Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2014

Σαν σήμερα τον καιρό του ξεσηκωμού...

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
Απόσπασμα 53ου κεφαλαίου 

Πάτρα, 1821

Όταν ακούστηκε η κραυγή της ελευθερίας στους δρόμους της πόλης ήταν απόγευμα, περασμένες έξι της 23ης Μαρτίου. Οι Τούρκοι είχαν δει με καχυποψία τις ύποπτες κινήσεις των Ελλήνων, και είχαν μεταφέρει σχεδόν ένα μήνα πριν τα υπάρχοντά τους στο φρούριο. Λίγες μέρες μετά, στα μέσα του Μάρτη, είχαν οχυρώσει εκεί και τις οικογένειές τους. Κι όταν την 21η του μήνα άρχισε να ξεσηκώνεται η πόλη με σκόρπιες φωνές, αρκούσαν μόνο δυο μέρες για να μετατρέψουν το ήσυχο σκηνικό της ειρήνης σε εφιαλτικό πεδίο μάχης. Οι Τούρκοι τραβήξανε κατά το κάστρο και οι Έλληνες κατά τη θάλασσα, και τότε άρχισαν για τα καλά οι επιθέσεις. Από το γαλλικό προξενείο, ο Φρανσουά Πουκεβίλ και η Σοφία θα γίνονταν μάρτυρες όλων εκείνων των ιστορικών γεγονότων που διαδραματίζονταν στην πόλη. Δίπλα στο προξενείο, το σπίτι ενός προύχοντα καιγόταν και κατέρρεε, ενώ ο άνεμος απειλούσε τώρα και το δικό τους κτήριο. Έντρομοι, οι ακόλουθοι της πρεσβείας και οι γενίτσαροι που είχε υπό τις προσταγές του ο πρόξενος, επιχειρούσαν με υπεράνθρωπες προσπάθειες να καταλαγιάσουν τη δίψα της φλόγας και να το περισώσουν. Όλη η πόλη, όμως, έμοιαζε να πυρπολείται και να ταράσσεται. Οι Οθωμανοί δεν δίστασαν να βάλουν φωτιά σε διάφορα σπίτια. Ολόκληρες συνοικίες καταστρέφονταν, ενώ οι επαναστάτες είχαν επιχειρήσει με πάθος και αυταπάρνηση να κλείσουν τους Τούρκους στο κάστρο. Κι όταν ο ήλιος βασίλεψε κι επικράτησε το κόκκινο φως της φλόγας, ο ουράνιος θόλος έμοιαζε πύρινος, μετατρέποντας σε ακόμα πιο τρομακτικό το σκηνικό. Ο πάταγος από τα σπίτια που κατέρρεαν αλλά και οι κανονιοβολισμοί από το κάστρο, οι βόμβες που έπεφταν τριγύρω, οι κραυγές από τα γυναικόπαιδα που έψαχναν καταφύγιο για να σωθούν από τη μανία του πολέμου, όλα μα όλα, είχαν μετατρέψει σε τρομακτική εκείνη τη νύχτα. Κανείς δεν μπορούσε να κλείσει μάτι, ακόμα κι η γενναία Σοφία, εκείνο το κορίτσι που πλέον είχε μετατραπεί σε μια υπέροχη γυναίκα, έψαξε κάποια στιγμή να βρει παρηγοριά στην αγκαλιά του θείου της δακρύζοντας για τους νεκρούς, την οδύνη και τον θάνατο που τους απειλούσε. Εκείνος, έσπευσε να την αγκαλιάσει και να της δώσει να καταλάβει πως δεν θα άφηνε κανέναν και τίποτα να τους βλάψει. Έσκυψε και φίλησε το μέτωπό της. Εκείνη, σαν να ξαναζούσε τα χαμένα παιδικά της χρόνια, με χαμηλωμένο το κεφάλι και κλειστά τα μάτια ονειρευόταν, πως ίσως όλα θα τελείωναν με το πρώτο αγνό φως της μέρας, μα δεν τολμούσε να εξομολογηθεί τις ανομολόγητες σκέψεις της. Είχε ζήσει τόσα πολλά, τούτη η εξέγερση, όμως, έμοιαζε να είναι τόσο διαφορετική από τις εμπειρίες που είχε βιώσει. Όσο κι αν αποζητούσε μ’ ελπίδα και πάθος τον ξεσηκωμό του ελληνισμού, άλλο τόσο λυπόταν τον άμαχο κόσμο που βρισκόταν στο επίκεντρο των μαχών και δεινοπαθούσε.
           
«Κάτι πρέπει να κάνουμε…», ξεστόμισε σπάζοντας τη σιωπή τους, ενάντια στους απειλητικούς ήχους του πολέμου. Ο Πουκεβίλ, είχε χαθεί στις σκέψεις του. «Θείε, μ’ ακούς; Κάτι πρέπει να κάνουμε με τον κόσμο που αναζητεί καταφύγιο! Είναι τόσος πολύς ο πόνος... Το νιώθω, το αισθάνομαι…», επανήλθε. Εκείνος τη φίλησε στο μέτωπο. Τόσα χρόνια κοντά της, την είχε δει να ωριμάζει και να μεταμορφώνεται απ’ ένα ταλαιπωρημένο και χαμένο κοριτσάκι σε μια εκπληκτική γυναίκα. Όσο έφερνε στο μυαλό του τη μορφή της μητέρας της, τόσο την αναγνώριζε στα μάτια της.

«Προσπάθησε να κοιμηθείς. Αύριο θα δούμε τι θα κάνουμε και τι θα φέρει το φως της μέρας…», της πρότεινε. Επιχείρησε, μάλιστα, να κλείσει για λίγο τα μάτια του, αλλά ένα επίμονο κτύπημα στην πόρτα ήταν αρκετό για να πεταχτούν κι οι δυο όρθιοι. Ο αδερφός του, ο πρόξενος, είχε δώσει ρητή εντολή να μην ανοίξουν σε κανέναν. Ένας γενίτσαρος, όμως, τους ενημέρωνε για μερικά τραυματισμένα γυναικόπαιδα που έψαχναν καταφύγιο για να αποφύγουν τη σφαγή από το μένος των εχθροπραξιών. Δεν άντεξε εκείνη. Σηκώθηκε με βιάση κι έτρεξε προς την πόρτα, παρότι της φώναξε να μην τον εκθέσει με το πείσμα της να αψηφά εντολές. Άδικος κόπος. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο κάλεσμα της και τη βοήθησε κουβαλώντας τους τραυματίες που είχαν ζητήσει την προστασία του. Όλο το βράδυ κάπως έτσι πέρασε, με μικρά διαλείμματα ξεκούρασης που τα μάτια δεν έκλειναν. 

Το φως του ήλιου την επόμενη μέρα ήρθε κι αποκάλυψε τη στυγνή αλήθεια του πολέμου που επιχειρούσε να αποτινάξει από το πίσω μέρος του μυαλού του. Πλήθος που υπέφερε κι έχριζε άμεσης βοήθειας, αλλά και μάχες που εξακολουθούσαν να σπέρνουν τον πόνο και τον όλεθρο απ’ όπου περνούσαν. Πολλοί είχαν ζητήσει βοήθεια και ο πρόξενος δεν την είχε αρνηθεί σε κανέναν, Τούρκο ή Έλληνα. Η Σοφία είχε επιδείξει εκπληκτική ωριμότητα και είχε μετατρέψει το προξενείο σε πραγματικό άσυλο, όπου κατέφευγαν τραυματίες και κατατρεγμένοι. Προσέφερε ιατρική βοήθεια και φροντίδα όπου μπορούσε βάζοντας τον εαυτό της σε δεύτερη μοίρα.

Το μεσημέρι ήταν που έσπευσε να της πάρει δυο κουβέντες. Ήταν τότε που είχαν κοπάσει για λίγο οι πυροβολισμοί και οι οβίδες και είχε εκμεταλλευτεί την αναστολή της μάχης για να πληροφορηθεί νέα και εξελίξεις. Εκείνη, ματωμένη και ατημέλητη, έμοιαζε να έχει αλλάξει όλες ετούτες τις ώρες της έντασης.

«Οι περισσότεροι πρόξενοι των άλλων κρατών ετοιμάζονται να αποχωρίσουν από την πόλη καταφεύγοντας στα πλοία που βρίσκονται στο λιμάνι…», την ενημέρωσε.

«Και λοιπόν;», του απάντησε ψυχρά και κυνικά.

«Σοφία, όλοι φεύγουνε! Θα πρέπει κι εμείς να ετοιμαστούμε. Δεν μπορούμε να σώσουμε όλον τον κόσμο!», της κατέστησε σαφές.

«Φαντάζομαι πως οι πρόξενοι μπόρεσαν κι έσωσαν τους εαυτούς τους, τουλάχιστον…», τον ειρωνεύτηκε.

«Έστειλα μήνυμα στο Μεσολόγγι. Εκεί βρίσκεται ένα γαλλικό καράβι. Του ζήτησα να έρθει στην Πάτρα για να μας πάρει στη Γαλλία…»

«Καλό ταξίδι…», του ευχήθηκε. Την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε προς το μέρος του. Εκείνη γύρισε δυσφορώντας και τον κοίταξε έντονα στα μάτια.

«Σοφία, δεν θα σε αφήσω μέσα στις στάχτες και το μπαρούτι! Υποσχέθηκα πως θα σε προφυλάξω, έδωσα τον λόγο μου στον πατέρα σου!», την προκάλεσε. Σαν να τον είχε μπροστά του, έτσι πεισματάρη και αγωνιστή να μάχεται μ’ όλους και με όλα.

«Πού είναι αλήθεια αυτός ο περιβόητος πατέρας μου; Πού; Κοντά στην κόρη του; Μήπως πολεμά για την πατρίδα του; Μήπως έστερξε να μας διασώσει; Μήπως μας έστειλε φράγκα από το Παρίσι για να εξαγοράσουμε τη σωτηρία μας; Ξέχασέ τον, όπως τον ξέχασα κι εγώ, όπως μας ξέχασε κι εκείνος!»
Δεν περίμενε καν την απάντησή του. Χάθηκε προσπαθώντας να απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων που είχε ήδη υπό την προστασία της. Ήταν σκληρή μ’ όλους και με όλα. Πόσο μάλλον με τον πατέρα που ποτέ δεν γνώρισε. Περισσότερο από όσο θα δικαιολογούσε ίσως η αλήθεια. Την άφησε, είχε άλλα τώρα να φροντίσει, να κατεδαφίσει διάφορες ερειπωμένες ελληνικές κατοικίες που γειτόνευαν με το προξενείο για να το σώσει από τις επιθέσεις και τις βόμβες. Όλη η πόλη έμοιαζε κατεστραμμένη, κραυγές, φωνές, αλαλαγμοί, πυροβολισμοί, κλάματα και οδυρμοί έδιναν και έπαιρναν. Φυγάδες κατέκλυζαν το λιμάνι ψάχνοντας μάταια για μέσο να αποχωρήσουν, ενώ οι δρόμοι της πόλης ήταν γεμάτοι πτώματα.

Το απόγευμα είχε την απάντηση του καπετάνιου από το Μεσολόγγι. Άρνηση. Έφευγε ολοταχώς για Μασσαλία χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Ήταν ίσως η κατάλληλη αφορμή ετούτη η εξέλιξη για να την  προσεγγίσει και πάλι.

«Ο Γάλλος πλοίαρχος αρνήθηκε να μας πάρει…».

«Κάποιον άλλον θα ήθελε να σώσει, τον εαυτό του μάλλον…», τον πίκαρε εκείνη.

«Ένας Άγγλος ευγενής μου υποσχέθηκε να μας βρει πλοίο μέχρι την Κέρκυρα. Μου είπε πως θα μ’ έβρισκε σήμερα, αλλά μέχρι τώρα δεν έχω νέα του…»

«Ούτε κι απ’ αυτόν θα έχεις…». Την έπιασε και πάλι από το μπράτσο. Έμοιαζε σαν να γέρασε μέσα σε δυο μέρες, από την κούραση, την ταλαιπωρία, τον αγώνα, την ένταση, το πάθος.

«Σοφία..», δίστασε για λίγο, αλλά επανήλθε «.. ξεκουράσου λίγο, είσαι άυπνη, νηστική…».

«Δεν πεινάω και δεν νυστάζω…».

Ένιωθε πως την είχε χάσει. Φρόντισε να μην οξύνει τα πνεύματα. Τον έψαχναν. Τους διέκοψαν. Κάποιο πλοίο, του προξένου της Αγγλίας, του διαμήνυσαν. Έπρεπε να πάει προς το λιμάνι. Να δει με τα μάτια του. Ετοιμάστηκε και κατέβηκε προς τη θάλασσα. Μιλιούνια οι φυγάδες στο δρόμο για το λιμάνι εκλιπαρώντας για ένα ναύλο μακριά από τον θάνατο. Ο πλοίαρχος ανένδοτος. Ή ανεβαίνεις τώρα ή φεύγω χωρίς εσένα. Δεν μπορούσε να την αφήσει πίσω. Όχι. Διώχνει μόνο τους γενίτσαρους. Επιστρέφει στο προξενείο. Οι Έλληνες πυρπολούν για αντίποινα τη μωαμεθανική συνοικία. Πατάει επί πτωμάτων για να επιστρέψει. Τα μάτια του δακρύζουν μπροστά σ’ όλα ετούτα που αντικρίζουν. Σπεύδει να τη βρει, να της μιλήσει. Πρέπει, μα το Θεό, να την πείσει, πρέπει να απομακρυνθούν από την εστία του ολέθρου. Μα εκείνη παραμένει εκεί, στον αγώνα της, παρούσα, χωρίς διάλειμμα, χωρίς σταματημό.

Στις 25 του Μάρτη, οι επαναστάτες κηρύσσουν κι επίσημα την Επανάσταση στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, υψώνοντας την εικόνα του Χριστού, αλλά και τη σημαία με τον σταυρό πάνω απ’ όλα τα τεμένη και ιδρύεται το Αχαϊκό διευθυντήριο. Οι ιερείς βαπτίζουν πολλά παιδιά Τούρκων για να εκδικηθούν τις σφαγές και τις κλοπές των νηπίων που τόσα χρόνια δημιουργούσαν στρατούς γενίτσαρων. Οι άρχοντες του Αιγίου εισέρχονται στην πόλη κρατώντας τα κεφάλια πέντε Τούρκων ανά χείρας, ενώ οι πυρκαγιές δεν έλεγαν να κοπάσουν. Τα υδραγωγεία είναι κατεστραμμένα και η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Καπνός και ζέστη κάνουν τη διαβίωση αφόρητη, όπως και οι οσμές, η δυσωδία, η μυρωδιά της στάχτης και του θανάτου, αλλά κι ο ήχος του πολέμου που σε ανατρίχιαζε. 

Την επόμενη μέρα, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υπογράφει διεθνή διακήρυξη της Επανάστασης, την οποία και παραδίδει στους ξένους διπλωμάτες της Πάτρας.

«Θα γράψουμε στους αρχηγούς της επανάστασης. Θα τους συστήσουμε να έχουν το νου τους σ’ όλα εκείνα που αφήνουν πίσω τους οι πρόξενοι των ευρωπαϊκών κρατών…».

«Δεν νομίζω ότι θα τους ενδιαφέρει και τόσο πολύ. Έχουν άλλα στο μυαλό τους…», τον ενημέρωσε κι ίσως δεν είχε άδικο.

Κι όντως, τουρκική δύναμη 300 στρατιωτών, κυρίως ιππικό, με διοικητή τον Γιουσούφ Πασά, αποβιβάζεται στις 3 Απριλίου στην πόλη, συνδράμοντας στις δυνάμεις που υπερασπίζονταν το κάστρο. Οι πολιορκητές αιφνιδιάζονται. Ο στρατός διαλύει γρήγορα τους επαναστάτες, λεηλατεί, καίει και καταστρέφει ό,τι απέμεινε από την πόλη. Το άτακτο και άοπλο επαναστατημένο πλήθος δεν μπορούσε να προτάξει σοβαρή αντίσταση στις οργανωμένες τουρκικές μονάδες. Οι πρόξενοι των ξένων δυνάμεων που ήταν ευμενείς προς τους εξεγερμένους, ιδίως αυτοί της Σουηδίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας, είχαν εγκαταλείψει από μέρες την πόλη διαβλέποντας τα άσχημα. Μόνο ο ουδέτερος Άγγλος πρόξενος, που αρνούνταν να δεχτεί Έλληνες παρέμενε ακόμα στην πόλη. Όλοι οι Έλληνες που δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από την Πάτρα σφάζονται ανελέητα, ανεξάρτητα από το φύλο ή την ηλικία. Μόνο μερικοί τυχεροί βρίσκουν καταφύγιο στο σπίτι του προξένου της Γαλλίας που τους σώζει με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής.

Από το κατάστρωμα ενός αγγλικού πλοίου, ο Φρανσουά Πουκεβίλ έβλεπε γεμάτος θλίψη τους πυκνούς καπνούς που σαν τεράστια πλοκάμια ξεχύνονταν στον ουρανό κι έκρυβαν τον ήλιο που επέμενε να τροφοδοτεί με φως τα σκοτεινά βήματα των ανθρώπων που πάλευαν να γράψουν ιστορία διαπράττοντας το ένα έγκλημα πίσω από το άλλο. Ο πόλεμος σ’ όλο του το μεγαλείο. Κι εκείνος, στο δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα, έτοιμος να αποτυπώσει όλα όσα έζησε όλα αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα της καρδιάς του που δοκιμαζόταν. Στο χέρι του το φυλακτό του Έλληνα μηχανικού που υπηρετούσε τη Γαλλία. Η Σοφία δεν δέχθηκε ούτε καν να το κρατήσει. Του το επέστρεψε.

1 σχόλιο:

  1. Μελίνα10:49 μ.μ.

    Εντυπωσιάστηκα Νίκο μπράβο σου! Χρόνια πολλά για την ημέρα! Να είσαι πάντα καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή