Δευτέρα, Δεκεμβρίου 17, 2012

ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΑΥΡΟ

Ομιλία Νίκου Παργινού
στην παρουσίαση του βιβλίου στην Κέρκυρα
στο βιβλιοπωλείο "Πλους" στις 15 Δεκεμβρίου 2012

Φίλες & φίλοι. Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό ενός νέου και ταλαντούχου συγγραφέα, για να πω κι εγώ από την πλευρά μου δυο λόγια για το νέο του βιβλίο. Είναι μεγάλη η χαρά μου, που βρίσκομαι κι ανάμεσά σας, σε φίλους της γραφής και της ανάγνωσης, σ’ ένα από τα ιστορικά βιβλιοπωλεία της πόλης. Και είναι ιδιαίτερη η τιμή που γίνεται στο πρόσωπό μου, να σταθώ απέναντί σας και να σας μιλήσω για ένα πραγματικά αξιόλογο βιβλίο «ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΑΥΡΟ» του Τάσου Ψάρρη.
Είμαι από εκείνους που γνώρισα τον Τάσο Ψάρρη μέσα από ετούτο το βιβλίο του. Δυστυχώς δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω μέσα από τις μεταφράσεις του, τα διηγήματα ή τα ποιήματά του που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά. Δεν σας κρύβω, όμως, πως το βιβλίο στάθηκε η καλύτερη αφετηρία για μια πραγματικά απολαυστική αναγνωστική διαδρομή σε όλο το έργο του.Μα πάνω από όλα, επιτρέψτε μου, απόψε, βρίσκομαι εδώ, δίπλα του κι ανάμεσά σας, για να τον ενθαρρύνω μ’ όλη μου την καρδιά σε τούτη τη μεγάλη προσπάθειά του. Πιστέψτε με, είναι πολύ δύσκολο για έναν νέο συγγραφέα να βρει συμμάχους σε τούτες τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Εκδότες που κοιτούν μόνο το κέρδος, καταξιωμένοι συγγραφείς που σε κοιτούν αφ’ υψηλού και είναι έτοιμοι να σε κατασπαράξουν, δημοσιογράφοι και κριτικοί που απαξιούν να ασχοληθούν καν μαζί σου, φίλοι που νιώθουν να απειλούνται από την όποια αναγνώρισή σου, δικοί σου άνθρωποι που σε συμβουλεύουν να ασχοληθείς με κάτι διαφορετικό και πιο προσοδοφόρο… θέλετε μήπως κι άλλους; Κι επειδή, κάποτε, πριν από μερικά χρόνια, κι εγώ υπήρξα ένας ταπεινός αναγνώστης που έβρισκε το κουράγιο να πάρει μολύβι και χαρτί και να αποτυπώσει τις αγνές του σκέψεις, και να αναζητήσει την καταξίωση στο λογοτεχνικό κατεστημένο, δεν το σκέφτηκα καθόλου και ήμουν σίγουρος για την επιλογή μου να γνωρίσω από κοντά τον Τάσο. 

Ο Πάμπλο Πικάσο, ο μεγάλος Ισπανός ζωγράφος, έλεγε πως: Η τέχνη είναι ένα ψέμα, ένα ψέμα που μας βοηθάει να ανακαλύψουμε την αλήθεια. Πάνω σε τούτη τη θεωρία, κατά την ταπεινή μου άποψη, στηρίζει όλο του το συγγραφικό οικοδόμημα ο Ψάρρης στο βιβλίο του «ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΑΥΡΟ». Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, άνθρωποι καθημερινοί αλλά και ιδιαίτεροι, που κουβαλούν όπως όλοι μας, τα σημάδια της μοίρας στις πλάτες τους, οδηγούνται κατά τη διάρκεια της αφήγησης, μαεστρικά, μέσω της τέχνης, σε μια διαφορετική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια της ανθρώπινης λογικής. Και μέσα από τούτη τη δυναμική ψευδαίσθηση της ζωγραφικής ανακαλύπτουν την καλά κρυμμένη αλήθεια που αδυνατούσαν να φωτίσουν μέχρι τότε. Ο συγγραφέας παίζει με το φως σε τούτο το βιβλίο. Δεν σας κρύβω, πως κάθε φορά, σε κάθε βιβλίο, επιχειρώ να αναλύω τον τρόπο γραφής του συγγραφέα, αποκωδικοποιώ το κείμενο ψάχνοντας πίσω από τις λέξεις γι’ αυτό το ιδιαίτερο κάτι που θα με τραβήξει να γυρίζω παθιασμένα τις σελίδες. Ο Τάσος, λοιπόν, φωτίζει τις σκιές στις ζωές των πρωταγωνιστών του βιβλίου του με το ιδιαίτερο μαύρο χρώμα, όσο κι αν φαίνεται παράξενη ετούτη η επιλογή του. Μέσα από τη θεραπευτική δράση της ζωγραφικής, φέρνει στο προσκήνιο τις πληγές που η ίδια η ζωή έχει δημιουργήσει στους ήρωές του και κατορθώνει να τις επουλώσει μέσω των χρωμάτων ταξιδεύοντάς μας στο χώρο και τον χρόνο. Και η επιλογή του μαύρου, άλλωστε, φαντάζομαι πως δεν είναι τυχαία. Το μαύρο χρώμα συμβολίζει το απόλυτο μυστήριο, αυτό που προκαλεί τον φόβο αλλά και ελκύει όπως κάθε τι σκοτεινό. Δεν έχει να κάνει με επιφανειακές ερμηνείες, διαθέτει το βάθος εκείνο που χρήζει εξονυχιστικής αναζήτησης, είναι αθέατο, σκοτεινό, μυστηριώδες.  Άλλωστε η ζωγραφική είναι το καλύτερο και πιο θαυματουργό φάρμακο. Είναι ο καταλληλότερος σύμμαχος για να επουλώσουμε κάθε είδους τραύματα μετατρέποντας την απογοήτευση και το πένθος σε ελπίδα.  

Ένας άλλος μεγάλος Γάλλος ζωγράφος, ο Ζώρζ Μπράκ, υποστήριζε πως: Η τέχνη γίνεται μόνο και μόνο για να μας αναστατώνει. Η επιστήμη από την άλλη για να διαβεβαιώνει. Ο Ψάρρης δείχνει να ισορροπεί κάπου ανάμεσα, να συνδυάζει με τον καλύτερο τρόπο και τα δυο. Άλλωστε δεν μπορεί ως νέος συγγραφέας να αποποιηθεί τόσο εύκολα τον ρόλο του επιστήμονα που τον σημαδεύει.Με την γραφή του, όμως, όσο πρωτόλεια κι αν είναι, μας αποδεικνύει πως μπορεί να κερδίσει το προσωπικό του στοίχημα και να διαβεί το μονοπάτι αναδεικνύοντας το ταλέντο του, βάζοντας τη δική του σφραγίδα στο πέρασμά του. Ο λόγος του σε όλο το βιβλίο δείχνει να ρέει. Ο Ψάρρης φροντίζει να γεμίζει σε τακτά χρονικά διαστήματα το κείμενό του με λεκτικές αποχρώσεις που παραπέμπουν τον αναγνώστη σε άλλες εποχές αποδεικνύοντας πως έχει την ικανότητα να απεικονίζει τόσο τους ήρωές του, όσο και το σκηνικό που διαδραματίζει τα γεγονότα του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν είναι όμως η γραφή του τόσο εύκολη όσο μοιάζει με την πρώτη ματιά. Μοιάζει με τα ζωγραφικά έργα που θαρρείς πως μπορείς να τα ερμηνεύσεις αλλά ξεχνάς πολλές και σημαντικές πτυχές που θα μπορούσαν να τα ερμηνεύσουν διαφορετικά. Το βιβλίο, στοιχειώνει στα χέρια του αναγνώστη, και μοιάζει να σε τραβάει στο σκοτεινό του υπόβαθρο, μοιάζει να σκοτεινιάζει σε κάθε σελίδα που γυρνάς όλο και πιο πολύ. Μέχρι που στο τέλος θυμήθηκα αυτό που υποστήριζε ο Δαρβίνος για τους μαθηματικούς και τους οικονομολόγους σαν τον Τάσο. Μαθηματικός, έλεγε ο Δαρβίνος, είναι ένας τυφλός μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που ψάχνει για μια μαύρη γάτα που δεν είναι εκεί. Κι αυτό ήταν το κάτι του βιβλίου που με καθήλωσε στις γραμμές του, αγαπητοί μου φίλοι. 

Ο Τάσος, στήνει το παιχνίδι του καλά στη σκακιέρα της συγγραφής. Ένα κοριτσάκι, η Χαρά, και η μητέρα της, η Ξένια, μετακομίζουν σ’ ένα απομονωμένο σπίτι στο βουνό. Απώτερος στόχος τους είναι η καταφυγή στη γαλήνη και την ηρεμία της φύσης και η διαφυγή από ένα τραγικό γεγονός, μια οδυνηρή πραγματικότητα που σημάδεψε τη ζωή τους. Εξ αρχής, μοιάζει το μαύρο να καλύπτει κάθε προσπάθεια του αναγνώστη να φωτίσει το παρελθόν των ηρώων του βιβλίου. Μέχρι που ένας ιδιόμορφος γείτονας, ένας μυστηριώδης ζωγράφος, ο Θόδωρος, θα επηρεάσει με απρόσμενο τρόπο τις ζωές τους μυώντας την Χαρά στα μυστικά της ζωγραφικής. Κι είναι το ίδιο το μαύρο που όσο περνά η ώρα, όσο ξετυλίγεται η ιστορία, φωτίζει το παρελθόν καθορίζοντας το μέλλον. Η ιστορία μοιάζει με πραγματεία περί τέχνης σε μερικά σημεία, ή με δοκίμιο περί ανθρωπίνων σχέσεων, γι’ αυτό άλλωστε δεν είναι κι εύκολη η ανάγνωσή του. Δεν είναι τυχαία η σκόπιμη αναφορά σε διάφορους πίνακες που περιγράφονται με έξυπνο τρόπο στο βιβλίο, ούτε οι εμπεριστατωμένες αναλύσεις και οι απόψεις περί τέχνης. Πέρα όμως από ο,τιδήποτε άλλο, το βιβλίο είναι μια χαρισματική διήγηση που κυλά αργά αλλά σε αποζημιώνει με την απόλαυση και τη μαγεία της ανάγνωσης. Δεν σας κρύβω πως η γραφή του Τάσου, με μάγεψε από τις πρώτες σελίδες. Οι περιγραφές του, οι λογοτεχνικές του βουτιές στα ενδότερα των χαρακτήρων ακόμα και οι επιτηδευμένες λεπτομέρειες που προσθέτουν αυτή την αίγλη σε ένα μυθιστόρημα, έκαναν τις σελίδες να κυλούν γρήγορα, κι έτσι το βιβλίο, παρά τη μεγάλη του έκταση, δεν αποδείχθηκε κουραστικό. 

Κάποτε, ένας άλλος μεγάλος Γερμανός ζωγράφος, ο Πάουλ Κλέε, όταν τελείωσε τον πίνακά του «Μπροστά στις Πύλες του Καϊρουάν» έγραψε στο ημερολόγιό του: Το χρώμα κι εγώ είμαστε πια ένα. Είμαι ζωγράφος! Κάπως έτσι ένιωσα κι εγώ διαβάζοντας το βιβλίο του Τάσου, το μαύρο χρώμα να κυριαρχεί και να με σαγηνεύει, και το βιβλίο να γίνεται ένα και το αυτό με το υπόστρωμά του. Τάσο, κλείνοντας, επίτρεψέ μου, μια αδερφική συμβουλή. Το πέρασμά σου από την πύλη της συγγραφής σίγουρα βάφτηκε στο αγαπημένο της χρώμα. Η ίδια η γραφή είναι σαν το χρώμα, σε καταδιώκει, κι ο δρόμος της, πίστεψέ με δεν έχει γυρισμό, μέχρι που γίνεσαι ένα με τις λέξεις, με το κείμενο, με το βιβλίο, τόσο που παύεις να ζεις στο σήμερα και στο τώρα και συναντάς τον άλλο σου εαυτό στο κάπου και το κάποτε. Συνέχισε, λοιπόν, τη δύσκολη πορεία που χάραξες, κόντρα στο ρεύμα της εποχής και τις σειρήνες των καιρών, δεσμεύοντας το μαύρο χρώμα στους γραμματικούς χαρακτήρες των ιστοριών σου.

Σας ευχαριστώ

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2012

"Το αγαπημένο της μαύρο" στην Κέρκυρα

Το Σάββατο 15 Δεκεμβρίου στις 20:30 το βιβλιοπωλείο ΠΛΟΥΣ παρουσιάζει στο αναγνωστικό κοινό της Κέρκυρας τον συγγραφέα Τάσο Ψάρρη και το βιβλίο του "Το αγαπημένο της μαύρο". Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή αποδέχθηκα την πρόσκληση τους να προλογίσω την εκδήλωση και να πω δυο λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2012

Κράτα μου το χέρι - ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΜΑΛΟΥΚΑΣ

Ένας άνθρωπος φτάνει μια νύχτα σε μια άγνωστη πόλη. Έχει αφήσει πίσω την προηγούμενη ζωή του θέλοντας να ξεφύγει από την κατάρα που τον συνοδεύει. Τώρα έχει μοναδικό σκοπό του τη συγγραφή του βιβλίου του.

Τα λεφτά που διαθέτει του επιτρέπουν να νοικιάσει μόνο ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο πίσω μέρος μιας ψηλής πολυκατοικίας στην πρόσοψη της οποίας υπάρχει ένα μεγάλο σινεμά. Ο εκκωφαντικός θόρυβος από τα ηχεία του σινεμά όμως τον υποχρεώνει να περνάει τις ώρες των προβολών έξω από το σπίτι του.

Εκείνες τις απογευματινές, και κυρίως τις βραδινές, ώρες θα περιπλανηθεί στην πόλη, απόλυτα προσηλωμένος στο σκοπό του, ώσπου η μοίρα θα στείλει στο δρόμο του μια πολύ νεαρή κοπέλα που ζει στη σκιά κάποιων σκοτεινών και απεχθών ανθρώπων. Η συνάντηση αυτή θα είναι η καταστροφή ή η σωτηρία του…

Ένα αλληγορικό και συμβολικό μυθιστόρημα, ένα μοντέρνο παραμύθι για την ύπαρξη, τη μοναξιά, το τέλος και την αιώνια μάχη του Καλού και του Κακού.

Φίλε Δημήτρη, καλοτάξιδο.

Τρίτη, Αυγούστου 07, 2012

Το "Ταξιδεύοντας στον χρόνο" στην Κέρκυρα




Ομιλία Νίκου Παργινού στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου της Άννας Ίρις στην έκθεση βιβλίου της Κέρκυρας στις 5 Αυγούστου 2012.


Φίλες & φίλοι. Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό μιας νέας συγγραφέως, για να πω δυο κουβέντες για το πρώτο της βιβλίο. Η χαρά μου είναι ακόμα μεγαλύτερη, γιατί όλα αυτά γίνονται στο περιθώριο μιας γιορτής για το βιβλίο, μιας γιορτής που τόσο μεγάλη ανάγκη έχει η Κέρκυρα, ειδικά αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Είναι η δεύτερη φορά που καλούμαι να συμμετάσχω σε τούτη τη γιορτή παρουσιάζοντας ένα βιβλίο στο αναγνωστικό κοινό του νησιού και πραγματικά ελπίζω μέσα από την καρδιά μου ετούτη η προσπάθεια του Συλλόγου των Βιβλιοχαρτοπωλών του νησιού να γίνει ετήσιος θεσμός που θα παραμείνει στον χρόνο.

Είμαι από εκείνους που γνώρισαν την Άννα Ίρις μέσα από τις συμμετοχές της στις τηλεοπτικές παραγωγές και η αλήθεια είναι πως δεν γνώριζα για την ενασχόλησή της τόσο με τη ζωγραφική και την γλυπτική, όσο φυσικά και για τη συγγραφή σεναρίων. Η πρώτη της συγγραφική απόπειρα, το μυθιστόρημα «Ταξιδεύοντας στον χρόνο» αποτέλεσε για μένα, πρώτα από όλα, μια καλή ευκαιρία για να ανακαλύψω την Άννα πέρα από την επιφάνεια του τηλεοπτικού και κινηματογραφικού φακού, την Άννα όχι της υποκριτικής, αλλά την Άννα της λογοτεχνικής γραφής και φαντασίας. Αυτήν λοιπόν, την Άννα θα προσπαθήσω να σας περιγράψω απόψε με λίγα λόγια.

Ξέρετε,  εμείς οι συγγραφείς, να σας αποκαλύψω κάτι, δεν διαβάζουμε ποτέ τους συναδέρφους μας, έχουμε πάντα όμως την τάση να τους αναλύουμε. Αυτό που συνάντησα, λοιπόν, πρώτα από όλα, στη γραφή της Άννας και στις σελίδες του βιβλίου της «Ταξιδεύοντας στον χρόνο», ήταν αυτό το αγνό αίσθημα που μεταφέρει στο χαρτί η πρωτόλεια γραφή. Το αίσθημα της προσωπικής της ανησυχίας να κερδίσει το στοίχημα με τον ίδιο της τον εαυτό. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το πρώτο βιβλίο το γράφεις πρώτα από όλα για εσένα. Είναι η πύλη που σε μεταφέρει από τη μεριά του αναγνώστη στη μεριά του συγγραφέα.

Το δεύτερο που θα ήθελα να αναφέρω, ήταν κι αυτό που μου τράβηξε εξ αρχής το ενδιαφέρον και με ώθησε να διαβάσω αυτό το βιβλίο και δεν είναι άλλο από το θέμα με το οποίο καταπιάνεται το βιβλίο, ο χρόνος. Ένα θέμα που με απασχολεί κι εμένα διεξοδικά σ’ όλα μου τα βιβλία και που με συναρπάζει πολύ να καταπιάνομαι μαζί του. Λένε, λοιπόν, για τον χρόνο, πως είναι πολύ αργός γι’ αυτούς που περιμένουν, πολύ γρήγορος γι’ αυτούς που φοβούνται, πολύ μακρύς γι’ αυτούς που πονούν, πολύ σύντομος γι’ αυτούς που διασκεδάζουν, και αιώνιος για τους ερωτευμένους. Ο Τζον Στάινμπεκ, ο Αμερικανός νομπελίστας, έλεγε χαρακτηριστικά, και σωστά για μένα, πως: ο χρόνος είναι ο μόνος κριτικός χωρίς προσωπική φιλοδοξία, οπότε, θα σας έλεγα να μην πάρετε τις μετρητοίς τα σχόλιά μου, την προσωπική μου άποψη καταθέτω. Κάθε βιβλίο, και κάθε συγγραφέας, να ξέρετε πως αναγνωρίζεται κάθε φορά όσο του αξίζει στο διάβα του χρόνου, κι όχι από τις απόψεις των κριτικών, των φίλων ή των επικριτών του. Από την άλλη, και κάθε βιβλίο θέλει τον χρόνο του. Και για να γραφτεί και για να διαβαστεί. Και μια πρώτη σαφής ένδειξη για ένα βιβλίο είναι αυτός ο χρόνος που σπαταλάς για να το διαβάσεις. Όταν το απολαμβάνεις, παύει να είναι σπατάλη χρόνου. Κι αυτό συνέβη με το βιβλίο της Άννας. Το ταξίδι στις σελίδες του πραγματικά το απόλαυσα.

Για να δημιουργήσεις ένα δυνατό βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις πρώτα από όλα ένα δυνατό θέμα. Κι αυτό το κάνει η Άννα, αφού καταπιάνεται διεξοδικά με τον χρόνο και τα μυστήριά του. Τον χρόνο, που παραμένει και για μένα, όπως και για τους περισσότερους από εμάς, φαντάζομαι, ένα αίνιγμα. Άλλωστε, ανέκαθεν, ο χρόνος και το μυστήριό του αποτελούσε κι αποτελεί αντικείμενο εξονυχιστικής μελέτης τόσο από την επιστήμη όσο και από την τέχνη. Πέρα από ο,τιδήποτε άλλο, το βιβλίο της Άννας είναι για μένα ένα προσωπικό μανιφέστο, μια προσωπική καταγγελία που αγκαλιάζει μαεστρικά τους τέσσερις πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες του και παλινδρομεί με μαεστρία, στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Και, πιστέψτε με, είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να ξορκίσεις το παρελθόν που σε κυνηγά, το να γράψεις ένα βιβλίο επιχειρώντας να κατευνάσεις το θεριό που λέγεται χρόνος. Κι αν θέλετε την προσωπική μου άποψη, το καταφέρνει αυτό η Άννα με το βιβλίο της, να μας ταξιδέψει στον χρόνο, να μας κάνει να παλέψουμε μαζί του μέσα  στις σελίδες του, και να αλλάξει την ψυχοσύνθεσή μας ανάλογα με την περίσταση, τον πρωταγωνιστή και το πότε.

Κορυφαία μορφή του βιβλίου είναι αναμφίβολα η αινιγματική πρωταγωνίστρια, η Κάρι, που αποτελεί έναν από τους τέσσερις πυλώνες των ηρώων του, ίσως τον πιο αινιγματικό, ίσως όμως κι εκείνον που διαδραματίζει και τον καθοριστικότερο ρόλο στην ροή της ιστορίας. Στο ξεκίνημα μιας νέας καθημερινότητας έρχεται αντιμέτωπη μ’ όλα όσα την κράτησαν στη ζωή, αλλά και μ’ εκείνα που βρίσκονται στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και της φαντασίας. Το χάρισμά της να ταξιδεύει στον χρόνο, αυτό το σημαντικό δώρο, από τη μια την καθιστά ιδιαίτερη και προβληματική αλλά και τόσο ιδιάζουσα και χαρισματική, παλινδρομώντας ανάμεσα στην λογική και την τρέλα. Η συνάντησή της με τους υπόλοιπους ήρωες του βιβλίου, την Έλι, τον Στιβ και τον Κριστόφ, θα σηματοδοτήσει την αλυσιδωτή αντίδρασή που θα αλλοτριώσει τους χαρακτήρες τους και θα αλλάξει ριζικά τη ζωή τους. Θα αποκαλύψει αλήθειες καλά κρυμμένες, θα δρομολογήσει επιστροφές στο παρελθόν, θα τροφοδοτήσει το μέλλον με νέα στοιχεία, θα αποκαλύψει μυστικά, θα φωτίσει σκιές, θα αλλάξει μοίρες. Τα πρόσωπα του βιβλίου θα προσπαθήσουν να αποκαλύψουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Άλλοι θα τα καταφέρουν και άλλοι όχι. Κι ο χρόνος, άλλοτε σταματημένος για μερικούς, άλλοτε στυγνός και απόλυτος για κάποιους άλλους, θα είναι πάντα το θεριό, η χίμαιρα που θα προσπαθούν να εξευμενίσουν για να φθάσουν στα άδυτα του εαυτού τους και να διώξουν τα φαντάσματα που τους κυνηγούν.  Μια ιστορία κι οι τέσσερις, κι όλα μαεστρικά δοσμένα, μοιάζουν με σκοτεινό κόσμο που μέσω της γραφής αποκτά άξαφνα μια μικρή ρωγμή, που είναι όμως ικανή να φωτίσει τα πάντα, σελίδα τη σελίδα, καθώς το φως εισέρχεται σιγά - σιγά, κι αποκαλύπτει αλήθειες, καλά κρυμμένες.

Η Άννα, στήνει το παιχνίδι της καλά στη σκακιέρα της συγγραφής. Δέστε, λοιπόν, κατά την ταπεινή μου άποψη, τι κάνει η αγαπητή Άννα σε τούτο το βιβλίο. Από τη μια η ηρωίδα της, η Κάρι και το χάρισμά της. Κι από την άλλη οι υπόλοιποι ήρωες και οι σκιές του παρελθόντος τους, τα μυστικά τους, ο χρόνος που σπατάλησαν ή εκμεταλλεύτηκαν για να αλλάξουν ή να παραμείνουν. Η αέναη προσπάθειά τους να καταπραΰνουν τις πληγές του.  Εκρηκτικό μέχρι στιγμής το μείγμα, αλλά εκείνη το πάει ακόμα παραπέρα. Από τη μια η αλήθεια, οι αποκαλύψεις, κι από την άλλη οι οδυνηρές συνέπειες. Από τη μια η φαντασία και τα ερωτήματα κι από την άλλη λογική και οι απαντήσεις. Από τη μια ο χρόνος και η καθημερινή μάχη για την επιβίωση, κι από την άλλη το απίστευτο χρονικό ταξίδι στα όρια της τρέλας. Κι ενώ η Άννα, χρησιμοποιεί τον χρόνο και τα σημάδια του για να μας καθηλώσει στις γραμμές του βιβλίου της, βάζει σε εφαρμογή και τα απαραίτητα αναισθητικά της εργαλεία για να χρυσώσει το χάπι της ανάγνωσης. Όλα περιστρέφονται γύρω από την αγάπη, τις σχέσεις, το πάθος, τον έρωτα. Μένει κάτι ακόμα.Το τέχνασμα που θα συνθέσει με τον καλύτερο τρόπο όλα τα παραπάνω και θα δώσει ταυτότητα στο βιβλίο της, ώστε  να μας κάνει να μπούμε ακόμα περισσότερο στην ίδια την ιστορία της.
Είναι το βιβλίο μέσα στο βιβλίο. Η ιστορία της μικρής Λιβ, της ουσιαστικής πρωταγωνίστριας, που ξεπηδά από τις σελίδες ενός άλλου βιβλίου που φέρει τον ίδιο τίτλο και αποτελεί τον καταλύτη που θα ανταμώσει τους ήρωες της ιστορίας. Είναι η παγίδα της Άννας. Από εκεί ξεκινούν όλα κι όχι από την Κάρι. Ένα βιβλίο που γράφεται και αλλάζει τον συγγραφέα του, ένα βιβλίο που διαβάζεται στο περιθώριο της ροής της ιστορίας κι αλλάζει τους αναγνώστες του, ένα βιβλίο που βαπτίζει το βιβλιοπωλείο που θα στεγάσει το σταυροδρόμι της ηρωικής συνάντησης, ένα βιβλίο που θα γίνει αφετηρία και σταθμός για όλους. Κι εκεί που νομίζεις πως πρόκειται για μια συνηθισμένη ιστορία, κι εκεί που νομίζεις πως όλα είναι ευδιάκριτα και αδρά, η Άννα στήνει την παγίδα της και τα καθιστά περισσότερο από ποτέ θαμπά, ακαθόριστα και αναιμικά. Κάπου στη μέση του βιβλίου αρχίζουν να έρχονται οι ανατροπές. Είναι η στιγμή που ο χρόνος αρχίζει να περνάει το ίδιο και για τους τέσσερις πρωταγωνιστές. Ο σταματημένος χρόνος του ενός συναντά αυτόν που προσπερνά τα πάντα με τεράστια ταχύτητα και συντονίζονται στην συχνότητα του βιβλίου, αλλάζοντας τα πάντα. Δεν σας κρύβω πως η γραφή της Άννας, έκανε τις σελίδες να κυλούν γρήγορα. Αν με ρωτάτε, θα προτιμούσα ίσως μια πιο διεξοδική ματιά στους χαρακτήρες του, θα ήθελα κι άλλες λεπτομέρειες από το σκοτεινό παρελθόν τους, αλλά αυτό θεωρήστε το ως επαγγελματική ψύχωση και ιδιοτροπία. Το «Ταξιδεύοντας στον χρόνο» είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα πρότεινα να διαβάσετε ανεπιφύλακτα.

Θα κλείσω μεταφέροντας τα λόγια ενός μεγάλου συγγραφέα, πως οι άνθρωποι αλλάζουν πραγματικά, και η αλλαγή μοιάζει να έρχεται συνήθως σαν ένα ελαφρύ αεράκι που ανακατεύει τις κουρτίνες την αυγή ή σαν το ανεπαίσθητο άρωμα ενός αγριολούλουδου κρυμμένου στη χλόη. Ναι, κάπως έτσι νιώθω ότι αλλάζουμε εμείς οι άνθρωποι με τον χρόνο. Ο χρόνος φαίνεται πως τα αλλάζει όλα, εκτός ίσως από κάτι μέσα μας που μένει έκπληκτο από τούτη την αλλαγή. Άννα, να είναι καλοτάξιδο στον χρόνο το βιβλίο σου. Σας ευχαριστώ.

Δευτέρα, Αυγούστου 06, 2012

Γενέθλια

Πως τον μετράμε αλήθεια το χρόνο; Με μήνες, χρόνια, μέρες, ώρες… Εγώ τον μετρώ με μικρές απόλυτες στιγμές και καθοριστικά γεγονότα. Στιγμές που πέρασαν και χάθηκαν μα άφησαν αναμνήσεις και αποδείξεις ζωής στο διάβα τους. Ηλιοβασιλέματα, κλεφτές ματιές, χάδια και έρωτες, φαγοπότια και γλέντια, συζητήσεις και ρήσεις, περιπέτειες και όνειρα. Άνθρωποι που έφυγαν, άνθρωποι που ήρθαν, υποσχέσεις κι ελπίδες που στιγμάτισαν και καθόρισαν τις στιγμές, μετατρέποντας το τώρα στο τότε.
Ναι, για μένα ο χρόνος μετριέται με στιγμές. Προσωπικές στιγμές. Στιγμές που έρχονται και επιζούν στο υποσυνείδητό μας, επανέρχονται και στοιχειώνουν τα δευτερόλεπτα.
14.977 μέρες δείχνει ο καθρέπτης απέναντί μου. 41 χρόνια. Να τις μετρήσω ή να μην τις μετρήσω τις στιγμές; Σημάδια χρόνου στο διάβα τους. Σημάδια ανεξίτηλα που μένουν και χαράσσουν ουλές και στίγματα. Ο πρώτος έρωτας, οι παιδικοί φίλοι, τα σχολικά χρόνια, οι φοιτητικές τρέλες, τα χρόνια του στρατού, η πρώτη μέρα στη δουλειά, το πρώτο βιβλίο, το δεύτερο, το τρίτο, ο γάμος, η κόρη, ο γιος, όλα. Όλα σε εικόνες που κυλούν και αλλάζουν τις όψεις του καθρέπτη απέναντί μου. Κεράκια ελπίδας που σβήνουν στον χάρτη της καθημερινότητας με το πέρασμα του χρόνου. Γενέθλια.
Να τα γιορτάσω ή να μην τα γιορτάσω τελικά τα χρόνια; Θα τα γιορτάσω. 41 κεριά θα βάλω στην τούρτα κι η κόρη μου θα ξετρελαθεί να τα σβήσει. Να μην ξεχάσω να πάω για σέρβις στις 15.000.

Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2012

Η Γυναίκα της Βορινής κουζίνας


Ομιλία του συγγραφέα Νίκου Παργινού
στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου
στην Κέρκυρα την Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Αγαπητοί φίλες & φίλοι.

Είναι μεγάλη η χαρά και η συγκίνησή μου, που βρίσκομαι σήμερα εδώ, σε τούτον τον ιδιαίτερο χώρο, ανάμεσα σ’ όλους εσάς τους φίλους της ανάγνωσης και του βιβλίου, και δίπλα σ’ έναν άνθρωπο που εκτιμώ αφάνταστα, την Ελένη Γκίκα. Και είναι μεγάλη τιμή για μένα, να έχω τη δυνατότητα να πω δυο λόγια για την Ελένη και το νέο της βιβλίο «Τη γυναίκα της βορινής κουζίνας». Πριν όμως αναφερθώ στο βιβλίο, θα ήθελα, να πω μερικά πράγματα για την Ελένη Γκίκα, τον άνθρωπο που γνώρισα και γνωρίζω από κοντά.

Η Ελένη Γκίκα, η πολυδιάστατη δημιουργός, η ποιήτρια, η συγγραφέας, η κριτικός λογοτεχνίας, η δημοσιογράφος, είναι, όπως και να το κάνουμε, μια ξεχωριστή γυναίκα. Είναι από εκείνους τους ανθρώπους, που όταν τους συναντάς από κοντά σε κερδίζουν μονομιάς. Και πιστέψτε με, δεν χρειάζονται πολλά για να νιώσεις ετούτη τη μαγική αίσθηση. Αυτή η γοητεία που εκπέμπει φαίνεται από την πρώτη κιόλας στιγμή. Στον τρόπο που σου μιλά, στον τρόπο που εκφράζεται, που σε ακούει, που σε παρατηρεί, στον τρόπο που αντιλαμβάνεται την παρουσία σου. Αυτή η διαφορετική γοητεία της είναι που σε συγκλονίζει, αν τύχει και βρεθείς κοντά της. Σαν να ξεπηδά μέσα από τις σελίδες των μυθιστορημάτων που έχει γράψει, σαν στίχος από τα αέρινα ποιήματά της, σαν συνονθύλευμα και απόσταγμα κάθε ηρωίδας και ήρωα που ενσάρκωσε διαβάζοντας, απροστάτευτη και ευάλωτη από τη μια, εύθραυστη μα συνάμα και τόσο δυνατή από την άλλη, ικανή να ξεπεράσει τα πάντα. Η Ελένη μοιάζει να προσεγγίζει τα πράγματα και τις καταστάσεις με τούτον τον ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο που φαίνεται πως τη συνοδεύει παντού. Εκπέμπει μια φωτεινή αύρα που δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητη. Μια αύρα που καλύπτει την κοινή ατμόσφαιρα καθώς βρίσκεσαι δίπλα της και σε παρασύρει θέλεις δεν θέλεις στον υπέροχο κόσμο της. Τον κόσμο της γραφής, της ανάγνωσης, τον κόσμο των βιβλίων. Άλλωστε, η Ελένη είναι τόσο χαρισματική που δεν χρειάζεται μολύβι και χαρτί για να γράψει. Είναι ζωντανή απόδειξη, πως η ποίηση και η δημιουργία δεν είναι απόμακρη και μακρινή. Κι εμένα, αυτό με συγκινεί και με συγκλονίζει ταυτόχρονα. Με συγκινεί γιατί βλέπω πως υπάρχει ζωντανή η σπίθα της ελπίδας που συντροφεύει τον κάθε καλλιτέχνη στο πρόσωπό της. Και με συγκλονίζει, γιατί μπαίνοντας σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο κόσμο της γραφής, συναντώντας τέτοιους ανθρώπους, δεν έχεις πολλές επιλογές, παρά να προσπαθήσεις να τους μοιάσεις.

Σήμερα, όμως είμαι χαρούμενος και για έναν άλλο λόγο. Γιατί, ως άνδρας, καλούμαι να μιλήσω για ένα βιβλίο που είναι αφιερωμένο και αποτελεί ύμνο για τη γυναίκα. Ξέρετε, για αιώνες ολόκληρους, εμείς οι άνδρες αδυνατούσαμε να αποδεχθούμε την ανωτερότητα του γυναικείου φύλου σε πολλά και διάφορα θέματα. Αρνούμασταν ακόμα και να ασχοληθούμε διεξοδικά μαζί τους, πέρα από τα σαρκικές απολαύσεις εμμένοντας στην καταπίεση τους και την αδιαφορία. Δεν είναι τυχαίο πως ο Αριστοτέλης θεωρούσε π.χ. πως οι γυναίκες έχουν λιγότερα δόντια από τους άνδρες. Αν και παντρεύτηκε δυο φορές, ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό να επαληθεύσει αυτή του τη θεωρία, ελέγχοντας τα στόματα των συζύγων του. Ποιος, ο Αριστοτέλης! Με τον καιρό, βέβαια, άλλαξε η συμπεριφορά των ανδρών. Έβλεπαν ότι η επιρροή της γυναίκας στην εξέλιξη της ιστορίας ήταν, αν μη τι άλλο, καθοριστική. Κάθε πόλεμος έκρυβε πίσω του μια από δαύτες.  Κι αρχίσαμε να ονοματίζουμε τους τυφώνες με γυναικεία ονόματα. Γιατί; Γιατί έρχονταν καταπάνω μας θερμοί και υγροί κι έφευγαν με σπίτια και αυτοκίνητα, όπως και οι γυναίκες. Επιχειρήσαμε να τις κατανοήσουμε, να τις καταλάβουμε. Μα κι εκεί αποτύχαμε. «Η μεγαλύτερη ερώτηση που δεν έχει απαντηθεί ποτέ και που ακόμα κι εγώ δεν έχω κατορθώσει να απαντήσω μετά από τριάντα χρόνια έρευνας, έλεγε ο Φρόυντ, πως είναι: “τι θέλει μια γυναίκα;”»

Το νέο μυθιστόρημα της Ελένης «Η γυναίκα της βορινής κουζίνας» αποτελεί, λοιπόν, ένα ζωγραφικό εργαστήρι, που επιχειρεί να προσεγγίσει τη γυναίκα μέσα από τις λεπτομέρειες της καθημερινότητάς της. Μας αναγκάζει να μπούμε στο ρόλο της, να νιώσουμε αυτά που βιώνει, αυτά που ποθεί κι ονειρεύεται. Σκόπιμα η συγγραφέας αναφέρεται στα πρόσωπα τριών γυναικών, τόσο διαφορετικών μα και τόσο ίδιων που θα μπορούσαν να είναι και το ίδιο πρόσωπο. Εύρημα του βιβλίου, αναμφίβολα αυτή η σκιώδης και ακαθόριστη λεπτομέρεια που ακολουθεί τη ματιά του αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος. Κάθε κεφάλαιο ξεδιπλώνει και κάτι νέο, που μας καλεί να εισχωρήσουμε όλο και πιο βαθιά στην ιδιοσυγκρασία τους, και μας καλεί να επιλύσουμε διαφορετικά κάθε φορά το ενδεχόμενο τα τρία πρόσωπα να είναι αντανακλάσεις του ίδιου καθρέπτη. Η Ελένη, μέσα από το βιβλίο της επιχειρεί να εξυμνήσει τις γυναίκες όλου του κόσμου. Ως γυναίκα, ξέρει την ψυχοσύνθεση τους, ξέρει τον κόσμο τους. Γράφει για τις αγωνίες και τα όνειρά τους, τα λάθη και τις ορθές επιλογές τους, μας ξεναγεί στη διαδρομή της πορείας τους στο χώρο και τον χρόνο και μας κάνει μέτοχους της αυτοκριτικής τους διάθεσης να φωτίσουν τις σκοτεινές πτυχές της προσωπικότητάς τους. Φορά το καλό της φόρεμα γράφοντας, και υποδύεται τους πρωταγωνιστικούς ρόλους του βιβλίου της με μαεστρία. Άλλοτε στη βορινή κουζίνα, άλλοτε στο ανατολικό γραφείο, άλλοτε στον δυτικό καθρέπτη. Μα το βιβλίο της Ελένης, επιτρέψτε μου να πω, είναι συνάμα και μια καταγγελία. Μια διαμαρτυρία της σύγχρονης γυναίκας που αγωνίζεται να συνδυάσει τις επιδιώξεις και τα όνειρα με τη στυγνή πραγματικότητα, το παρελθόν με το μέλλον, τη ζωή με το θάνατο. Μια παθιασμένη κατάθεση ψυχής, μια ομολογία για το δράμα, τις πληγές, το σκοτάδι, τις φοβίες, τα βάσανα, τις οδύνες, τα κρίματα, τα χαμένα όνειρα. Κι ένα γυναικείο ξόρκι, από αυτά που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά ψιθυριστά και ξορκίζουν τους αρρωστημένους εφιάλτες χαρίζοντας ελπίδα.

Το βιβλίο μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία. Η Ελένη χρησιμοποιεί άλλοτε λιτή και άλλοτε περίτεχνη γλώσσα για να μας παραπλανήσει και να μας καθηλώσει στο στόχο της. Να μπούμε στο πετσί του ρόλου της, να υποδυθούμε θέλουμε δεν θέλουμε τη γυναίκα που μεταλλάσσεται όπως και η γραφή της, από το ζενίθ στο ναδίρ, από το φως στο σκοτάδι, από το παρόν στο παρελθόν και το μέλλον,  από την φυλακή στην ελευθερία, από την καταδίκη στη δικαίωση. Και η Ελένη δεν μένει εκεί. Χρησιμοποιεί ακόμα ένα τέχνασμα για να χρυσώσει το χάπι της ανάγνωσης και να καταστήσει το βιβλίο ακόμα πιο ελκυστικό. Φιλοσοφεί αριστοτεχνικά ενσωματώνοντας στο κείμενό της στοχασμούς πληθώρας ανθρώπων του πνεύματος, παίζοντας με τις λέξεις, απαντώντας στα ερωτήματα με νέες ερωτήσεις ακόμα πιο επιτακτικές και κρίσιμες. Κι αυτή είναι και η παγίδα που μας στήνει, αν μου επιτρέπετε, να σας αποκαλύψω. Μας καλεί να την ακολουθήσουμε σε τούτο το παιχνίδι, σε τούτο το φιλοσοφικό μονοπάτι, αν θέλουμε να αποκαλύψουμε τα μυστικά της γραφής της, και θέλοντας και μη, ντυνόμαστε τη στολή, το φόρεμά της, αυτό που μας δώρισε για να αντικρίσουμε τις γυμνές αλήθειες της.

Ένας μεγάλος γνωμικογράφος, ο Δημήτρης Καμπούρογλου, έλεγε χαριτολογώντας, ότι αποδεικνύεται περίτρανα πως οι γυναίκες προορίστηκαν να διευθύνουν το σπίτι τους από τον… ορνιθώνα, ο οποίος λέγεται κοτέτσι κι όχι κοκορέτσι… «Εδώ στην κουζίνα της», λοιπόν, γράφει η Ελένη, «μια ζωή παίζονται όλα. Χαρές και λύπες, γεννητούρια και θάνατοι, δύση και αυγή. Και χώρεσε. Όλη της τη ζωή χώρεσε ετούτη η ολόδική της Βορινή Κουζίνα. Ο ναός της και ο τάφος της. Η δύση της, που κάποτε υπήρξε ανατολή». Ποια είναι λοιπόν, εν τέλει αυτή η γυναίκα που απελπισμένα αναζητεί την ταυτότητά της, με αριθμούς και γράμματα χαράζει κάθε μέρα την εξίσωση της ζωής, υπομένει τα πάντα στο περιθώριο του εγκλωβισμού της και λαχταρά εκείνες της καταχωνιασμένες επιθυμίες που κρατά βαθιά ξεχασμένες τόσα χρόνια; Είναι η γυναίκα που παλεύει με τη χίμαιρα του χρόνου, αυτή που παλεύει με την απώλεια κι αντιστέκεται, δεν παραδίδεται στον τρόμο του θανάτου παρότι θρηνεί για ό,τι έχασε.

Μια μεγάλη βρετανίδα συγγραφέας, η Τζην Ρυς, έλεγε πως για τη γυναίκα, η πείνα να είναι όμορφη και η δίψα να αγαπηθεί είναι η πραγματική κατάρα της Εύας. Έλεγε όμως και κάτι άλλο. Το διάβασμα μας κάνει όλους μετανάστες. Μας παίρνει μακριά από τα σπίτια μας, αλλά το σπουδαιότερο, μας βρίσκει σπίτια παντού.

Δεν ξέρω για σας, εγώ πάντως έζησα πραγματικά το νέο βιβλίο της Ελένης, καθώς επιχειρούσα να δω με τα μάτια των ηρωίδων του τον κόσμο. Κι η απόμακρη για μας τους άνδρες γυναικεία φύση, σελίδα τη σελίδα, έγινε ακόμα πιο προσιτή. Τόσο πολύ, που ένιωσα ετούτη η βορινή κουζίνα να είναι η κουζίνα του δικού μου σπιτιού. Σας προσκαλώ να τολμήσετε να γευτείτε το άρωμα που αναδύεται από εκείνη. Άλλωστε, η Ελένη, γράφει για απαιτητικούς αναγνώστες κάθε φορά.

Σας ευχαριστώ.



Τρίτη, Ιουνίου 05, 2012

"Η γυναίκα της βορινής κουζίνας" στην Κέρκυρα

Με μεγάλη χαρά η Κέρκυρα υποδέχεται αύριο την Ελένη Γκίκα για την παρουσίαση του νέου της μυθιστορήματος. Με ιδιαίτερη τιμή θα πως κι εγώ δυο λόγια στην εκδήλωση παρουσίασης του νέου της βιβλίου.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 14, 2012

Το "Φως στο σκοτάδι"

Ομιλία του συγγραφέα Νίκου Παργινού
στην παρουσίαση του βιβλίου στην Κέρκυρα
στις 11/2/2012
 
Φίλες & φίλοι.
Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό μιας νέας και ταλαντούχας Κερκυραίας συγγραφέως, για να πω κι εγώ από την πλευρά μου δυο λόγια για το νέο της βιβλίο. Είναι μεγάλη η χαρά μου, που βρίσκομαι κι ανάμεσά σας, σε φίλους της γραφής και της ανάγνωσης, σ’ ένα από τα αξιόλογα βιβλιοπωλεία της πόλης. Και δεν σας κρύβω, πως κάθε φορά που εισέρχομαι σε τέτοιους ιδιαίτερους χώρους, με σαγηνεύει το άρωμα του τυπωμένου χαρτιού, και η μαγεία που εκπέμπεται από τα βιβλία και βρίσκει τον δρόμο προς την καρδιά μου.

Είμαι από εκείνους που γνώρισα την Μαρίνα Κουλούρη μέσα από τη συγγραφή και το λογοτεχνικό της έργο. Παρότι Κερκυραίοι και οι δυο, δεν είχαμε την τύχη να γνωριστούμε πριν την έκδοση του βιβλίου της. Η αναγνωστική ματιά μου έπεσε τυχαία πάνω σ’ αυτό, και, όπως ήταν φυσικό, έσπευσα να το διαβάσω περισσότερο από περιέργεια και ενδιαφέρον. Την ανακάλυψα, λοιπόν, μέσα από τις σελίδες της γραφής της. Και επεδίωξα να την γνωρίσω και να της μεταφέρω την άποψή μου για το έργο της. Μα πάνω από όλα για να την ενθαρρύνω στη μεγάλη προσπάθειά της. Πιστέψτε με, είναι πολύ δύσκολο για έναν νέο συγγραφέα να βρει συμμάχους στο εκδοτικό στερέωμα, πόσο μάλλον σε τούτες τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Εκδότες που κοιτούν μόνο το κέρδος και τίποτα περισσότερο, καταξιωμένοι συγγραφείς που σε κοιτούν αφ’ υψηλού και είναι έτοιμοι να σε κατασπαράξουν, δημοσιογράφοι και κριτικοί που απαξιούν να ασχοληθούν καν μαζί σου, φίλοι που νιώθουν να απειλούνται από την όποια αναγνώρισή σου, δικοί σου άνθρωποι που σε συμβουλεύουν να ασχοληθείς με κάτι πιο προσοδοφόρο… θέλετε μήπως κι άλλους; Κι επειδή, κάποτε, πριν από μερικά χρόνια, κι εγώ υπήρξα ένας ταπεινός αναγνώστης που έβρισκε το κουράγιο να πάρει μολύβι και χαρτί και να αποτυπώσει τις σκέψεις του, και να αναζητήσει την καταξίωση στο λογοτεχνικό κατεστημένο, δεν το σκέφτηκα καθόλου και ήμουν σίγουρος για την επιλογή μου να γνωρίσω από κοντά την Μαρίνα. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, πριν αναφερθώ στο βιβλίο της, να πω δυο λόγια για τη Μαρίνα Κουλούρη που γνώρισα από κοντά. Πρόκειται, λοιπόν, για μια νέα γυναίκα, έναν ευχάριστο άνθρωπο, μια ταπεινή και μαζεμένη κοπέλα που δείχνει να πατά γερά στα πόδια της, έχει γνώση και επίγνωση, μα πάνω από όλα εκπέμπει αυτή τη λάμψη που μας χαρίζουν οι χαρισματικοί άνθρωποι της τέχνης και της κουλτούρας. Και χαίρομαι πραγματικά που γνωριστήκαμε κι από κοντά, Μαρίνα.

Ο Μολιέρος, ο μεγάλος Γάλλος θεατρικός συγγραφέας, έλεγε πως: Το γράψιμο είναι σαν την πορνεία. Στην αρχή γράφει κανείς για τον εαυτό του. Μετά το κάνει για τους φίλους του. Στο τέλος καταλήγεις να το κάνεις για τα λεφτά. Και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί του. Βέβαια, να σας πω και την δική μου αλήθεια, εγώ ακόμα βρίσκομαι στο δεύτερο στάδιο κι εκεί νομίζω πως θα μείνω. Αυτό που συνάντησα, λοιπόν, πρώτα από όλα στη γραφή της Μαρίνας και στις σελίδες του βιβλίου της «Το φως στο σκοτάδι», ήταν αυτό το αγνό αίσθημα που μεταφέρει στο χαρτί η πρωτόλεια γραφή. Το αίσθημα της προσωπικής της ανησυχίας να κερδίσει το στοίχημα με τον ίδιο τον εαυτό της. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το πρώτο βιβλίο το γράφεις πρώτα από όλα για εσένα. Είναι η πύλη που σε μεταφέρει από τη μεριά του αναγνώστη στη μεριά του συγγραφέα. Η Μαρίνα, λοιπόν, σε μια περίοδο που οι νέοι συνήθως γυρίζουν την πλάτη τους στη γραφή και το βιβλίο, συνεπαρμένοι από τις σειρήνες των μίντια και της σόου μπιζνες, κατάφερε να κάνει κάτι πολύ σημαντικό, να διαβεί με επιτυχία ετούτη την πύλη, αναδεικνύοντας το προσωπικό της ταλέντο, βάζοντας τη δική της σφραγίδα στο πέρασμά της.

Λένε πως υπάρχουν ουσιαστικά δυο κίνητρα για να διαβάσεις ένα βιβλίο. Το ένα είναι για να το απολαύσεις. Το άλλο, είναι για να παινευτείς γι’ αυτό. Δεν σας κρύβω, πως απόψε, εδώ, βρίσκομαι γιατί διαβάζοντας το «Φως στο Σκοτάδι» και το απόλαυσα, αλλά και γιατί θέλω να παινευτώ γι’ αυτό. Για να δημιουργήσεις ένα δυνατό βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις πρώτα από όλα ένα δυνατό θέμα. Κι αυτό το κάνει η Μαρίνα. Η ιστορία του διαδραματίζεται στο Παρίσι του 1940, στη σκιά του πολέμου, εκεί όπου καταφεύγει η ηρωίδα του βιβλίου, αναζητώντας την αποδέσμευσή της από τον φόβο, στη μάχη της επιβίωσης, στο κυνήγι της ελευθερίας. Το βιβλίο, πέρα από ο,τιδήποτε άλλο, είναι μια ερωτική ιστορία που αγκαλιάζει μαεστρικά ένα τρίγωνο από χαρακτήρες και παλινδρομεί, όπως και κάθε ερωτική ιστορία, μεταξύ της φαντασίας και της λογικής, της εξουσίας και της επανάστασης. Κορυφή του τριγώνου η αινιγματική πρωταγωνίστρια του βιβλίου που μέσα από τις σελίδες του, ξεδιπλώνονται οι αναπόφευκτες συγκρούσεις που καλείται να αντιμετωπίσει, τόσο εντός της, όσο και στο περιβάλλον της, που καθιστούν, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρουσα την πλοκή της ιστορίας. Έρωτας στην σκιά του πολέμου, όνειρα στο σκοτάδι του φόβου, όλα μαεστρικά δοσμένα, μοιάζουν με σκοτεινό κόσμο που μέσω της γραφής αποκτά άξαφνα μια μικρή ρωγμή, που είναι όμως ικανή να φωτίσει τα πάντα, σελίδα τη σελίδα, καθώς το φως εισέρχεται σιγά - σιγά, κι αποκαλύπτει αλήθειες, καλά κρυμμένες.

Η Μαρίνα, στήνει το παιχνίδι της καλά στη σκακιέρα της συγγραφής. Ξέρετε,  εμείς οι συγγραφείς, να σας αποκαλύψω κάτι, δεν διαβάζουμε ποτέ τους συναδέρφους μας, έχουμε πάντα όμως την τάση να τους αναλύουμε. Δέστε, λοιπόν, κατά την ταπεινή μου άποψη, τι κάνει η αγαπητή Μαρίνα σε τούτο το βιβλίο. Από τη μια η ηρωίδα της. Μια Aγγλίδα στο Παρίσι. Μόνη. Κι από την άλλη ο πόλεμος. Ο πόλεμος με το διπλό προσωπείο της εξουσίας και της επανάστασης. Εκρηκτικό μέχρι στιγμής το μείγμα, αλλά εκείνη το πάει ακόμα παραπέρα. Από τη μια ο Γερμανός κατακτητής, από την άλλη ο Γάλλος επαναστάτης. Από τη μια η λογική, το ένστικτο της επιβίωσης από την άλλη η φαντασία, το απόλυτο του πάθους. Από τη μια η επιβίωση στις παρυφές του φόβου, από την άλλη ο κίνδυνος στα όρια της ελευθερίας. Κι ενώ η Μαρίνα, χρησιμοποιεί τον έρωτα και τον πόλεμο για να μας καθηλώσει στις γραμμές του βιβλίου της, βάζει σε εφαρμογή και τα απαραίτητα αναισθητικά της εργαλεία για να χρυσώσει το χάπι της ανάγνωσης. Όλα διαδραματίζονται στο Παρίσι, σ’ ένα σκηνικό που όπως φαίνεται το γνωρίζει πολύ καλά. Η έρευνά της, τα ιστορικά στοιχεία στα οποία ανατρέχει, αλλά και η αγάπη της γι’ αυτήν την πόλη είναι διάχυτα στις σελίδες του βιβλίου. Μένει κάτι ακόμα. Το περιτύλιγμα για να μας κάνει να μπούμε ακόμα περισσότερο στην ίδια την ιστορία της. Η μουσική και η ποίηση. Το παιχνίδισμα με την ιδιότητα της πρωταγωνίστριας και το αναγνωστικό της πάθος, τα τραγούδια και τα ποιήματα που μοιάζουν να καλύπτουν κάθε κεφάλαιο, το καθένα με τον τρόπο του, κι όλα μαζί, να συνθέτουν μια συμφωνία που κάνει το ταξίδι στο χώρο και τον χρόνο πιο εύκολο, πιο μαγικό. Αυτά κάνει σε γενικές γραμμές η Μαρίνα στο «Φως στο Σκοτάδι». Μα όχι μόνο αυτά. Κι εκεί που νομίζεις πως πρόκειται για μια συνηθισμένη ερωτική ιστορία, κι εκεί που νομίζεις πως όλα είναι ευδιάκριτα και αδρά από το φως, η Μαρίνα στήνει την παγίδα της και τα καθιστά περισσότερο από ποτέ θαμπά, ακαθόριστα και αναιμικά. Κάπου στη μέση του βιβλίου αρχίζουν να έρχονται και οι ανατροπές. Γιατί, όπως πολύ καλά μας λέει, το άπλετο φως δεν διαφέρει και πολύ από το σκοτάδι, αλλά και τα ουσιώδη πράγματα δεν βρίσκονται ούτε στο φως, ούτε στο σκοτάδι, αλλά μέσα στη σκιά, κάπου ενδιάμεσα.

Δεν σας κρύβω πως η γραφή της Μαρίνας, με μάγεψε από τις πρώτες σελίδες. Οι περιγραφές της, οι λογοτεχνικές της βουτιές στα ενδότερα των χαρακτήρων, ειδικά της πρωταγωνίστριας, ακόμα και οι επιτηδευμένες λεπτομέρειες που προσθέτουν αυτή την αίγλη σε ένα μυθιστόρημα, έκαναν τις σελίδες να κυλούν γρήγορα, κι έτσι το βιβλίο, παρά τη μεγάλη του έκταση, δεν αποδείχθηκε κουραστικό. Αν με ρωτάτε, θα προτιμούσα ίσως μια πιο διεξοδική ματιά στους σκοτεινούς χαρακτήρες του βιβλίου, αλλά αυτό θεωρήστε το ως επαγγελματική ψύχωση και ιδιοτροπία. Το «Φως στο Σκοτάδι» είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα πρότεινα να διαβάσετε ανεπιφύλακτα.

Κάποτε, κάποιος είπε πως τέσσερα πράγμα είναι πάντα περισσότερα από ό,τι νομίζουμε. Τα χρόνια μας, τα χρέη μας, τα σφάλματά μας και οι εχθροί μας. Ζούμε σε μια εποχή που αρχίζουμε για τα καλά να συνειδητοποιούμε ετούτη την οδυνηρή αλήθεια. Θα κλείσω δανειζόμενος τα λόγια μιας μεγάλης ελληνίδας πεζογράφου, της Έλλης Αλεξίου, της οποίας τα έργα διακρίνονται για τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό τους. Νομίζω ότι είναι η καλύτερη συμβουλή που θα μπορούσαμε να έχουμε στις κρίσιμες μέρες που διανύουμε: Ο άνθρωπος οφείλει να φυτέψει τουλάχιστον ένα δένδρο. Να γεννήσει τουλάχιστον ένα παιδί. Να γράψει τουλάχιστον ένα βιβλίο. Μαρίνα, καλώς όρισες στην όμορφη απλωσιά της μεγάλης Επτανησιακής σχολής. Σας ευχαριστώ.

Τρίτη, Ιανουαρίου 31, 2012

Το "Φως στο σκοτάδι" στην Κέρκυρα

Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή αποδέχθηκα την πρόταση να μιλήσω για το μυθιστόρημα "ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ" της Κερκυραίας Μαρίνας Κουλούρη. Η εκδήλωση που συνδιοργανώνουν το Βιβλιοπωλείο Πλους και οι εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 11 Φεβρουαρίου και ώρα 20:00 στο βιβλιοπωλείο Πλους. Για το βιβλίο θα μιλήσουν ακόμα η Βασιλική Φαρμάκη, που εκπροσωπεί τη λέσχη ανάγνωσης Κέρκυρας και φυσικά η συγγραφέας. Ο ηθοποιός Βασίλης Καββαδίας θα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο με τη συνοδεία ζωντανής μουσικής.

Τρίτη, Ιανουαρίου 10, 2012

Η ζωγράφος Ειρήνη Πέννα για το "Τάγμα της ελπίδας"

Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας. Αγαπητέ Νίκο, σε ευχαριστώ για την πρόσκλησή σου να μιλήσω για ένα εξαιρετικό πραγματικά βιβλίο, «Το Τάγμα της Ελπίδας»

Η δυσκολία που συνάντησα έγκειται στο πώς να παρουσιάσω όλα αυτά τα σημαντικά ζητήματα, τα οποία πραγματεύεσαι χωρίς να αποκαλύψω στοιχεία της πλοκής σε όσους δεν το έχουν ήδη διαβάσει. Έτσι θα κινηθώ στα πλαίσια γενικών αρχών που παρουσιάζεις υπό το πρίσμα της ζωγράφου, καθώς ένας πίνακας είναι το βασικό σου εύρημα για να αναπτυχθεί η ιστορία και οι χαρακτήρες του βιβλίου.

Στο βιβλίο, λοιπόν, ο συγγραφέας έχει εντοπίσει την αντιστοιχία ζωγράφου και συγγραφέα, καθώς ο δεύτερος ζωγραφίζει με τις λέξεις πάνω στις λευκές σελίδες, δημιουργεί ήρωες, δίνει χρώμα σε τοπία και σε συναισθήματα, σε τόπους και σε χρόνους, σε ταξιδεύει, φεύγει και γίνεται ένα με τον ζωγράφο, αλλά και με το δημιούργημά του. Αγγίζει με την πένα του τρόπους σκέψης που γίνονται τρόπος ζωής, έχει το χάρισμα της γραφής, του λόγου και αναλαμβάνει την ευθύνη του, να το χρησιμοποιεί.

Οφείλω, δε, να σε ευχαριστήσω, Νίκο, για το ότι δεν διστάζεις να εξυμνείς τους ζωγράφους - δημιουργούς τους οποίους αποκαλείς «μάγους» αλλά και υπηρέτες του Θεού, εργαλεία επίτευξης του έργου Του, ταγμένους και συντονισμένους με τον Παγκόσμιο Ρυθμό του Σύμπαντος, αποκαλύπτοντας το μυστικό της δημιουργίας:

«Η ουσία του μυστικού κρύβεται στην ανυπαρξία επιθυμίας παρέμβασης στον ρυθμό και στην εγγενή σοφία της Φύσης. Πίστεψε! Μόνο έτσι μπορείς να νικήσεις τον θάνατο», γράφεις χαρακτηριστικά.

Είδα καθαρά τον αγώνα σου για να δώσεις ζωή στο δημιούργημά σου. Αναγνώρισα τα βήματα, ίδια μπροστά στη λευκή σελίδα, ίδια μπροστά στο λευκό καμβά, ακολουθώντας τα κοινά στάδια μέχρι την επώδυνη γέννα:


Φόβος μπροστά στο άγνωστο - στη λευκή σελίδα

Αγωνία  μετά τις πρώτες πινελιές

Ελπίδα για τους δρόμους που αυτές ανοίγουν, μέχρι η έμπνευση να  σε κυριεύσει και ο πίνακας να ολοκληρώνεται σχεδόν μόνος του, ως να έχει νόηση, θέληση και σκοπό.

Όσον αφορά στους πίνακες, ο συγγραφέας είναι σαφής, γράφει για «νεκροτομεία πινάκων», δηλαδή τους βλέπει ως αντικείμενα με ζωή, άξιους να εντρυφήσουμε μέσα τους και να ανακαλύψουμε τα μυστικά τους. Είμαι σίγουρη ότι, αν στη θέση της λέξης «πίνακας» βάλουμε τη λήξη βιβλίο, θα έχουμε ξεκλειδώσει μια από τις μύχιες σκέψεις του Νίκου.

Στην εξέλιξη του βιβλίου εμπλέκει ευρηματικά, φιανομενικά ασύνδετα γεγονότα, τοποθετώντας χαρακτήρες του βιβλίου σε ιστορικά επεισόδια σχεδόν πάντα με κάποια ανατροπή ή έκπληξη προς τον αναγνώστη. 


Όπως είναι κατανοητό και από τον τίτλο του βιβλίου σημαντικό ρόλο στην πλοκή παίζει το «Τάγμα της Ελπίδας», για  το οποίο θέλοντας να μην αποκαλύψω πολλά, όπως και στην αρχή δεσμεύτηκα, θα αναφέρω μόνο τούτο: Ο συγγραφέας δεν διστάζει μέσα από το βιβλίο του Τάγματος να δώσει συνοπτικά οδηγίες ζωής στους αναγνώστες. Κοινές αρχές που πρέπει να διέπουν τις κινήσεις κάθε δημιουργού, είτε πινάκων είτε βιβλίων, είτε κάθε άλλης μορφής δημιουργίας. Μα πάνω από όλα απευθύνεται σ’ εκείνον που θέλει να καταπιαστεί και να πραγματοποιήσει το «Opus Magnum» του, το Μεγάλο Έργο, δηλαδή την δημιουργία του Ανώτερου Εαυτού του. Ο μύστης, ο ερευνητής ακολουθεί μοναχικό δρόμο, αλλά στην πορεία θα αναζητήσει τη συνδρομή φίλων-συνοδοιπόρων κατόχων ψηγμάτων γνώσης, για να δημιουργήσει τον μεγάλο καθρέπτη της Αλήθειας του. Έτσι, ως νόρμα και εδώ, κάθε κάτοχος του πίνακα αν και εστιάζει και βυθίζεται σε αυτόν προστρέχει στη βοήθεια φίλων-ειδικών.

Γιατί τελικά όπως προκύπτει μέσα από τη δράση και την πλοκή του βιβλίου εργαλεία και μέσα υπάρχουν πολλά, ο άνθρωπος όμως είναι αυτός που αποφασίζει – τα χειρίζεται και τέλος υλοποιεί. 

Κλείνοντας πρέπει να σας εκμυστηρευτώ ότι το «Τάγμα της Ελπίδας» μου χάρισε ένα ταξίδι μέσα από πολλά μονοπάτια.  Πέτυχε το στόχο του, όπως κάθε καλό βιβλίο επιδιώκει, να κάνει δηλαδή τον αναγνώστη να σκεφθεί και να στραφεί στον εσώτερο εαυτό του. ‘Όπως και κάθε πίνακας άλλωστε, είναι μια πύλη, με τη διαφορά από τις συνηθισμένες ότι κάθε διαφορετικό άνθρωπο τον οδηγεί σε διαφορετικό προορισμό, αυτόν για τον οποίο έχει εσωτερικά ετοιμαστεί, ακόμα και αν ο ίδιος δεν το έχει ήδη συνειδητοποιήσει.

Ομιλία της ζωγράφου Ειρήνης Πέννα 
στην παρουσίαση του βιβλίου στην 15η Έκθεση βιβλίου Σινιών στις 11/12/2011.