Τρίτη, Μαΐου 13, 2014

Ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός για τον "Κανόνα της ορθής γωνίας"

Η Ιστορία σήμερα δεν έχει ως πρωταγωνιστές πρόσωπα και γεγονότα, αλλά μεγέθη. Δομές. Τους τρόπους των πολλών. Γι’ αυτό και έχει γενικευτεί. Χρήμα και οικονομία, συμφέροντα και εξουσία, ανταγωνισμός και εκμετάλλευση, συλλογικές προσδοκίες και ματαιώσεις είναι συνήθως η βάση για να γραφτεί ένα ιστορικό βιβλίο, ενώ, την ίδια στιγμή, τα πρόσωπα φέρονται ως οι εντολοδόχοι των πολλών και των στιγμών. Ως οι εκφραστές ιστορικών αναγκών ή αδιεξόδων. Δεν έχει σημασία το αν αισθάνονται, αν δρούνε από δικά τους κίνητρα, αν μπορούν να δούνε τη στιγμή ή το μετά, το βραχυπρόθεσμο ή το μακροπρόθεσμο. Κι επειδή η Ιστορία γράφεται εκ των υστέρων, αφού τα γεγονότα έχουν συντελεσθεί και οι συνέπειες είναι ορατές, ο ιστορικός χρειάζεται να αποστασιοποιείται όσο περισσότερο μπορεί από δικές του αυθαίρετες ή τεκμηριωμένες προσωπικές αντιλήψεις πάνω στα πράγματα και στα φαινόμενα και να δίνει όσο το δυνατόν αντικειμενικότητες στις εκτιμήσεις του.
        Αντίθετα, ο λογοτέχνης που ασχολείται με την Ιστορία ως υλικό για την συγγραφή του έχει ένα πλεονέκτημα. Δεν του ζητά κανείς «αλήθεια», αλλά «λογοτεχνική αλήθεια». Δεν του ζητά αντικειμενικότητα, αλλά ικανότητα διείσδυσης στα συναισθήματα των προσώπων, των λογοτεχνικών του ηρώων. Ο λογοτέχνης γράφει από αγάπη  για τους ήρωές του, καλούς και κακούς δεν έχει σημασία, αφού όλοι είναι «παιδιά» του, και να τους προσφέρει στον αναγνώστη ως αφορμή διαλόγου και συμμετοχής στη ζωή τους. Ο λογοτέχνης καλείται να ψάξει το ιστορικό υπόβαθρο των γεγονότων που περιγράφει και μέσα τους εντάσσει τα πρόσωπα που δρούνε, αλλά δεν είναι ανάγκη να κάνει τον επιστήμονα. Το ταλέντο της γραφής και, την ίδια στιγμή, η ικανότητα στην μυθοπλασία αποτελούν τους κανόνες με βάση τους οποίους θα μας προσφέρει ήρωες, γεγονότα, καταστάσεις και θα μας βοηθήσει να απολαύσουμε το έργο του, να χτίσουμε τις δικές μας σκέψεις πάνω σ’ αυτό και να το αξιοποιήσουμε καλλιεργώντας μέσω αυτού την ψυχή μας.
         Αυτό πετυχαίνει για μία ακόμη φορά με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, ο φίλος Νίκος Παργινός. Διαβάζοντας τον Κανόνα της ορθής γωνίας του αρχικά ο αναγνώστης εκπλήσσεται. Πώς μπορούν να συνδέονται δύο μορφές που λειτουργούν σε άλλη κατεύθυνση; Ένας πολεοδόμος, μηχανικός,  γεωγράφος, στρατιωτικός, ζωγράφος, όπως ο Σταμάτης Βούλγαρης, με τον μεγάλο διπλωμάτη, υπουργό, κυβερνήτη, οραματιστή, πολιτικό, όπως ο Ιωάννης Καποδίστριας; Και μάλιστα αυτή η σύνδεση να στηρίζεται στη λογική της ορθής γωνίας και στον κανόνα της. Ποιος είναι αυτός; Για τον συγγραφέα είναι κυρίως οι τόποι της ζωής του Βούλγαρη που σχηματίζουν ορθή γωνία αν τους βάλεις μέσα στο χάρτη. Την ίδια στιγμή όμως αξίζει να μας προβληματίσει και το τι είναι ορθή γωνία, πέρα από το γεωμετρικό, το μαθηματικό της σχήμα. Γιατί η ορθή γωνία είναι η έκφραση σχέσης ανάμεσα σε δύο «ορθογώνιες ευθείες» οι οποίες συναντιούνται σε ένα μοναδικό σημείο και αφήνουν να παράγεται νόημα. Θα μου επιτρέψει ο φίλος Νίκος να πω ότι μία ορθογώνια ευθεία του μυθιστορήματός του είναι ο Βούλγαρης, η άλλη ο Καποδίστριας και το σημείο συνάντησης, εκτός από την κοινή κερκυραϊκή καταγωγή, τα κοινά παιδικά βιώματα με τις σπουδές τους στο λατινικό μοναστήρι της Αγίας Ιουστίνας,  την αγάπη τους για την πατρίδα και τον αγώνα τους αυτή να ελευθερωθεί και την ίδια στιγμή να πατήσει στα πόδια της, είναι η ίδια η ανθρώπινη μοίρα: η αγάπη κι ο θάνατος που μας συνοδεύουν πάντοτε στις σκέψεις, στις πράξεις και στις σχέσεις μας με τους άλλους, είτε αυτοί είναι μικροί και καθημερινοί, είτε σπουδαίοι και πρωταγωνιστές του κόσμου. Όλο το μυθιστόρημα είναι δομημένο σ’ αυτή την διαρκή άφιξη και αναχώρηση από αυτό το ένα σημείο, το οποίο μπορεί να είναι αφετηρία των δύο ορθογώνιων ευθειών ή και ο σχηματισμός του από την  συνάντηση των ευθειών στο ταξίδι τους στο χώρο και στο χρόνο, όπως τα είδη των ανθρώπων σχέσεων. Μπορεί να είναι αφετηριακές για τον χρόνο του καθενός μας, όπως η σχέση μας με τους γονείς και τα αδέρφια μας  και τους  συγγενείς μας ή να έρχονται σε σημεία της ζωής μας που γίνονται αφορμή για ανάπτυξη νέων σχέσεων, νέων ξεκινημάτων, όπως με τα πρόσωπα που πριν μάς ήταν ξένα, τα αγαπήσαμε ή τα μισήσαμε, μα πάντως δεν μας έμειναν αδιάφορα.   
        Η ορθή γωνία εκφράζει νόημα και μάλιστα «το μεταξύ». Ούτε έλλειψη, ούτε πλεονασμός. Είναι η μέση. Είναι εκείνα τα μικρά, πολλές φορές, προσωπικά και ασήμαντα, τα οποία όμως στέκονται στην μέση των μεγάλων επιτευγμάτων ή αποτυχιών μας και μας δίνουν την αίσθηση της πληρότητας ή της ματαίωσης.  Όπως ο έρωτας του Βούλγαρη για τη Φωτεινή. Ο έρωτας του Καποδίστρια για τη Ρωξάνδρα Στούρτζα. Η διάσωση του Θαλή ή Αντώνιου από τον Βούλγαρη και της Φωτεινής και της κόρης της από τον Καποδίστρια. Τα ταξίδια μας. Οι σχέσεις μας με τους δικούς μας. Η προσωπική μας ζωή. Η πίστη μας. Ένας σιδερένιος σταυρός που φορά ο ήρωας, σημάδι της αγάπης. Είναι αυτό που αισθανόμαστε όταν κλείνουμε τα μάτια το βράδυ και μας κάνει να μπορούμε ή να μην μπορούμε να κοιμηθούμε, γιατί μέσα μας νιώθουμε αυτό που μας λείπει ή αυτό που ζητούμε να πετύχουμε  ή ότι είμαστε ήρεμοι γιατί προχωράμε όπως θα θέλαμε.  
          Οι μαθηματικοί, όπως καταγράφει ο συγγραφέας με βάση τον Θαλή τον Μιλήσιο, πρέπει να απογυμνώνουν τα αντικείμενα από την σάρκα τους  και να διατηρούνε εκείνα τα στοιχεία που επηρεάζουν το ερώτημα που αντιμετωπίζουν. Στην μοντέρνα τέχνη υπάρχει ένα ρεύμα που ονομάζεται «νεοπλαστικισμός» ή καλύτερα «καθαρή αφαίρεση». Τα σχήματα, οι γραμμές και τα χρώματα έχουν τις δικές τους απόλυτες, αυτόνομες αξίες και σχέσεις, αποσυνδεδεμένες από κάθε συνειρμικότητα. Το συναίσθημα της ομορφιάς παρεμποδίζεται πάντοτε από την εμφάνιση του αντικειμένου, γι΄ αυτό και το αντικείμενο πρέπει να αποβληθεί από τον πίνακα. Η τέχνη γίνεται ένα διαισθητικό μέσο για την αναπαράσταση των θεμελιακών χαρακτη-ριστικών του σύμπαντος, τόσο ακριβής, όσο και τα μαθηματικά. Όλη η προσπάθεια του νεοπλαστικισμού είναι συνώνυμη με μια προσπάθεια προς την έκφραση μιας πνευματικής πραγματικότητας, με την αναζήτηση μιας μορφής τέχνης που να εκφράζει μια προσωπική θεώρηση του πνευματικού στοιχείου. Κλειδί γι’ αυτό είναι η αφαίρεση των αντικειμένων και ο σχηματισμός ορθών γωνιών!
       Έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας προσπάθησε σ’ αυτό του το μυθιστόρημα να δώσει τις απαντήσεις στα ουσιώδη της ζωής δύο μεγάλων ιστορικών προσώπων. Πιστεύω ότι θα μπορούσε να επιμείνει πιο πολύ στις ψυχές τους, στα διλήμματά τους, στις εσωτερικές τους συγκρούσεις, αποφεύγοντας την συστολή του αφηγηματικού χρόνου, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής τους. Ωστόσο, σκεπτόμενος και τον αναγνώστη, κάτι που είναι σημαντικό, προσπάθησε και σ’ αυτό το μυθιστόρημά του, να μας δώσει πολλή ιστορία. Περιγράφει με τον δικό του αληθινά συναρπαστικό τρόπο την κατάσταση στην Ευρώπη στα χρόνια της ζωής των ηρώων του. Τον Ναπολέοντα. Τον Μέττερνιχ. Τον τσάρο Αλέξανδρο. Τις συγκρούσεις και τους πολέμους. Την Επτάνησο Πολιτεία, τον Αγώνα του 1821. Και την ίδια στιγμή μας κάνει να προβληματιστούμε πάνω σε μορφές όπως ο στρατηγός Βαλόν, ο Δονζελότ, ο Νταβίντ, ο Πουκεβίλ, η δεκατετράχρονη Πενσέλ, αθώο θύμα μιας οργανωμένης   τρομοκρατικής επίθεσης, γεννώντας συνειρμούς και αναλογίες με την εποχή μας.
        Η αφήγηση γρήγορη, με πολλές αναδρομές. Συνήθως με μηδενική εστίαση, ενώ υπάρχουν και σημεία, κυρίως στους διαλόγους του Θαλή με τον Βούλγαρη όπου η εστίαση γίνεται εσωτερική. Ο αφηγητής είναι ενδοδιηγητικός και την ίδια στιγμή ομοδιηγητικός. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη στην καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, πρωτοπρόσωπη  όταν ο αφηγητής Θαλής ή Αντώνιος αναφέρεται στον εαυτό του και δευτεροπρόσωπη όταν αναφέρεται στον αφέντη του,  τον Βούλγαρη, κάνοντας έτσι έναν διάλογο μαζί του, χωρίς να περιμένει απάντηση από αυτόν. Η γλώσσα του συγγραφέα στο τέταρτο μυθιστόρημα είναι πλέον διαμορφωμένη. Δεν αποφεύγει τις προφορικές εκφράσεις του σύγχρονου λόγου και ίσως εδώ είναι μία αδυναμία για ιστορικό μυθιστόρημα, διότι δεν μας δίνει την ευκαιρία πάντοτε να είμαστε στα γλωσσικά δεδομένα της εποχής, σίγουρα όμως είναι ιδιαίτερα προσιτή στον σημερινό αναγνώστη και αυτό δείχνει τουλάχιστον μία συνειδητή επιλογή ρεαλισμού από την πλευρά του συγγραφέα, η οποία για τους νεώτερους αναγνώστες μπορεί να αποβεί πλεονέκτημα.
       Ο Κανόνας της ορθής γωνίας είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Μας γυρίζει πίσω στο χρόνο, όχι για να δούμε τόσο δομές, αλλά μέσα από τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν και εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στην Ιστορία μας. Η Πάτρα, το Ναύπλιο, το Άργος, η Τρίπολη φέρουν ως πόλεις τα σημεία της  έμπνευσης του Σταμάτη Βούλγαρη. Η Ελλάδα, αν δεν είχε στερηθεί του οράματος του Καποδίστρια, ίσως ήταν μια διαφορετική χώρα. Πάντως θα είχε διαφορετικές συντεταγμένες στην πορεία της. Ο συγγραφέας αφήνει ερωτηματικά σε σχέση με την δολοφονία του κυβερνήτη, που ίσως δεν απαντηθούν ποτέ. Σημασία έχει ότι η Ιστορία έχει γραφτεί. Το θέμα είναι σήμερα πώς μπορούμε να βρούμε άλλα νοήματα τόσο στη σχέση μας με το συλλογικό γίγνεσθαι, τον πατριωτισμό μας, τον ρεαλισμό στις σχέσεις με τους Ευρωπαίους, όσο και στην διαχείριση της καθημερινότητάς μας με κανόνα τα χαρίσματα και τις ικανότητες αυτών που μπορούν να γίνουν ηγέτες, όχι μόνο στην πολιτική, αλλά και στην κοινωνία, την θρησκεία, την αισθητική και τον πολιτισμό. Ας ξεκινήσουμε από το καθημερινό μας περιβάλλον και, όπως ο Βούλγαρης, ας κοιτάξουμε να ομορφύνουμε τα σπίτια μας, τον χώρο μας, τη ζωή μας, με την αγάπη για τον άνθρωπο και την καλαισθησία. Προς αυτή την κατεύθυνση η Κέρκυρα μπορεί να ξαναγίνει το σημείο μιας νέας εκκίνησης, με την συμμετοχή όλων μας.
       Αγαπητέ φίλε Νίκο, σου εύχομαι καλοτάξιδο το νέο βιβλίο σου. Είναι θαυμάσιος ο τρόπος που παραθέτεις τα ιστορικά γεγονότα και πολλή η προετοιμασία που έκανες για να μας δώσεις όλο αυτό το υλικό.  Όσοι πιστοί και «όχι απλώς συνένοχοι» αναγνώστες το διαβάσουν, να μπορέσουν να δούνε τον κύκλο της ζωής τους που διέρχεται από τις κορυφές του τριγώνου τους. Όχι για να κλειστούν σ’ αυτό τον κύκλο, αλλά για να τον απλώσουν όσο περισσότερο γίνεται. Για να συναντηθούν με άλλους κύκλους. Για να μπορούμε από κοινού να αναζητούμε νοήματα. Πιο πέρα από τα αντικείμενα τα οποία δεν μας επιτρέπουν να βρούμε τον βαθύτερο, υπαρξιακό μας στόχο: να απαντήσουμε στα ερωτήματα της αγάπης ή του έρωτα και του θανάτου. Σήμερα απαντούνε για μας οι εικόνες ή λιγότερο οι τυπωμένες γραμμές. Άμποτες να απαντήσουμε οι ίδιοι.

Από την παρουσίαση του βιβλίου στην Κέρκυρα στις 7 Μαΐου 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου