώνεται κανείς κοιτάζοντας τον ήλιο, το φεγγάρι, μια όμορφη γυναίκα. Όπως θαμπώνεται κανείς από την τέχνη. Ο ιππότης στον πίνακα του βιβλίου, βάζει σε πειρασμό κάθε ιδιοκτήτη του, χρησιμοποιώντας το πιο ισχυρό όπλο. Το χρήμα. Το χρήμα που έχει αποτελέσει αιτία για όλα όσα ζούμε κι εμείς τον τελευταίο καιρό. Το χρήμα είναι ο πρωταρχικός πειρασμός, αυτός που γεννά άλλους πειρασμούς, κι άλλες ανάγκες, κι άλλες , κι άλλες. Ποιος μπορεί να απ-ελευθερωθεί και πως; Απαντήσεις θα βρείτε στο βιβλίο. 


Είναι πολύ σημαντικό για όλους μας αυτές τις μέρες της κρίσης, της αγωνίας, της εθνικής μας κατάθλιψης, της μαυρίλας και της απόλυτης κυριαρχίας της φτήνιας να στηρίζουμε και να ενισχύουμε τους ανθρώπους που συνεχίζουν να δημιουργούν, να σκέφτονται, να παράγουν, να τολμούν, να ρισκάρουν με νέες ιδέες να εργάζονται πάνω στην τέχνη τους όποια κι αν είναι αυτή.


Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου στην Θεσσαλονίκη       

Δευτέρα, Οκτώβριος 17, 2011

Το "Τάγμα της ελπίδας" και η Θεσσαλονίκη

  
  
 Σε μια κατάμεστη αίθουσα στο βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ» παρουσιάστηκε την Παρασκευή 14 Οκτωβρίου το νέο μυθιστόρημα του Κερκυραίου συγγραφέα Νίκου Παργινού: «Το Τάγμα της ελπίδας» στην Θεσσαλονίκη. Την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του Συλλόγου Κερκυραίων & Φίλων Β. Ελλάδος «Οι Φαίακες» τίμησε με την παρουσία του το αναγνωστικό κοινό της συμπρωτεύουσας που γέμισε και με το παραπάνω τον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του βιβλιοπωλείου. Ομιλητές της εκδήλωσης ο ποιητής κ. Βαγγέλης Τασιόπουλος και η δημοσιογράφος και εκδότρια του περιοδικού Provocateur κα Μαρία Αμανατίδου, οι οποίοι αναφέρθηκαν με κολακευτικά λόγια στο νέο βιβλίο του Κερκυραίου δημιουργού. Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε με τον ιδιαίτερο τρόπο του ο Κερκυραίος ηθοποιός κ. Γιάννης Περδίκης, ενώ χαιρέτησε την εκδήλωση εκ μέρους του Συλλόγου ο κ. Γιάννης Καλαϊτζόλου που καλωσόρισε τον Νίκο Παργινό στην πόλη της Θεσσαλονίκης.



«Ο Νίκος Παργινός, με το “Τάγμα της ελπίδας” διαψεύδει το μύθο της αποστασιοποίησης των ανθρώπων των γραμμάτων και της τέχνης από την πραγματικότητα καταθέτοντας με θάρρος και τόλμη τη μαρτυρία του, δηλώνοντας παρόν στις προκλήσεις της εποχής που διανύουμε», δήλωσε μεταξύ άλλων ο ποιητής κ. Βαγγέλης Τασιόπουλος και συνέχισε: «“Το Τάγμα της ελπίδας” είναι η καλύτερη απόδειξη πως οι άνθρωποι του πνεύματος δεν βρίσκονται στο περιθώριο των γεγονότων, αλλά μπορούν και οφείλουν να αφήσουν το στίγμα τους ακόμα και σε εποχές κρίσης».
Από τη μεριά της, η κα Μαρία Αμανατίδου ανέφερε μεταξύ άλλων πως το νέο μυθιστόρημα του Νίκου Παργινού καταφέρνει με αριστουργηματικό τρόπο να μεταφέρει την ίδια την ιστορία στο προσκήνιο και την κάνει πρωταγωνίστρια, ενώ η μαγεία της αφήγησης σαγηνεύει και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.


Ο συγγραφέας Νίκος Παργινός, αφού ευχαρίστησε το αναγνωστικό κοινό της Θεσσαλονίκης για την αγάπη με την οποία αγκάλιασε τη νέα συγγραφική του προσπάθεια εξομολογήθηκε χαρακτηριστικά: «Είναι μεγάλη η τιμή μου, σήμερα να βρίσκομαι εδώ στη Θεσσαλονίκη, γιατί ετούτη η πόλη κατέχει, όπως και να το κάνουμε, μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου ως πατρίδα και γενέτειρα της μητέρας μου. Πόσο μάλλον, όταν σε τούτη τη φιλόξενη πόλη, βρήκαν καταφύγιο και τα συγγραφικά μου όνειρα, μέσω της εκδοτικής οικογένειας που με στηρίζει και πιστεύει σε μένα, τους “Σύγχρονους Ορίζοντες”».
            Επόμενος σταθμός του Τάγματος της ελπίδας είναι η Αθήνα όπου προγραμματίζεται η επίσημη παρουσίαση του βιβλίου για τις 29 Νοεμβρίου στο βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ»

Παρασκευή, Σεπτέμβριος 30, 2011

Το "ΤΑΓΜΑ" πάει Θεσσαλονίκη

Το Βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ» 
και οι εκδόσεις «Σύγχρονοι Ορίζοντες» σας προσκαλούν

την Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011 
στις 7:00 μ.μ.

στο Βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ»
(Αριστοτέλους 7,  Θεσσαλονίκη)

στην παρουσίαση του νέου βιβλίου
του Νίκου Παργινού 
"Το Τάγμα της ελπίδας

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

ο κ. Βαγγέλης Τασιόπουλος, ποιητής
και η κα Μαρία Αμανατίδου, δημοσιογράφος – εκδότρια περιοδικού «Provocateur»

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει
o ηθοποιός κ. Γιάννης Περδίκης

Η εκδήλωση πραγματοποιείται με την υποστήριξη του

Συλλόγου Κερκυραίων & Φίλων Β. Ελλάδος «Οι Φαίακες»


Για περισσότερες πληροφορίες στα τηλέφωνα: 
2310543828 Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες
2310227004 Βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ»


Πέμπτη, Αύγουστος 25, 2011

Μοναχικός ακροατής

Ηρθες και πάλι και μ' άρχισες με τα δικά σου. Πήρες το γνωστό σου ύφος και άρχισες τον συνήθη σου μονόλογο. Προσωπική παράσταση για έναν ρόλο κι εγώ και πάλι αυθεντικός μοναχικός ακροατής. Σε περίμενα. Δεν μπορώ να στο κρύψω. Κάθε φορά σε περιμένω. Κάτι μου λέει κάθε φορά πως θα έρθεις για να με προσηλυτίσεις με τις περίεργες ιστορίες σου. Ψάχνεις συνοδοιπόρο, συνεπιβάτη στις αποδράσεις σου και προστρέχεις στο απάνεμο καταφύγιό μου, απελπισμένος να σε ακούσουν, να σε συντροφεύσουν, να σε θαυμάσουν.
Οι ιστορίες σου μονοδιάστατα αφηγηματικά σχήματα, που περιγράφουν με τρόπο μοναδικό το μακρινό, το ουτοπικό, το μαγικό. Περίπλοκες διαδρομές μεταφοράς στο απλό τότε του πουθενά. Ο χρόνος τους αόριστος, ο τόπος τους άγνωστος, τα πρόσωπά τους ανώνυμα. Μα παρ' όλα αυτά τόσο αυθεντικές, λες και είναι προσιτά δικές σου. Απλές περιηγήσεις του νου, που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στο εξιδανικευμένο.
Στεκόμουν και τούτη τη φορά και σε χάζευα από την πρώτη λέξη, την πρώτη φράση. Λες και το 'ξερα! Μια φορά που ποτέ δεν είναι μόνο μία. Κι ένας καιρός που ποτέ δεν είναι το τώρα. Ο λόγος σου πάντα απλός και λιτός, χωρίς πολλά επίθετα και γλαφυρότητες, μα συνάμα ήρεμος, σταθερός και μέσα στην υπερβολή. Οι ήρωές σου πάντα νέοι. Αυθεντικοί. Ιστορίες απλές με όμορφο πάντα τέλος. Και η φωνή σου? η φωνή σου μαγικός δρόμος που οδηγεί στον κόσμο του υπερβατικού, του παραμυθένιου, του ονειρικού. Η χροιά της χαραγμένη ανεξίτηλα στο "είναι" μου. Την ξέρω τόσο καλά. Απόδραση είναι ο λόγος σου. Μαγεία. Πόσο λατρεύω αυτό το σημείο! Πόσο μ' αρέσει ο τόνος της φωνής σου, η έκπληξη στο πρόσωπό σου για το γνωστό που ίσως να ξέχασα και θα με σαγηνέψει και πάλι όπως την πρώτη φορά που το μοιράστηκες μαζί μου. Με κέρδισες και απόψε με την υπερβολή σου. Με κέρδισες και πάλι με το πάθος και τη δύναμή σου. Και πάλι. Και τώρα, όπως πάντα.
Τελειώνεις. Κάπου εδώ φαίνεται πως τελειώνει και η αποψινή ιστορία σου. Ναι, τώρα θυμάμαι πως κάπου εδώ τελειώνουν πάντα όλα καλά. Πώς το λένε? α, ναι! Η γνωστή ατάκα του τέλους, στρογγυλή σφραγίδα που έρχεται και αγκαλιάζει τα πάντα και σημαδεύει το νυχτερινό μου διαβατήριο στον κόσμο των ονείρων. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Τώρα πλέον μπορείς να σκύψεις και να με φιλήσεις, να με χαϊδέψεις στα μαλλιά και να μου στείλεις δονήσεις αγάπης. Κι εγώ θα σου χαμογελάσω και θα αλλάξω πλευρό, θα αγκαλιάσω το μαξιλάρι μου και θα γυρίσω στο πλάι για να χαθώ στον κόσμο των ονείρων με σύμμαχο τη χάρη της αφήγησής σου. Οπως κάθε βράδυ, όπως κάθε νύχτα που το σκοτάδι κυριεύει τον κόσμο μας.
Στα χείλη μου δύο λέξεις πασχίζουν να αποδράσουν. Μα ακόμα δεν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να ωριμάσουν και να ξεχυθούν στον αιθέρα που μας χωρίζει και μας ενώνει. Μέρες τώρα. Μήνες. Στο μεταίχμιο του ευτυχισμένου τέλους η προοπτική της όποιας συνέχειας του παραμυθιού. Και μετά; Και μετά; Πάντα θα υπάρχει το μετά, ακόμα και πέρα από το όποιο καλύτερο τέλος. Μα μένει συνήθως ανείπωτο ετούτο το μετά κι αχαρτογράφητο. Ανεξερεύνητο κομμάτι του κοσμικού μας χρόνου.
Κλείνω τα μάτια και το μετά ζωντανεύει μαγικά πλέον κάτω από τα σφαλισμένα μου βλέφαρα και είμαι εγώ τώρα που παίρνω τη σκυτάλη για να διαφύγω από το καταφύγιό μου και να ταξιδέψω στην χώρα του πουθενά, στον χρόνο του αορίστου. Και η απάντηση παραμένει δική μου, ανεξομολόγητη εμπειρία που με τον καιρό θα ωριμάσει και θα δραπετεύσει κάποια στιγμή από τα εσώψυχά μου.
Μεγάλωσα. Μεγάλωσα και έπαψες πλέον να έρχεσαι, ίσως γιατί μεγάλωσες κι εσύ, ίσως γιατί γέρασες κι έφυγες μακριά. Ο χρόνος μετέβαλε εκείνο το τέλος το καλό σε κάτι άλλο, ίσως περισσότερο επώδυνο. Και οι ιστορίες σου; Οι ιστορίες με το ευτυχισμένο τέλος μεταφέρθηκαν τελικά στο υποσυνείδητό μου, γίνανε κομμάτι του εαυτού μου, κτήμα της σκέψης μου, μέρος του μυαλού μου, δικές μου, και μεταλλάχθηκαν εντός μου, ανέπτυξαν πολλαπλές διαστάσεις, ορίστηκε επιτέλους ο χρόνος τους, τα πρόσωπα έγιναν οικεία, τα μέρη τους πατρίδα μου, έγιναν σύνθετες τελικά μα συνάμα προσιτές και καθημερινές.
Επαψες να έρχεσαι τα βράδια, μα τα παραμύθια σου έρχονται στα όνειρά μου ακόμα. Και το μετά έγινε πλέον τώρα. Κι ο χρόνος αποκάλυψε στο μυαλό μου τη συνέχεια ενός καλού τέλους. Αυτού του ίδιου τέλους που μου εντρύφησες με τις ιστορίες σου. Και νομοτελειακά κλήθηκα να συμπληρώσω τα κενά του χρόνου και να αποτελειώσω στο διηνεκές του απείρου το τέλος που μου αναλογεί. Χρέος μου πλέον να αποσαφηνίσω το νέο ευτυχισμένο τέλος. Να σε ξαναβρώ. Να στο ομολογήσω. Να στο εξομολογηθώ.
Κι έτσι ήρθα και πάλι για να σ' αρχίσω με τα δικά μου. Πήρα το γνωστό μου ύφος και άρχισα το συνήθη μου μονόλογο. Προσωπική παράσταση για έναν ρόλο κι εσύ πλέον να γίνεσαι ο αυθεντικός μοναχικός ακροατής. Με περίμενες. Δεν μπορείς να μου το κρύψεις. Κάθε φορά με περιμένεις. Κάτι σου λέει κάθε φορά πως θα έρθω για να σε προσηλυτίσω με τις περίεργες ιστορίες μου. Ψάχνω συνοδοιπόρο, συνεπιβάτη στις αποδράσεις μου και προστρέχω στο απάνεμο καταφύγιό σου απελπισμένος να με ακούσουν, να με συντροφεύσουν, να με θαυμάσουν.
Στέκεσαι και τούτη τη φορά και με χαζεύεις από την πρώτη λέξη, την πρώτη φράση. Λες και το 'ξερες! Μια φορά που ποτέ δεν είναι μόνο μία. Κι ένας καιρός που ποτέ δεν είναι το τώρα. Τελειώνω. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Τώρα πλέον μπορώ να σκύψω και να σε φιλήσω, να σε χαϊδέψω στα μαλλιά και να σου στείλω δονήσεις αγάπης. Κι εσύ θα μου χαμογελάσεις και θα αλλάξεις πλευρό, θα γυρίσεις στο πλάι για να χαθείς στον κόσμο των ονείρων με σύμμαχο τη χάρη της αφήγησής μου. Οπως κάθε βράδυ, όπως κάθε νύχτα που το σκοτάδι κυριεύει τον κόσμο μας. Στο μεταίχμιο του ευτυχισμένου τέλους, η προοπτική της συνέχειας του παραμυθιού πάντα, όμως, θα παραμένει. Και μετά; Και μετά; Πάντα θα υπάρχει το μετά, ακόμα και πέρα από το καλύτερο τέλος. Μα μένει συνήθως ανείπωτο κι αχαρτογράφητο. Ανεξερεύνητο κομμάτι του χρόνου. Και, μεταξύ μας, τώρα που περάσανε τα χρόνια μπορώ να πω πως ίσως να είναι και καλύτερα. Τώρα που σε βρίσκω και πάλι πρέπει να σου το ομολογήσω. Ισως γιατί αυτό το ευτυχισμένο τέλος που κληρονόμησα από σένα να κλήθηκα να το κληροδοτήσω κι εγώ με τη σειρά μου. Αλλωστε ένα ευτυχισμένο τέλος σηματοδοτεί μια νέα ευτυχισμένη αρχή. Οσο για το μετά...

Η ιστορία δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ του Σαββάτου 20/8/2011

Παρασκευή, Αύγουστος 05, 2011

Ο Χρήστος Χωμενίδης για "To Tάγμα της ελπίδας"


Ομιλία του συγγραφέα Χρήστου Χωμενίδη 
στα πλαίσια της παρουσίασης 
του νέου βιβλίου του Νίκου Παργινού "Το Τάγμα της ελπίδας"
στην Έκθεση Βιβλίου Κέρκυρας


Μ’ αρέσει πάρα πολύ που έχει όλο και περισσότερο κόσμο. Ίσως είναι και οι άνθρωποι που έρχονται στην πόλη της Κέρκυρας από τις περιοχές που καίγονται, δυστυχώς καίγεται όλο το νησί απ’ ότι μαθαίνουμε. Έχω μια διαφωνία κατ’ αρχήν με τους διοργανωτές της έκθεσης, μου λένε φεστιβάλ, μου λένε έκθεση, για ένα μείζον πολιτιστικό γεγονός, εγώ νομίζω πως είναι ένα πανηγύρι του βιβλίου, όσο πιο απλά το αντιμετωπίσουμε, όσο πιο απλά το δούμε, ως εκδήλωση, τόσο καλύτερα και για μας και για το βιβλίο το ίδιο, το οποίο δεν υπάρχει κανένας λόγος να το έχουμε σε καμιά προθήκη ή μ’ ένα φωτοστέφανο καλυμμένο, το φωτοστέφανο είναι εσωτερικό και βγαίνει από τις σελίδες του ή δεν υπάρχει καθόλου.
               Το συγκεκριμένο βιβλίο του Νίκου Παργινού είναι μεγάλης έκτασης, 670 σελίδες περίπου, σε πάρα πολύ ωραίο όμως σχήμα που θυμίζει τους κλασικούς τόμους της νεοελληνικής λογοτεχνίας των εκδόσεων Εστία της γενιάς του ’30. Ο Νίκος λοιπόν προτάσσει σε κάθε κεφάλαιο μια φράση, ένα motto, ένα απόφθεγμα, και είναι πολυσυλλεκτικότατος, δηλαδή έχει αποφθέγματα αρχαίων τραγικών, του Ευριπίδη αν θυμάμαι καλά σε ένα κεφάλαιο ή του Σοφοκλή και του Αρκά, του ανθρώπου με το πιο έντονο χιούμορ στην Ελλάδα. Έχει και διάφορα που τα αποδίδει σε ανωνύμους, προφανώς είναι δικά του. Το μόνο το οποίο δεν έχει είναι αυτό που χαρακτηρίζει προφανώς τον ίδιο ως άνθρωπο και ως συγγραφέα και το οποίο αποδίδεται μεν στον Καρλ Μαρξ αλλά νομίζω ότι είναι πολύ παλαιότερο: «Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο». Έχουμε λοιπόν έναν πολυπράγμονα άνθρωπο ο οποίος έχει τελειώσει το Πολυτεχνείο, σχεδιάζει, φτιάχνει σκηνικά, σκιτσάρει, δουλεύει ως μηχανικός στο Δήμο Κερκυραίων και παράλληλα είναι και συγγραφέας. Και έχουμε κι ένα νησί γύρω του το οποίο από το λίγο που το γνωρίζω, που το έχω γευτεί εγώ κι από το πολύ περισσότερο που το ξέρετε εσείς, είναι γεμάτο, βρίθει, ξεχειλίζει από ιστορία. Νομίζω ότι είναι βεβαίως η Ελλάδα ως τόπος που παρήγαγε ιστορία εξ αρχαιοτάτων χρόνων, λένε μάλιστα γενικότερα για τα Βαλκάνια ότι ανέκαθεν παρήγαγαν περισσότερη ιστορία απ’ όση μπορούσαν να καταναλώσουν. Αυτό κατεξοχήν ισχύει για την Ελλάδα και νομίζω και για την Κέρκυρα στην οποία περπατώντας βλέπεις την ιστορία σε κάθε δεύτερη γωνιά.
             Η πρώτη μου επισήμανση σχετικά με το βιβλίο του Νίκου Παργινού είναι ότι καταφέρνει να βγάλει την Ιστορία από τα μουσεία κι από τις προθήκες και από μια αίσθηση απόστασης και να τη φέρει στην καθημερινότητα. Δηλαδή αυτό που κάνει μεταξύ των άλλων, είναι ότι μας δίνει την αίσθηση ότι είμαστε κομμάτι μιας ροής γεγονότων, μιας ροής σχέσεων, οι οποίες ξεκινάνε από πολύ μακριά στο χρόνο και πηγαίνουν πολύ - πολύ μακριά στο μέλλον. Κι εμείς, ως ζώντα υποκείμενα του σήμερα, αποτελούμε κομμάτι, ένα κυματισμό αν θέλετε σ’ αυτό το ποτάμι του οποίου οι ρίζες εικάζονται και οι εκβολές αγνοούνται. Αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, δηλαδή πως αντιλαμβάνεται την ιστορία, παρούσα, την φέρνει κοντά μας, της δίνει σάρκα και οστά και την κάνει ταυτόχρονα και ζουμερή και τραγανή.
Το δεύτερο σημείο το οποίο θέλω να επισημάνω σε σχέση με το μυθιστόρημα αυτό… καταλαβαίνετε έχω ορισμένες μερικές παρατηρήσεις που θα μπορούσανε να λειτουργήσουνε ως κατευθύνσεις ανάγνωσης. Προφανώς εσείς θα κάνετε τις δικές σας όταν το διαβάσετε, ή όταν το διαβάσατε, αν το έχετε ήδη διαβάσει, διότι αυτό που είναι το μόνο σίγουρο είναι ότι κάθε ανάγνωση ενός βιβλίου είναι μοναδική και το βιβλίο δεν ολοκληρώνεται τη στιγμή που θα γράψει ο συγγραφέας τη λέξη «τέλος» αλλά τη στιγμή που θα το διαβάσει ο κάθε αναγνώστης. Οι δικές μου επισημάνσεις αφορούν τη δική μου ανάγνωση. Η δεύτερη επισήμανση, λοιπόν, σ’ ότι αφορά στην πρωτοτυπία του Τάγματος του ελπίδας, είναι ότι ο ήρωας και ο περίγυρός του, αν θεωρήσουμε ότι ο κεντρικός ήρωας είναι ο Ορέστης και οι φίλοι του, οι φίλες του, οι συγγενείς του, οι γονείς του, ο περίγυρός του, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, είναι εκ πρώτης όψεως καθημερινοί. Το λέει μάλιστα ο συγγραφέας συστήνοντας τον Ορέστη, λέει: «είναι ένας πολύ κανονικός άνθρωπος που δουλεύει σε ένα πολυκατάστημα ηλεκτρικών ειδών που κι εγώ ο ίδιος απορώ γιατί αποφάσισα να ασχοληθώ μαζί του, να στήσω ένα ολόκληρο βιβλίο γύρω από αυτόν». Είναι χαρακτηριστικό της πολύ νεωτερικής λογοτεχνίας αυτό, δηλαδή ότι παίρνει έναν καθημερινό άνθρωπο και τον αναδεικνύει ως κέντρο του κόσμου και ως κέντρο ενός ολόκληρου δικού του κόσμου. Ξέρετε, για πάρα πολλούς αιώνες προκειμένου να καταστήσεις, να αναδείξεις μια μορφή ως κεντρικό ήρωα της αφήγησής σου, αυτή η μορφή θα έπρεπε να είναι πορφυρογέννητη, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, αν όχι αυτοκρατορικής οικογένειας, να έχει κάποιες περγαμηνές, ακόμα και σε πολύ κλασικούς ήρωες οι οποίοι θα μπορούσαν να αυτενεργήσουν εντελώς, βάζει ο δημιουργός ή απαιτεί η παράδοση ή το πόπολο να έχουνε γαλάζιο αίμα. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Οιδίποδας, ο οποίος αν το καλοσκεφτείτε, όλη του η ζωή είναι ενός αυτοδημιούργητου, είναι ένας παλικαράς ο οποίος πηγαίνει, τσαμπουκαλεύεται με τον βασιλιά των Θηβών, τον σκοτώνει, λύνει το αίνιγμα και ανεβαίνει στον θρόνο. Είναι κατ’ εξοχήν  μορφή αυτοδημιούργητη ο Οιδίπους, ωστόσο πρέπει για τις ανάγκες μιας αριστοκρατικής αντίληψης των πραγμάτων να πούμε ότι είναι γιος του βασιλιά της Κορίνθου. Όλοι πρέπει να είναι βασιλόπουλα. Αυτό το οποίο κάνει ο Παργινός, είναι ότι σου λέει, αυτοί οι άνθρωποι τους οποίους διαλέγω εκ πρώτης όψεως δειγματοληπτικά, οι οποίοι δεν ξεχωρίζουν σε τίποτα, που θα περνάγανε δίπλα μας και δεν θα τους ρίχναμε μια δεύτερη ματιά, αυτοί οι άνθρωποι είναι μικροί πρίγκιπες και μικρές πριγκίπισσες. Και νομίζω ότι εδώ έχουμε μια ιδέα του, μια πίστη του, μια πεποίθησή του, ότι ο κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο, τον οποίο υπό συγκεκριμένες συνθήκες, αν ευνοεί δηλαδή η ροή των πραγμάτων θα εκδηλώσει, θα αναπτύξει και θα χαρεί κι αυτός και οι γύρω του. Άρα η δεύτερη μου επισήμανση είναι ότι το βιβλίο είναι βαθιά δημοκρατικό και ότι δίπλα μου κάθεται ένας γνήσιος δημοκράτης.
Η τρίτη μου επισήμανση αφορά στο εύρημα του βιβλίου, το οποίο εύρημα όταν μου το διηγήθηκε ο Νίκος, πριν διαβάσω το βιβλίο, του λέω δηλαδή, αυτό που έγραψες είναι μια παραλλαγή του ποιήματος του Καββαδία με το μαχαίρι, όπου υπάρχει ένα μαχαίρι που πηγαίνει από κάτοχο σε κάτοχο και εν πάση περιπτώσει αποδεικνύεται μοιραίο για όλους. Στην περίπτωση του «Τάγματος της Ελπίδας» δεν έχουμε μαχαίρι, έχουμε έναν πίνακα, έναν πίνακα ο οποίος είναι κλειδί του μυστηρίου, είναι μια σκυτάλη που διατρέχει τους αιώνες, είναι ένα άλλοθι για να μας ξεναγήσει ο συγγραφέας σε διαφορετικά περιβάλλοντα τοπικά και χρονικά και είναι και ένα μυστήριο. Κατά τη δική μου αντίληψη, εδώ πέρα υπάρχει μια παραβολή. Διότι ασχολείται πάρα πολύ ο Νίκος Παργινός και οι ήρωές του με το ποιος είναι ο ζωγράφος του πίνακα αυτού και πότε έχει φιλοτεχνηθεί και υπό ποιες συνθήκες. Ο πονηρεμένος αναγνώστης ξέρετε τι συμπέρασμα θα βγάλει μετά από όλα αυτά; Ότι τελικά δεν έχει καμία σημασία ούτε ποιον παριστάνει ο πίνακας, ούτε ποιος τον έχει ζωγραφίσει, ούτε πότε τον έχει ζωγραφίσει, ούτε ποιες είναι οι «μαγικές» ιδιότητες του πίνακα. Σημασία έχει ο ίδιος ο πίνακας, ο οποίος θαμπώνει όποιον τον βλέπει, διότι ο πίνακας είναι η τέχνη. Κι όταν κοιτάμε πίσω ή δίπλα από την τέχνη ουσιαστικά έχουμε πάρει λάθος δρόμο. Η τέχνη είναι το μέγα μυστήριο το οποίο εμπεριέχει και την απάντησή του, όπως και ο Θεός. Με αυτήν την έννοια μας στήνει μια παγίδα ο Νίκος Παργινός και αφήνει σε μας να βγάλουμε ως αβγό του Κολόμβου την απάντηση. Η απάντηση δεν είναι πίσω ή πέρα από τον πίνακα, η απάντηση στο ερώτημα είναι ο ίδιος ο πίνακας, είναι η ίδια η τέχνη.
Η τέταρτη και τελευταία επισήμανσή μου είναι ότι πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο επιστρέφει και εντάσσεται στο ρεύμα της τελευταίας εικοσαετίας, που ύστερα από πειραματισμούς που κατέληξαν μάλλον σε αδιέξοδα, η λογοτεχνία επιστρέφει στη χαρά και τη μαγεία της αφήγησης. Δηλαδή αυτό το οποίο τελικά μας ενδιαφέρει πρώτα από όλα είναι το βιβλίο να διαβάζεται, να γοητεύει, να θέλεις να γυρίσεις σελίδες, κάθε φράση να οδηγεί στην επόμενη, να μην είσαι ένας μελετητής ο οποίος κάθεται σε ένα γραφείο και αγκομαχάει για να τελειώσει το βιβλίο, αλλά να είσαι ένα παιδί, να μπορεί να σε ξανακάνει το βιβλίο ένα παιδί το οποίο ταξιδεύει μαζί του. Αυτό όχι ως μια εύκολη παραμυθία, δηλαδή παρηγοριά, αλλά ως ένα παραμύθι το οποίο έχει δύναμη να φωτίζει την πραγματικότητα την οποία ζούμε, ο καθένας από μας, να μας κλονίζει τις βεβαιότητες τις οποίες έχουμε σε σχέση με τον εαυτό μας και τη γύρω ζωή και ενδεχομένως να τις ανατρέπει κιόλας. Γιατί κατά την γνώμη μου, η τέχνη, ότι κι αν λέμε, έχει μια κατάρα και μια ευλογία. Η κατάρα της τέχνης είναι να είναι διακοσμητική. Η ευλογία της είναι να είναι ανατρεπτική.

Πέμπτη, Αύγουστος 04, 2011

Ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός για "Το Τάγμα της Ελπίδας"


Ομιλία του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού 
στα πλαίσια της παρουσίασης 
του βιβλίου του Νίκου Παργινού "Το Τάγμα της Ελπίδας" 
στην Έκθεση Βιβλίου Κέρκυρας


Ο Νίκος Παργινός με το νέο του μυθιστόρημα Το Τάγμα της Ελπίδας έκανε ένα αληθινά μεγάλο συγγραφικό άλμα. Όχι στο κενό, αλλά στο στήσιμο μιας πολύ ενδιαφέρουσας περιπέτειας. Κατάφερε, κατά τη γνώμη μας, με μεγάλη επιτυχία, να πετύχει να συναντηθούν η Ιστορία από την μία και η ανθρώπινη ύπαρξη, στο βαθύτερο «είναι» της, από την άλλη, σε μία πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση.  Θέμα του μυθιστορήματος τα όνειρα και οι εφιάλτες μας. Θέμα του μυθιστορήματος το μεγάλο ερώτημα που θα έπρεπε να απασχολεί τον κάθε άνθρωπο. Πού βρίσκεται η αλήθεια στη ζωή μας; Με τι παλεύουμε για να της δώσουμε νόημα; Σ’ έναν κόσμο όπου υπάρχει μία μεγάλη σύγχυση, ίσως χωρίς διέξοδο, ανάμεσα στο τι είναι καλό και τι είναι κακό, ανάμεσα στο τι πραγματικά αποτελεί όνειρο και ποιος είναι ο εφιάλτης μας, ο Νίκος Παργινός επιχειρεί να δώσει τις δικές του προσωπικές απαντήσεις, πατώντας γερά στα μονοπάτια της Ιστορίας, αλλά και χτίζοντας την δική του ελπίδα μέσα από την συνάντηση τόσο με το Θεό όσο και με τον άνθρωπο.
        Το Τάγμα της ελπίδας  δεν είναι ένα βιβλίο στο οποίο δίδονται δογματικές απαντήσεις. Δεν είναι ένα βιβλίο βεβαιοτήτων. Γι’ αυτό και δεν είναι θρησκευτικό ή ιδεολογικό μανιφέστο του συγγραφέα. Είναι αυτό που ονομάζουμε «ανοιχτό έργο», δηλαδή προκαλεί τον σύγχρονο αναγνώστη να γυρίσει εντός του και να δει πού εντάσσει τον εαυτό του: σ’ αυτούς οι οποίοι χτίζουν νόημα ζωής μέσα τους και μοιράζονται αυτό το νόημα με τους άλλους, θέλοντας να σηκώσουν τον σταυρό εκείνων που κατατρύχονται από τους εφιάλτες τόσο τους προσωπικούς όσο και τους κοινωνικούς, ή σε εκείνους οι οποίοι έχουν παραδώσει τον εαυτό τους σε ό,τι και σε όποιους έχουν τακτοποιήσει τις ζωές μας, χωρίς να μας αφήνουν περιθώρια ελευθερίας. Γιατί, κατά τη γνώμη μας, αυτό είναι τελικά το βαθύτερο νόημα του μυθιστορήματος. Πώς πατώντας στην αγάπη και επιλέγοντας ελεύθερα, ακόμη και προσφέροντας την ίδια μας την ζωή, θα μπορέσουμε να διαφυλάξουμε το προνόμιο όχι μόνο να ονειρευόμαστε, αλλά και να αφήνουμε στους άλλους να ονειρεύονται, όχι μόνο πολεμώντας τους δικούς μας εφιάλτες, αλλά και τους εφιάλτες των άλλων.
            Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ένας απλός και καθημερινός άνθρωπος, μεταμορφώνεται τελικά όχι σε σωτήρα των ονείρων της ανθρωπότητας, αλλά σε σωτήρα των ονείρων ενός παιδιού. Γιατί αν δώσεις το δικαίωμα σε έναν άνθρωπο να ονειρεύεται νικώντας κάθε λογής αγρίμια, τα οποία απειλούν ως λέοντες ωρυόμενοι να κατασπαράξουν τις προσδοκίες και τις ελπίδες μας, έχεις γίνει ήρωας. Αυτή είναι η πρόκληση του συγγραφέα προς τον καθέναν από εμάς. Δεν χρειάζεται να είσαι διάσημος, σπουδαίος, ξεχωριστός. Η αξία βρίσκεται στο να έχεις καρδιά, στο να πιστεύεις με την καρδιά σου, να νιώθεις ότι έχεις χρέος και αποστολή να μη νοιάζεσαι μόνο για τον εαυτό σου. Κι αυτή η θεώρηση που γίνεται βίωμα λείπει από τον κόσμο μας. Σε μια πραγματικότητα, μάλιστα, όχι απλώς πεζή, αλλά καταθλιπτική και απαξιωτική των ονείρων, όπου όχι μόνο για τους έχοντες και κατέχοντες την εξουσία κάθε είδους, αλλά και για τους περισσότερους από εμάς, μετράει μόνο το «πουγκί» με το οποίο ο δωδεκάχρονος ιππότης του έργου δοκιμάζει τον ήρωα και κάθε κάτοχο του πίνακα, ο συγγραφέας μας θυμίζει ότι υπάρχουν και άλλα που ξεχάσαμε.
            Για να το πετύχει αυτό συνδέει το παρελθόν  με το παρόν. Συνέγραψε ένα ιστορικό και ταυτόχρονα σύγχρονο, στα όρια του αστυνομικού, μυθιστόρημα. Είναι εμφανείς οι επιρροές του από σύγχρονες μορφές αφήγησης και συγγραφείς πετυχημένους εμπορικά (Κοέλιο, Ρόουλινγκ, Μπράουν, Έκο), αλλά και η εντρύφηση που έκανε στην Ιστορία και το παρελθόν. Θα ενθουσιάσει τον αναγνώστη η ιστορία του Ντομένικο Σονιάντε, ζωγράφου, ιππότη, καλλιτέχνη, ονειροπόλου, γητευτή ονείρων, ιδρυτή του «Τάγματος της Ελπίδας», ο οποίος θα δεθεί με την Κέρκυρα σε στιγμές που την κατέστησαν ξεχωριστή, κυρίως τον 16ο αιώνα. Ο αναγνώστης θα απολαύσει την αφήγηση για τις επιδρομές των Τούρκων και των πειρατών στο νησί, την συμμετοχή της Κέρκυρας στην ναυμαχία της Ναυπάκτου, τα θαύματα της Παναγίας της Κασσωπίτρας και του Αγίου Σπυρίδωνος, την αρχιτεκτονική της πόλης, την μουσικότητα των δρόμων και των κτηρίων, την ονειρική διάσταση του νησιού, για το οποίο ο συγγραφέας μας θυμίζει ότι δεν υπάρχει απλώς για να καταναλώνει τουρισμό και επισκέπτες, αλλά κρατά παραδόσεις, πίστη, αξίες. Η Κέρκυρα για το συγγραφέα είναι, όχι μόνο εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης, αλλά και εξαιτίας των ανθρώπων που θέλουν να ονειρεύονται έναν κόσμο καλύτερο για όλους και όχι μόνο για τους εαυτούς τους, αληθινή «πύλη» που συνδέει τον παρόντα κόσμο και χρόνο με την υπέρβασή του. Όλα αυτά και  άλλα τινά, καθιστούν την ανάγνωση του μυθιστορήματος αληθινά απολαυστική.
            Όχι, δεν είναι στεγνός ο λόγος του συγγραφέα. Δεν είναι μία καταιγιστική δράση, χωρίς ιδέες, χωρίς συναίσθημα, χωρίς αγάπη, χωρίς έρωτα. Είναι ένα ταξίδι στο οποίο ο καθένας μπορεί να βρει κάτι από τον εαυτό του. Και αυτό επιτυγχάνεται με τον εγχρονισμό της δράσης στο σήμερα. Με την ιστορία της παρέας που αναζητεί την αλήθεια για τον πίνακα του Τισιανό, αλλά και την εμπλοκή της στην αιώνια σύγκρουση καλού και κακού, η οποία σήμερα τείνει να λησμονηθεί. Και η σύγκρουση θέλει ήρωες. Όχι όμως απρόσωπους, χωρίς συναισθήματα, μισθοφόρους της κάθε πλευράς, αλλά εκείνους που όντας καθημερινοί άνθρωποι, δίνουν σάρκα και οστά με όπλο τους το κερί της αγάπης, το οποίο κρατά άσβεστη τη φλόγα της ειρήνης, της πίστης της ελπίδας, που δίνουν και δεν αφαιρούν ζωές.
            Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στοιχεία της ψυχανάλυσης και μάλιστα εκείνης των ονείρων. Χρησιμοποιεί ακόμη την ορολογία της Νέας Εποχής, όχι όμως για να σχετικοποιήσει την ανθρώπινη αναζήτηση ούτε για να την καταστήσει ακρότητα και μισαλλοδοξία ή για να την εγκλωβίσει στην γαλήνη του εαυτού. Όντας μοντέρνος, προσπαθεί να δώσει την δική του προσέγγιση στο ερώτημα πού βρίσκεται η αλήθεια για την ύπαρξη. Πόσο ελεύθεροι είμαστε όχι μόνο στον ξύπνιο, αλλά και στον ύπνο μας. Πρόσφατα είδαμε πάνω σ’ αυτό το θέμα μία πολύ ενδιαφέρουσα ταινία-σχόλιο, το Inception του Κρίστοφερ Νόλαν, όπου γίνεται λόγος για την χειραγώγηση του ανθρώπου, ακόμη και στα όνειρά του από το σύστημα της εποχής με μόνο στόχο τελικά το κέρδος. Για τον συγγραφέα όμως ο τελικός σκοπός μας είναι η ελευθερία. Και αυτή την βρίσκει κανείς όταν ανοίγεται σε αυτό που ξεπερνά το παρόν και τις διαστάσεις του κόσμου μας. Όταν τελικά μπορούμε να οδηγηθούμε στο Θεό και τη σχέση μαζί Του.
            Συγχαίροντας τόσο το συγγραφέα όσο και τον Σύλλογο Βιβλιοχαρτοπωλών Κέρκυρας για την πρωτοβουλία να οργανώσουν επιτέλους στο νησί μία έκθεση βιβλίου, παρά την χαλεπότητα των καιρών, ας μου επιτραπεί να φέρω στη σκέψη όλων σας το ναό της Αγίας Αικατερίνης. Αυτόν που βρίσκεται εγκαταλελειμμένος επί πολλά χρόνια, όντας κληροδότημα του Δήμου Κερκυραίων. Ας είναι η έκδοση αυτού του βιβλίου μία ακόμη αφορμή για να ευαισθητοποιηθεί ο Δήμος, αλλά και οι αρμόδιοι φορείς της Πολιτείας, να αναστηλωθεί επιτέλους αυτό το ιστορικό μνημείο, η εικόνα του οποίου όχι απλώς δεν περιποιεί τιμή για τον τόπο μας, αλλά δείχνει τελικά την πνευματική παρακμή που φέρνει η άνευ όρων παράδοσή μας στο οικονομοκρατικό ιδεώδες. Και πάλι συγχαρητήρια, αγαπητέ φίλε Νίκο. Το Τάγμα της ελπίδας  σου αποτελεί την απόδειξη ότι βρήκες και ανέπτυξες το ταλέντο σου.

Ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός είναι διδάκτωρ θεολογίας & φιλόλογος και
Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ι.Μ. Κερκύρας, Παξών & Διαποντίων Νήσων

Τετάρτη, Ιούλιος 27, 2011

Παρουσίαση "Τάγματος" στην Κέρκυρα


O Σύλλογος Βιβλιοχαρτoπωλών Κέρκυρας 
και οι εκδόσεις "Σύγχρονοι Ορίζοντες
στα πλαίσια της Έκθεσης Βιβλίου Κέρκυρας 
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου
του συγγραφέα Νίκου Παργινού 
"Το Τάγμα της ελπίδας
που θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 2 Αυγούστου 2011, ώρα 22:00 
στο χώρο της έκθεσης στην Πάνω Πλατεία.

Ομιλητές:
ο κ. Χρήστος Χωμενίδης, συγγραφέας
ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός, διδάκτωρ θεολογίας - φιλόλογος
και ο συγγραφέας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει
η ηθοποιός και σκηνοθέτης κα Κατερίνα Πολυχρονοπούλου

Για περισσότερες πληροφορίες στα τηλέφωνα  
2661037741 & 25127 Σύλλογος Βιβλιοχαρτοπωλών Κέρκυρας

Τρίτη, Ιούλιος 26, 2011

Ομιλία Νίκου Παργινού για Χρήστο Χωμενίδη


Φίλες & φίλοι. Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό ενός καταξιωμένου σύγχρονου Έλληνα συγγραφέα, για να πω κι εγώ από την πλευρά μου δυο κουβέντες για το τελευταίο του βιβλίο. Η χαρά μου είναι ακόμα μεγαλύτερη γιατί όλα αυτά γίνονται στο περιθώριο μιας γιορτής για το βιβλίο, μια γιορτής που είχε λείψει για πολλά χρόνια από την Κέρκυρα και το αναγνωστικό της κοινό. Δεν έχω λοιπόν, παρά να χαιρετίσω ετούτη την προσπάθεια του Συλλόγου των Βιβλιοχαρτοπωλών του νησιού και να ευχηθώ ετούτη η γιορτή να γίνει ετήσιος θεσμός που θα παραμείνει στον χρόνο και δεν θα σκάσει σαν πυροτέχνημα.

Είμαι από εκείνους που γνώρισαν τον Χρήστο Χωμενίδη μέσα από τα βιβλία του. Τον ανακάλυψα στις σελίδες του «Σοφού Παιδιού», όπως άλλωστε και η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Με μάγεψε από τις πρώτες σελίδες η γραφή του και δεν κρύβω πως με σαγήνεψε το γεγονός πως ξέσπασε τόσο μεγάλος σάλος γύρω από το πρόσωπό του από το πρώτο κιόλας βιβλίο. Κι ενώ πολλοί τον αναθεμάτισαν ως ιερόσυλο, υβριστή, μέχρι και ψυχικά διαταραγμένο, εγώ τάχθηκα με την πλειοψηφία του αναγνωστικού κοινού που τον θεώρησαν συγγραφική ιδιοφυΐα.

Από τότε ακολούθησαν πολλά βήματα γραφής. Δεκαοκτώ χρόνια μετά το θριαμβευτικό εκείνο ξεκίνημα η συγγραφική του πορεία συνεχίστηκε με πέντε μυθιστορήματα και τρεις συλλογές διηγημάτων. Κι αν είναι δύσκολο να αναρριχηθείς στην κορυφή με την πρώτη σου προσπάθεια, ακόμα πιο δύσκολο είναι να παραμείνεις στο προσκήνιο και να μην διαψεύσεις τις μεγάλες προσδοκίες & ελπίδες που δημιούργησες. Κι ο Χωμενίδης το κατάφερε αυτό. Κι όχι μόνο αυτό. Με την αφηγηματική του δεινότητα, τη χιουμοριστική και ανατρεπτική του σκοπιά, κατάφερε όχι μόνο να καταξιωθεί ως «νέος Καραγάτσης», αλλά να δημιουργήσει και μια δική του σύγχρονη συγγραφική σχολή με ιδιαίτερα χωμενίδια γνωρίσματα, επιστρέψτε μου να πω, άλλοτε κολακευτικά κι άλλοτε όχι από τους κριτικούς.

Ο Χωμενίδης, όμως, πάνω από όλα είναι προικισμένος με τη δωρεά του ταλέντου. Κι επειδή αυτό από μόνο του δεν φθάνει, είναι προικισμένος και με άλλα πράγματα που τον βοήθησαν να υποστηρίξει και να αναδείξει αυτό το θείο δώρο. Πρώτα από όλα με συνέπεια και υπομονή. Με σεβασμό και μεράκι για τα έργα του. Με θράσος για τις ριζοσπαστικές απόψεις του, αλλά και το κυριότερο χωρίς έπαρση και αλαζονεία.

Κάπως έτσι, προσγειωμένο και ανοικτό στο ευρύ κοινό τον συνάντησα και στο διαδίκτυο. Εκεί όπου συζητά και αναλύει τις θέσεις και τις απόψεις του με τους αναγνώστες και τους διαδυκτιακούς του φίλους. Για μένα πάντως, αυτό που κάνει τον Χωμενίδη τόσο ιδιαίτερο δεν είναι τίποτα από όλα τα παραπάνω.

Για μένα ο Χωμενίδης είναι εκπρόσωπος ενός ανύπαρκτου είδους στην Ελλάδα της κρίσης. Ξέρετε, εμείς οι νέοι συγγραφείς, οι περισσότεροι, γράφουμε ανάμεσα στις δουλειές μας. Προσπαθούμε να βολέψουμε τις συγγραφικές μας αναζητήσεις στον ελεύθερο χρόνο μας. Ο Χωμενίδης είναι ένας ερασιτέχνης συγγραφέας που δεν τα παράτησε κι έτσι έγινε… επαγγελματίας.  Διαθέτει το εργασιακό του ωράριο για να γράφει, να ψάχνει και να τελειοποιεί το εκάστοτε δημιούργημά του. Προκειμένου να γράψει το τελευταίο του μυθιστόρημα λόγου χάρη, το "Λόγια φτερά", του οποίου το χρόνο δράσης είχε ορίσει στην προομηρική εποχή, διάβασα κάπου πως είχε παρακολουθήσει επί δύο χρόνια, παρακαλώ, ιδιαίτερα μαθήματα αρχαιοελληνικής ιστορίας, γλώσσας, φιλοσοφίας. Για να μην του ξεφύγει τίποτε, να μην πέσει σε καμία ανακρίβεια! Κι όπως και να το κάνουμε, τα αποτελέσματα τον έχουν δικαιώσει απόλυτα. Τα βιβλία του είναι πάντα στις πρώτες θέσεις των πωλήσεων, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά όπου κι αν έχουν κυκλοφορήσει μεταφρασμένα.

Στο νέο του βιβλίο που φέρει τον τίτλο «στη Δευτέρη παρουσία ας μας βάλουν απουσία» ο Χωμενίδης καταπιάνεται μ’ ένα θέμα που μας απασχολεί κατά κόρον καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου μας, τον θάνατο.

Οι φίλοι μας οι Ιρλανδοί που τώρα τελευταία ανακάλυψαν μερικοί εγκέφαλοι ότι μας συνδέουν κάποιοι οικονομικοί ζωφεροί δείκτες, αλλά οι δεσμοί μας, πιστέψτε με, είναι πολύ μεγαλύτεροι, λένε για τον θάνατο διάφορα ευτράπελα και ωραία.

Μακάρι να πεθάνεις στο κρεβάτι, λένε οι Ιρλανδοί, στα 95 σου, σκοτωμένος από έναν ζηλιάρη σύζυγο. 

Λένε βέβαια και κάτι άλλο...

Μακάρι το ποτήρι σου να είναι πάντα γεμάτο, η στέγη πάνω από το κεφάλι σου να είναι πάντα γερή και μακάρι να είσαι στον παράδεισο μισή ώρα πριν πάρει μυρωδιά ο διάολος ότι είσαι νεκρός.

Από την άλλη μεριά οι Άγγλοι λένε πως ο θάνατος πάντα έρχεται ή πολύ νωρίς ή πολύ αργά και ότι οι καλοί πεθαίνουν πάντα νέοι. Τι σχέση τώρα έχουν όλα αυτά θα μου πείτε με τη δική μας λαϊκή παράδοση και το βιβλίο του Χωμενίδη. Έχουν και παραέχουν. Γιατί τα ραδίκια οι μακαρίτες όπως και να το κάνουμε τα βλέπουν πάντα ανάποδα, ο πεθαμένος τα έχει τινάξει τα πέταλα, κι ο γέρος πάντα θα πηγαίνει είτε από πέσιμο είτε από… χέσιμο. Γιατί δυο πόρτες έχει η ζωή μα πάντα ανοίγουμε μια και βγαίνουμε από την άλλη, γιατί τα σάβανα δεν έχουν τσέπες, τα δίφραγκα πάντα τελειώνουν, γιατί οι περισσότεροι πάμε σαν το σκυλί στο αμπέλι, κι ας τα φάγαμε τα ψωμιά μας. Γιατί αυτός είναι ο λαός μας κι αυτό φαίνεται μέσα από τις φαινομενικά άσχετες ιστορίες του βιβλίου του Χωμενίδη που είναι γραμμένες στη σκιά του θανάτου, φιλτραρισμένες μέσα από το προσωπικό προικισμένο πρίσμα του ταλαντούχου δημιουργού. Φαινομενικά άσχετες γιατί κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά κεφάλαια ενός και μόνο σπονδυλωτού μυθιστορήματος.

Ξέρετε τελικά ποιό είναι το κακό με τον παράδεισο; Ότι πας εκεί μόνο με νεκροφόρα. Αυτό σκεφτόμουν καθώς ολοκλήρωνα την ανάγνωση του βιβλίου του Χωμενίδη που βάλθηκε να ξορκίσει τον ίδιο τον θάνατο με όπλα το χιούμορ και το γέλιο, τον σαρκασμό και τον έρωτα. Δεκαέξι διηγήματα που κινούνται από την ανάσταση των νεκρών και την Έσχατη Κρίση μέχρι την κλοπή ενός γεννητικού οργάνου. Δεκαέξι διηγήματα με θέματα τελείως απρόσμενα, έως κι εξοργιστικά μερικές φορές. Δεκαέξι ιστορίες καθημερινής τρέλας που αναδεικνύουν τις ασυνέχειες του σύγχρονου βίου. Δεκαέξι διαφορετικοί κόσμοι συμπυκνωμένοι μέσα σε ένα βιβλίο.Ιστορίες που σαφώς δεν γράφτηκαν μόνο για να σε κάνουν να γελάσεις αλλά και για να σε βάλουν σε σκέψεις. Που προσφέρουν μια ακτινογραφία του σύγχρονου τρόπου ζωής διακωμωδώντας τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα.


Γιατί μην μου πείτε πως δεν έχετε δει ανάμεσά μας τύπους που θα το έσκαγαν σε χρόνο dt από το προσκλητήριο της Τελικής Κρίσης, αρνούμενοι τον Παράδεισο και την Κόλαση προτιμώντας τις τυρόπιτες ενός καλοκαιρινού σινεμά. Γιατί μην μου πείτε πως δεν θα γυρνούσατε τον κόσμο ανάποδα για να βρείτε το χαμένο σας γεννητικό όργανο εξερευνώντας ακόμα και τα άγρια κοπάδια στις σαβάνες της Αφρικής και τα δάση της βόρειας Ευρώπης. Ο Χωμενίδης γράφει απολαυστικά για τις αγωνίες και τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου. Και το καταφέρνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αφήνοντας ενίοτε μια απαλή ιδέα θλίψης να φανεί σε μερικές από τις ιστορίες του.Με μαγικό ρεαλισμό και παραμυθένια ατμόσφαιρα.


Ζούμε σε μια εποχή δύσκολη, μια εποχή οικονομικής κρίσης. Μια εποχή που ο θάνατος όπως και να το κάνουμε τρομάζει.Το βιβλίο του Χωμενίδη «στην Δευτέρα Παρουσία σας μας βάλουν απουσία» προσπαθεί επιτυχημένα να τον ξορκίσει. Είμαι σίγουρος πως τον Χωμενίδη δεν τον έχουμε χορτάσει κι ούτε θα τον χορτάσουμε ποτέ. Τουλάχιστον εγώ πάντα θα περιμένω με ανυπομονησία το επόμενό του βιβλίο. Προς το παρόν, χαιρόμαστε αφάνταστα που επέλεξε την Κέρκυρα ως τόπο ξεκούρασης και δημιουργίας. Για ένα πράγμα να είσαι σίγουρος, Χρήστο, η Κέρκυρα θα σε εμπνεύσει και με το παραπάνω.
Ευχαριστώ. 
Ομιλία του συγγραφέα Νίκου Παργινού στην παρουσίαση του βιβλίου 
"στην Δευτέρα Παρουσία ας μας βάλουν απουσία" του Χ. Α. Χωμενίδη
στην Έκθεση Βιβλίου Κέρκυρας την Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011