Τετάρτη, Μαΐου 14, 2014

Ο συγγραφέας Τάσος Ψάρρης για τον "Κανόνα της ορθής γωνίας"

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Νίκο Παργινό για την ιδιαίτερη τιμή που μου έκανε να μιλήσω για το βιβλίο του.
Θα ξεκινήσω λέγοντας αυτό που μου ήρθε στο μυαλό μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου: Ο Κανόνας της ορθής γωνίας είναι ένα μάθημα, ένα μάθημα αυτογνωσίας, ένα μάθημα μνήμης το οποίο μας προσφέρεται σε μια εποχή όπου ξεχνάμε γρηγορότερα απ’ ό,τι μαθαίνουμε και θυμόμαστε. Κυρίως όμως είναι ένα σύνθημα, ένα σάλπισμα ξεσηκωμού της σκέψης και του πνεύματος, με μοναδικό στόχο την ανακάλυψη του ίδιου μας του εαυτού. 
Ο Κανόνας της ορθής γωνίας είναι ένα έργο για τον άνθρωπο, για τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης που δεν είναι δεδομένα αλλά εξαρτώνται από το σθένος και την πίστη. Η πίστη του Σταμάτη Βούλγαρη στο να προσφέρει στην κοινωνία και να αφήσει το δικό του απομεινάρι στον κόσμο που εκείνη την εποχή διαμορφώνεται, η λαχτάρα του να αποτελέσει μέρος της ιστορίας χωρίς να αποκηρύξει τα εφηβικά του ιδανικά, σχηματοποιούν μια διαδρομή που ξεφεύγει από το ατομικό πλαίσιο και χαρακτηρίζει μια ολόκληρη εποχή. Γιατί το τρίγωνο που χαράσσει ο Βούλγαρης κατακτώντας τον κόσμο, δεν είναι ατομικό προνόμιο, ούτε αποκλειστικότητα ανθρώπων υπέρμετρα φιλόδοξων ή προικισμένων από τη φύση. Αντιθέτως, ο κανόνας επεκτείνεται σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, φτάνει μέχρι τις προσφυγικές κατοικίες, τους οικισμούς και τις συνοικίες που ο ίδιος χωροθέτησε, αγγίζει καταφρονημένες ψυχές όπως η Φωτεινή, η Ψωροκώσταινα, η μικρή Πενσέλ. Στα πλαίσια αυτής της οικουμενικότητας, οι γραμμές και οι γωνίες περιμένουν την οριστική τους οριοθέτηση, τη χάραξη που αρμόζει σε κάθε απλό άνθρωπο, σε κάθε άνθρωπο με οράματα και ευαισθησίες.
Ο Κανόνας της ορθής γωνίας είναι ταυτόχρονα ένα έργο για την απουσία του ανθρώπου. Το στοιχείο της έλλειψης διατρέχει κάθε στιγμή της αφήγησης και θα έλεγε κανείς, την τροφοδοτεί. Η απουσία της Φωτεινής στοιχειώνει την πορεία του Σταμάτη στα πεδία της μάχης, στα ταξίδια και στην αιχμαλωσία, συμβάλλοντας στη μυθοποίηση της αναζήτησής της. Η απουσία της Ρωξάνδρας από το πλευρό του Ιωάννη στερεί από τον μεγάλο πολιτικό άντρα την προσωπική ολοκλήρωση που κανένα αξίωμα και καμία διπλωματική νίκη δεν μπορεί να εξασφαλίσει. Η απουσία του Ιωάννη από το πλευρό του Σταμάτη και του Σταμάτη από το πλευρό του Ιωάννη σε κρίσιμες στιγμές της ζωής τους, και η ταυτόχρονη απουσία και των δύο από τον τόπο που αγάπησαν και που αισθάνονται ότι τους έχει ανάγκη, ποδηγετεί την ψυχική τους υπόσταση. Το δυσαναπλήρωτο κενό που αφήνει ο θάνατος και των δύο στον τόπο είναι επίσης δεδομένο. Και τέλος, ο θάνατος του Σταμάτη και η απουσία του από το πλευρό του πιστού του υπηρέτη είναι το φιτίλι που πυροδοτεί την αποκάλυψη του βίου του, δίνοντας αφορμή για αυτή την αφήγηση. Μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να διευθετήσει μια άλλη απουσία, την απουσία του Σταμάτη Βούλγαρη από τη σημερινή πραγματικότητα, εκεί όπου του ανήκει δικαιωματικά μια θέση.
Ο Κανόνας της ορθής γωνίας διαβάζεται εύκολα και ξεχνιέται δύσκολα. Ξεχνιέται όσο δύσκολα ξεχνιέται και η εξιστόρηση της ζωής ενός δικού μας ανθρώπου, ενός ανθρώπου που μπορεί να απέχει έτη φωτός από τους περισσότερους από εμάς όσον αφορά τα επιτεύγματα και τις περιπέτειες, αλλά συγκλίνει με τους περισσότερους από εμάς όσον αφορά τα συναισθήματα, τις φοβίες, τη δίψα για ζωή και δημιουργία, τις ανάγκες και τις ευαισθησίες. Είναι ένα έργο που ξεχνιέται όσο δύσκολα ξεχνιούνται και τα λόγια ενός δικού μας ανθρώπου για έναν δικό μας άνθρωπο. Γιατί ο Σταμάτης Βούλγαρης είναι δικός μας άνθρωπος, όπως και ο Θαλής.
Αυτή η ταύτιση δεν επέρχεται αυτόματα, ούτε επιτυγχάνεται χάρη αποκλειστικά και μόνο στην προσωπικότητα των πρωταγωνιστών. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τον ψυχικό τους κόσμο χωρίς να υποπίπτει σε συναισθηματικές ακρότητες, χωρίς να εκβιάζει και να υπερβάλει, αλλά αγγίζοντας επιδέξια τις μορφές τους με την πένα της Ιστορίας που αν χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να μεταμορφώσει μια ιστορική φυσιογνωμία σε αδελφό και φίλο. «Η Ιστορία δεν είναι επιστήμη, είναι τέχνη» έγραψε ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας Ανατόλ Φρανς, και πράγματι, η ρεαλιστική φαντασία του Βούλγαρη, η οποία αποτέλεσε όχημα και οδηγό για το πέρασμά του από την αφάνεια στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων, σε συνδυασμό με τη δημιουργική φαντασία του συγγραφέα, συμβάλλουν σε ένα αποτέλεσμα που εξυψώνει την Ιστορία στα επίπεδα ενός πίνακα ζωγραφικής, τον οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να είχε φιλοτεχνήσει ο Ζακ Λουί Νταβίντ ή  Τζον Κόνσταμπλ, οι αγαπημένοι φίλοι του ήρωα,
Ο συνδυασμός πρωτοπρόσωπης, δευτεροπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης γίνεται χωρίς να κουράζει, και εναρμονίζεται, θα έλεγε κανείς, με την εναλλαγή των συγκινήσεων και των συναισθημάτων. Οι διπλωματικές επιτυχίες του Ιωάννη εναλλάσσονται με τις οικογενειακές και εθνικές ταραχές και οι ηρωικές πράξεις του Βούλγαρη με τον πόνο της αυτοεξορίας και τα προσωπικά διλλήματα. Η δευτεροπρόσωπη αφήγηση, πιο συγκεκριμένα, επιτρέπει την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη, τη σύμπλευσή του με τις ανησυχίες του αφηγητή και την ψυχολογική του αφύπνιση. Ο αναγνώστης νοιώθει τη φωνή του Θαλή να εισχωρεί μέσα του, συναισθάνεται την ταραχή του, ακούει τους κανονιοβολισμούς και τις τουφεκιές που συγκλονίζουν το υπόδουλο ελληνικό έδαφος και μαζί τις σελίδες του βιβλίου. Ο Θαλής μιλάει στον ευεργέτη του λες και τον έχει μπροστά του, προσδίδοντάς του μια χροιά αθανασίας. Αυτή η αθανασία κάνει όλο και πιο αισθητή την παρουσία της όσο κυλάει η αφήγηση, και ταυτόχρονα γίνεται όλο και πιο δικαιολογημένη. Άλλωστε, από την ιδέα της αθανασίας τροφοδοτείται και η ιδέα της εθνικής λύτρωσης που κυριεύει τους ήρωες και την εποχή τους. Η ιστορία του Σταμάτη Βούλγαρη μας μαθαίνει ότι για να μείνει αθάνατος ένας λαός που βρίσκεται αιώνες κάτω από τον ξένο ζυγό, θα πρέπει να αγγίξουν την αθανασία οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι, οι κοινωνοί της γλώσσας, της θρησκείας και των εθίμων. Γιατί η ιστορία ενός έθνους ισοδυναμεί με τις επιμέρους ιστορίες των ανθρώπων του, κι αν αυτές οι ιστορίες μπορούν να αντέξουν στον χρόνο, τότε θα αντέξει και το έθνος. Σε μια εποχή όπου όλα πεθαίνουν πριν ακόμα γεννηθούν, οι άνθρωποι στους οποίους χρωστάμε ένα κομμάτι από τη ανάσα μας και την ύπαρξή μας πρέπει να μένουν ζωντανοί, κι αυτό είναι ένα ακόμα μήνυμα που μας στέλνει ο συγγραφέας.
«Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, κάνει όμως ομοιοκαταληξίες» έγραψε ο Μαρκ Τουέιν, και αυτή η φράση βρίσκει απόλυτη εφαρμογή σε αυτό το έργο.  Η μεταμόρφωση του Σταμάτη Βούλγαρη από έναν φτωχό σιδηρουργό σε ήρωα, στρατιωτικό και άνθρωπο εμπιστοσύνης ομοιοκαταληκτεί με την αναρρίχηση του Ιωάννη στα υψηλά κλιμάκια της διπλωματίας, αλλά και με τη μετάβαση του Αντώνιου από τους δρόμους της Μαδρίτης στην υπηρεσία του μεγαλόψυχου ευεργέτη. Μια παρόμοια αντιστοίχιση υπάρχει ανάμεσα στην ατέρμονη διεκδίκηση της Κέρκυρας και του ελέγχου του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τις μεγάλες δυνάμεις, στην αδιάκοπη, αναζήτηση της Φωτεινής από τον Σταμάτη, νοερή και πραγματική, και στην ατέρμονη διεκδίκηση της αλήθειας από τον Θαλή. Αυτές οι υποβόσκουσες συνηχήσεις, που με λίγη προσοχή μπορεί να τις ακούσει κανείς σαν μελωδίες που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να παράγει, μετατρέπουν το έργο του συγγραφέα σε μουσική σπουδή. Τα σημάδια που αφήνει ο Σταμάτης Βούλγαρης στον πιστό του υπηρέτη είναι τα κλειδιά πάνω στα οποία χτίζεται ο σκοπός, και όλη η αισθητική του έργου.
Το βιβλίο επαναπροσεγγίζει τη σχέση της ιστορίας με τη λογοτεχνία, προτείνοντας μια τεχνοτροπία όπου η πλοκή δεν υπηρετεί τα γεγονότα αλλά τα καθοδηγεί, και όπου η αλήθεια αναδεικνύεται με τη συνδρομή της ψυχής, μέσα από εσωτερικούς διαδρόμους. Είναι ένα βιβλίο που δεν δίνει συμβουλές, ούτε ορίζει. Αντιθέτως, αφήνει το πεδίο ανοιχτό αποτελώντας το έναυσμα για αναζήτηση. Πρέπει να δοθούν απαντήσεις, μας λέει ο Θαλής, ο Βούλγαρης, ο Παργινός, απαντήσεις που θα μας επιτρέψουν να κυκλοφορούμε με ψηλά το κεφάλι, χαράσσοντας και επεκτείνοντας τις δικές μας ορθές γωνίες.

Από την παρουσίαση του βιβλίου στην Λευκίμμη, στις 9 Μαΐου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου