Δευτέρα, Μαΐου 30, 2016

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΤΕΡΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ)

Εισήγηση του ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΝΙΚΟΥ ΠΑΡΓΙΝΟΥ στη διημερίδα:



300 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ

Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή αποδέχθηκα την πρόσκληση να μιλήσω σε τούτη τη σημαντική διημερίδα που αφορά ένα κομβικό γεγονός για την ιστορία του τόπου μας και να συνδέσω ετούτο το ιστορικό γεγονός με τον δημιουργικό κόσμο της λογοτεχνίας.



Είναι μεγάλη η χαρά και η τιμή μου γιατί, πρώτα απ’ όλα, πλαισιώνομαι από εξαίρετους και ιδιαίτερους ανθρώπους του πνεύματος, αλλά και γιατί συναντώ όλους εσάς, τους ευαισθητοποιημένους ανθρώπους της σκέψης, τους λάτρεις της ιστορίας, σε τούτον τον καταπληκτικό και ιδιαίτερο χώρο.

«…Η Κέρκυρα σείεται από τα χτυπήματα που πέφτουν βροχή, παντού φωνές και κραυγές, ενώ ο καύσωνας κάθεται αφόρητος πάνω στα ερείπια. Η κάψα των καμένων σπιτιών σουβλίζει το δέρμα των ανθρώπων, η οσμή των πτωμάτων πικρίζει το σάλιο τους, ενώ οι ακαταπόνητες προσπάθειες υπερβαίνουν κατά πολύ το υποφερτό. Ο στρατάρχης, ο οποίος αναγκάστηκε να προκαλέσει αυτήν την κόλαση, παίρνει κι αυτός μέρος σ’ αυτόν τον κόσμο των βασάνων. Τον ασυννέφιαστο ουρανό δεν τον βλέπει ως χαμόγελο του Θεού, ούτε την καταγάλανη θάλασσα ως το χάδι του θεϊκού χεριού. Το μόνο που βλέπει είναι οι διαβολικές δυνάμεις, οι οποίες, σχηματίζοντας ένα τεράστιο κύμα από σώματα και πυροβόλα, εφορμούν προς έναν σωρό από ερείπια, τον οποίον έχει την υποχρέωση να υπερασπιστεί.
Γι’ άλλη μια φορά στέκεται πάνω στην ακρόπολη, η οποία απειλείται περισσότερο από κάθε άλλο σημείο της πόλεως. Δίπλα του, ο διοικητής της ακροπόλεως Ντα Ρίβα, παρατηρεί τις μονάδες πυροβολικού απέναντι από το νησί του Βίδου, οι οποίες συνεχίζουν να πυροβολούν πάνω από τη θάλασσα τις εγκαταστάσεις των Τούρκων. Μπροστά από την Πόρτα Ρεμούντα σκάνε τεράστιες νάρκες. «Είναι οι δικές μας», φωνάζει ο Ματθίας. «Λιποτάκτες πρόδωσαν την τοποθεσία τους. Υποτίθεται πως θα μας προφύλαγαν από την κύρια επίθεση».
«Προετοιμάζονται», μουρμουρίζει ο Ντα Ρίβα. «Κάποια στιγμή πρέπει να ξεκινήσουν, εκτός κι αν επιθυμούν να μας απωθήσουν βήμα προς βήμα. Τότε ακόμη και τα εγγόνια τους θα είναι σε θέση να έρθουν και να προσφέρουν εδώ ωφέλιμες υπηρεσίες…»

Η πολιορκία του 1716 και το θαύμα του Αγίου μας, αποτελούσε ανέκαθεν για μένα ένα ιστορικό γεγονός που εξέπεμπε μια ιδιαίτερη και διαφορετική αίγλη χρόνο με τον χρόνο. Οι λατρευτικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνταν κάθε φορά, αλλά και όσα μπόρεσα σιγά – σιγά να μάθω μέσα από τα βιβλία, τις μελέτες και τα σκόρπια δημοσιεύματα που έπεσαν κατά καιρούς στα χέρια μου, προσέδωσαν ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις σ’ όσα αισθανόμουν από μικρό παιδί. Δεν σας κρύβω, πως ως ένας άνθρωπος που εδώ και λίγα χρόνια ξεκίνησε δειλά – δειλά μια συγγραφική διαδρομή, που έχει καταγεγραμμένους δυο τίτλους ιστορικών μυθιστορημάτων με κερκυραϊκό χρώμα, ετούτο το γεγονός της πολιορκίας του νησιού αλλά και της σωτήριας επέμβασης του Αγίου μας, με εξιτάρει και με ωθεί να ασχοληθώ κάποια στιγμή μ’ αυτό διεξοδικά, καθώς αποτελεί ένα εξαιρετικό ιστορικό υπόβαθρο και προσωπική πρόκληση για μια νέα αξιόλογη συγγραφική διατριβή. 

Αυτά όμως, δεν αφορούν την παρούσα εισήγηση, παρά αποτελούν προσωπικές μου σκέψεις, που έκρινα σκόπιμο να καταθέσω στη συζήτησή μας. Επιτρέψτε μου όμως, πριν προχωρήσω σε μια παράθεση της βιβλιογραφίας αλλά και μερικών ακόμα μικρών αποσπασμάτων που αφορούν την πολιορκία του νησιού και το θαύμα του Αγίου μας, να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις και κάποιους προβληματισμούς που έχουν να κάνουν με τη σχέση ιστορίας και λογοτεχνίας που ενδέχεται να καθορίσουν ένα σαφές πλαίσιο για περαιτέρω συζήτηση και ερμηνεία.

«Ναι, επιτρέπεται να βιάζουμε την ιστορία…», έλεγε ο Αλέξανδρος Δουμάς, «…με την προϋπόθεση όμως ότι θα της κάνουμε παιδί».  Δυστυχώς, στις μέρες μας, γινόμαστε όλο και πιο συχνά, μάρτυρες άκαρπων ιστορικών βιασμών, βιασμών που αντί να καρποφορήσουν έναν γόνιμο και διαρκή διάλογο με το παρελθόν, εξυπηρετούν ευτελείς σκοπιμότητες και εθνικούς καιροσκοπισμούς. Ένας άλλος συγγραφέας, ο Ισλανδός νομπελίστας Χαλντόρ Λάξνες, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας πως: «Η διαφορά ανάμεσα σ’ έναν μυθιστοριογράφο και σ’ έναν ιστορικό, είναι πως ο πρώτος λέει ψέματα επίτηδες και χάριν αστεϊσμού, ενώ ο δεύτερος λέει ψέματα έχοντας τη φαντασίωση ότι λέει την αλήθεια».  

Η Ιστορία γράφεται πάντα εκ των υστέρων, αφού τα γεγονότα έχουν συντελεσθεί και οι συνέπειές τους είναι ορατές. Ο ιστορικός επιβάλλεται να αποστασιοποιείται από τις προσωπικές του αντιλήψεις και να μεταφέρει στο έργο του την αντικειμενικότητα. Από την άλλη, ο λογοτέχνης που ασχολείται με την Ιστορία ως υλικό για τη συγγραφή του, έχει ένα σαφές πλεονέκτημα, κανείς δεν απαιτεί απ’ αυτόν αλήθεια και αντικειμενικότητα. Ο λογοτέχνης ψάχνει διεξοδικά το ιστορικό υπόβαθρο, συνθέτει μέσα απ’ αυτό υπαρκτούς ή φανταστικούς ήρωες που ξεπηδούν μέσα από τα γεγονότα ή γεννιούνται από το δημιουργικό του δαιμόνιο και καλείται να τους αναλύσει διεισδύοντας στα ανεξερεύνητα συναισθήματά τους. Παράλληλα, μας βοηθάει, απολαμβάνοντας το έργο του, να χτίσουμε τις δικές μας σκέψεις πέρα και πάνω απ’ αυτό, αξιοποιώντας το και καλλιεργώντας μέσω αυτού την ψυχή μας. Είναι όντως γεγονός, πως στα αφηγηματικά έργα διαχέονται ιδέες και προκαταλήψεις, εκλαϊκεύονται επιστημονικές, φιλοσοφικές και ανθρωπολογικές θεωρίες, καθιστώντας το ίδιο το αφηγηματικό έργο ως πολιτισμικό ενδιάμεσο που συντελεί στη διάδοση ιδεών και στη μετάδοση θετικών ή αρνητικών στερεοτύπων. Κι αν η επιστημονική ιστορία και η γραφή της αποτελούν κυρίως επαναπροσέγγιση τεκμηρίων και αναζήτηση της ερμηνείας των φαινομένων, η μυθιστορηματική ιστορία, αποτελεί, κυρίως, πρόσληψη της ίδιας της Ιστορίας μέσα από δευτερογενείς πηγές ή από άμεσες βιωματικές αφηγήσεις και εμπειρίες. 

Με ποιο τρόπο, όμως, η λογοτεχνία  φέρνει την Ιστορία στην καρδιά του παρόντος; Πόσο καλά μπορούμε να αναπαραστήσουμε το πνεύμα και το κλίμα μιας άλλης εποχής; Πόσο θεμιτό είναι να μετατρέπεις την ιστορία σε νουάρ μυθιστόρημα, και πόσο χρήσιμη είναι τελικά η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου για ένα ιστορικό γεγονός; 

Δυστυχώς, δεν έχω τις απαιτούμενες απαντήσεις, θέτω απλά τα ερωτήματα. Αν θέλετε παρόλα αυτά την προσωπική μου άποψη, δεν έχω παρά να σας καταθέσω μια από τις αιτίες που θεωρώ πως για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μας επέτρεψε να παρατηρήσουμε την κοινή πορεία που ακολούθησαν τόσο η ιστοριογραφία όσο και το μυθιστόρημα, και το ό,τι λειτούργησαν κατ’ εμέ συμπληρωματικά. Ήταν ετούτη η κοινή πεποίθηση, ότι τα δυο αυτά είδη ανήκουν σε δυο διαμετρικά αντίθετους χώρους.  Η ιστοριογραφία στο χώρο της έρευνας και της πραγματικότητας, και το μυθιστόρημα στο χώρο της τέχνης, της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της φαντασίας. Ιστορικοί και φιλόλογοι σεβάστηκαν και αναγνώρισαν στο διάβα του χρόνου ετούτη την αυτονομία της μιας και της άλλης πλευράς. Αναμφίβολα, όμως, κι αυτό το λέω έχοντας υπόψη και τα προσωπικά μου βιώματα, το ιστορικό μυθιστόρημα είναι η πιο δύσκολη μορφή μυθιστορήματος. Κι αυτό, γιατί πέρα της προϋπόθεσης να είναι καλό ως μυθιστόρημα, ταυτόχρονα πρέπει να στέκει και ιστορικά, για το πραγματικά μεγάλο δε, ιστορικό μυθιστόρημα, απαιτείται ακόμα μια προϋπόθεση, η νέα προσέγγιση, η νέα θεώρηση της ιστορικής περιόδου όπου εξελίσσεται η πλοκή του.

Για την πολιορκία του 1716 η ιστορική βιβλιογραφία είναι πλούσια. Το ιστορικό της έχει αναλυθεί διεξοδικά και εμπεριστατωμένα, χάρη στην εξαίρετη μελέτη του συμπολίτη μας Γεώργιου Αθανάσαινα, «Το ασέδιο των Κορυφών», του 2001. Για το θαύμα σημαντική είναι η συμβολή του Ιωάννη Ζερβού στα 1869  όπου απλοποίησε γλωσσικά το συναξάρι του Αγίου. Το ίδιο κείμενο χρησιμοποιεί και ο Λαυρέντιος Βροκίνης το 1909,  ο Σπύρος Μάρκου Θεοτόκης το 1914, αλλά και ο π. Αθανάσιος Τσίτσας το 1972 στο «Μνήμη του 1716». Αναφορά στο θαύμα του Αγίου κάνει και ο π. Ιωάννης Σκιαδόπουλος στην ποιητική συλλογή «Άσμα Καινόν» του 1988. Το θαύμα όμως αναφέρεται και σε πολλές επιστολές αξιωματούχων οι οποίοι έζησαν από κοντά τα γεγονότα της πολιορκίας. Σε τούτες τις αφηγηματικού τύπου επιστολές που δεν καταγράφονται απλώς τα γεγονότα, αλλά παρατίθενται και προσωπικά βιώματα και συναισθήματα με έντονη λογοτεχνική διάθεση, υπάρχει διάχυτο το πνεύμα, ότι η Κέρκυρα σώθηκε χάρη στην παρέμβαση του προστάτη Αγίου της. Στα αρχεία του νομού της Κέρκυρας στις πράξεις του συμβολαιογράφου Πρωτοπαπά Δημητρίου Μανάτου, βρίσκεται καταχωρημένο το χρονικό της πολιορκίας, όπου κάνει αναφορά στον καλόγερο με την πατερίτσα, τη βρεφοκρατούσα γυναίκα  στα δεξιά του και το φως που εξέπεμπε, χρονικό που δημοσιεύτηκε και το 1952 κι από τον Νίκο Λευτεριώτη. Στα 1908 ο ανθυπίλαρχος Νικόλαος Βράιλας – Βάρθης δημοσιεύει από τα ιταλικά εκτεταμένη επιστολή του Δημητρίου Στρατηγού, υπασπιστή του Σούλεμπουργκ, με τίτλο: «Η εν έτει 1716 ένδοξος πολιορκία της Κέρκυρας», όπου περιλαμβάνονται τα της πολιορκίας και στην τελευταία σελίδα της, η επιστολή κάνει λόγο για τον μοναχό που έφερε πυρσό και έτρεψε σε φυγή τους Οθωμανούς. Αλλά και οι εκτενείς εκθέσεις και αναφορές του ίδιου του στρατάρχη Σούλεμπουργκ που χρησιμοποιεί τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του στις εξιστορήσεις του καθώς και οι προσωπικές του επιστολές παρουσιάζουν λογοτεχνικό ενδιαφέρον, όπως επίσης και οι εκθέσεις του αρχιναυάρχου Πιζάνι, του προνοητή Λορεντάν αλλά και άλλων που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα εκείνων των ημερών, επώνυμων αλλά και ανωνύμων.

Κατά το μεσημέρι ο ουρανός σκοτεινιάζει. Επί σχεδόν τρεισήμισι μήνες ακολουθούσε η μια ηλιόλουστη μέρα την άλλη – όλες τους όμορφες σαν τα μαργαριτάρια της κοντέσας Αϊμέ Μοντσενίγκο. Τώρα, ο ουρανός κατακλύζεται από σύννεφα στο χρώμα του θειαφιού. Ακριβώς στη μέση ορθώνεται ένα κατάμαυρο βουνό, και σε λίγο ο ένας κεραυνός μετά τον άλλον κεντρίζουν τη γη. Η βροχή πέφτει ακατάπαυστα, τα χαρακώματα πλημμυρίζουν αμέσως, το νερό αχρηστεύει όλες τις νάρκες. Τη μάχη δεν τη σκέφτεται κανείς, διότι κανείς δεν είναι σε θέση να κάνει έστω και τρία βήματα.

Καθώς μαίνεται η καταιγίδα η Γκαριζέ παρουσιάζεται στον Ματθία. Τα ρούχα της κολλούν πάνω στο σώμα της και τρέμει από τον πυρετό.
«Γκαριζέ έρχεται από τους Τούρκους».
«Τι έχεις να αναφέρεις Γκαριζέ;»
«Ακόμη τέσσερις μέρες, μετά έρχεται μεγάλη μοίρα να βοηθήσει τον στρατάρχη, ισπανικά, πορτογαλικά και μαλτέζικα καράβια. Στο στρατόπεδο των Τούρκων λυσσομανά η καταιγίδα. Νερό πέφτει από ουρανό και πλαγιές, χαρακώματα πλημμύρισαν, σκηνές καταστράφηκαν από τον αέρα, άνθρωποι και ζώα κτυπήθηκαν από τους κεραυνούς. Ο Κότζα έστειλε πριν από την καταιγίδα ενισχύσεις από την Αλβανία. Γενίτσαροι, όμως πιστεύουν ότι Αλλάχ δεν θέλει να κατακτήσουν Τούρκοι την Κέρκυρα, γι’ αυτό εκδηλώνει την οργή του».
Η βροχή χτυπά στα παράθυρα και οι κεραυνοί φωτίζουν τα ερείπια της πόλεως. Το βράδυ ο ουρανός ανοίγει. Ο στρατάρχης στέλνει τους φρουρούς, τους οποίους εξόπλισε με αξίνες, και πάλι στα πόστα τους. Τα τουφέκια αχρηστεύτηκαν. Μόνον οι μονάδες πυροβολικού συνεχίζουν κανονικά τη μάχη.Το πρωινό της 21ης Αυγούστου, ανακοινώνεται πως οι Τούρκοι φέρνουν νέες πολιορκητικές σκάλες, και πως και οι δικές τους μονάδες πυροβολικού ενισχύονται. Η κύρια επίθεση, λοιπόν, βρίσκεται ακόμη μπροστά. Όλη τη μέρα την αναμένει ο στρατάρχης. Στους στρατιώτες του διαμηνύει, πως θα πρέπει να αντέξουν ακόμα λίγο, καθώς μια ενισχυτική μοίρα δυο χιλιάδων ανδρών βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν. Το βράδυ, οι Τούρκοι αυξάνουν τους πυροβολισμούς, ενώ λίγο πριν τα μεσάνυχτα εξακοντίζονται ολόκληροι λόφοι πύρινου σίδηρου προς το Φρούριο. Ξαφνικά τα πυροβόλα σιγούν. Ο στρατάρχης φωτίζει τα μέτωπα στον μέγιστο βαθμό, τα στρατεύματα τροφοδοτούνται με νέα τουφέκια, τα οποία στέλνει ο ραβίνος Ζέμο στο Φρούριο. Κάθε στρατιώτης κρατά τρία τουφέκια και για το καθένα πενήντα σφαίρες. Ανιχνευτές, οι οποίοι έφτασαν έως και τα χαρακώματα των Τούρκων, δηλώνουν μεγάλη αναστάτωση, εξαιτίας του σκοταδιού, ωστόσο, δεν είναι σε θέση να διακρίνουν κάτι συγκεκριμένο.
Τα πάντα δείχνουν την επικείμενη επίθεση. Η Κέρκυρα περιμένει έως το επόμενο πρωινό. Η επίθεση δεν πραγματοποιείται. 
Στις 22 Αυγούστου, νωρίς το πρωί ο στρατάρχης στέλνει εκ νέου τους ανιχνευτές του, μαζί και τον Έκτορα. Έπειτα από δυο ώρες, επιστρέφουν με αιχμαλώτους και αναφέρουν: «Τα χαρακώματα είναι γεμάτα πυροβόλα, όμως εγκαταλελειμμένα από τους στρατιώτες. Ούτε στο στρατόπεδο υπάρχουν πλέον Τούρκοι. Οι αιχμάλωτοι αυτοί κοιμούνταν, καθότι είχαν καταναλώσει μεγάλες ποσότητες τοξικών. Όταν ξύπνησαν, αμύνθηκαν απεγνωσμένα, ωστόσο δεν γνωρίζουν τι απέγινε ο στρατός τους».
«Στείλτε αμέσως Έλληνες κατασκόπους», διατάζει ο Ματθίας.
Έπειτα από τέσσερις ώρες επιστρέφουν, οι μεταμφιεσμένοι ως βοσκοί, ανιχνευτές. «Ολόκληρος ο τουρκικός στρατός μεταφέρθηκε στο λιμάνι στα Γουβιά. Ένα μέρος έχει ήδη επιβιβασθεί. Το άλλο μέρος πορεύεται προς την κορυφή της βόρειας Κέρκυρας, ώστε να μεταβεί στην Αλβανία από το πιο κοντινό σημείο».
Ο Ματθίας διατάζει να του φέρουν έναν από τους αιχμαλώτους. «Ρωτήστε τον, Στρατηγέ, πόσους άνδρες έχασε ο σερασκέρης;».
Ο Τούρκος κοιτάζει τον στρατάρχη με αυστηρό ύφος, τη στιγμή που ο υπασπιστής του μεταφράζει την απάντησή του. «Ο Αλλάχ μίλησε. Ο Αλλάχ δεν είναι στο πλευρό του σερασκέρη. Τιμώρησε τον μισό στρατό του. Η βροχή και μόνον κόστισε πέντε χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες».

Το παραπάνω απόσπασμα, καθώς και όλα όσα προηγήθηκαν, προέρχονται από το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Βασιλιάς της Κέρκυρας» του Βέρνερ βον ντερ Σούλεμπουργκ, απογόνου του στρατάρχη Σούλεμπουργκ, που κυκλοφόρησε μεταφρασμένο στα ελληνικά από το γερμανικό πρωτότυπο, σε μετάφραση του Ιωάννη Γιάγκου,  από τις εκδόσεις «Έψιλον» το 2008.  Πέρα όμως από τα παραπάνω, απ’ όσα τουλάχιστον γνωρίζω, η πολιορκία και το θαύμα του Αγίου δεν έχουν αξιοποιηθεί δυστυχώς λογοτεχνικά στις μέρες μας, αν και θα αποτελούσε, κατά την προσωπική μου άποψη πάντα, ιδανικό σκηνικό για τη συγγραφή όχι μόνο ενός εξαιρετικά ενδιαφέροντος ιστορικού μυθιστορήματος, αλλά ακόμα και ενός φιλόδοξου σεναρίου.

Ζούμε σε μια εποχή που επιζητούμε με πάθος την άμεση και έγκυρη πληροφόρηση για τα γεγονότα των τελευταίων 24 ωρών μέσα από τα ραδιόφωνα, τις τηλεοράσεις, τις εφημερίδες, το διαδίκτυο, δεν είμαστε όμως οι καλύτερα πληροφορημένοι για τα γεγονότα των τελευταίων 6.000 ετών.  Έχουμε χάσει την επαφή μας μ’ αυτό που μας ένωσε ως έθνος κι ως κοινωνία εξ αρχής. Κι αυτή, η παράμετρος, θεωρώ, πως αποτελεί, δυστυχώς, σημάδι ενός έθνους που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση και μιας κοινωνίας που δείχνει να καταρρέει. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, πως οι άνθρωποι όλων των εποχών μοιάζουν, και η ιστορία δεν είναι χρήσιμη επειδή διαβάζει εκεί κανείς το παρελθόν, αλλά επειδή διαβάζει εκεί κανείς το μέλλον. Ας ψάξουμε λοιπόν στα χαρακώματα και τις επάλξεις εκείνης της Κέρκυρας, αναζητώντας λαμπερούς ήρωες που να αξίζουν να γίνουν πρωταγωνιστές σύγχρονων ιστορικών μυθιστορημάτων. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στην πύλη του παλαιού Φρουρίου, στον ανδριάντα του Σάξονα γεροστρατάρχη Σούλεμπουργκ που ηγούταν της άμυνας του νησιού. «Τον στρατάρχη που σκαρφάλωνε στις επάλξεις με το σπαθί στο χέρι και γκρέμιζε τους πολιορκητές, ανατρέποντας συγχρόνως την πορεία αιώνων ιστορικής αναγκαιότητας…», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γεώργιος Αθανάσαινας στο «Ασέδιο των Κορυφών», «…δείχνοντας πως τα μικρά γεγονότα του περιθωρίου διαμορφώνουν κάποτε τη ροή της ιστορίας». Αρκεί να θυμηθούμε μερικές γραμμές από το σωζόμενο χειρόγραφο ενός ανώνυμου Γάλλου για την πολιορκία, και το τραγικό τέλος του Σπύρου Λάζαρη, Αλβανού από την ηπειρωτική Στερεά και διερμηνέα του Σερασκέρη. «Ο Λάζαρης…», σύμφωνα πάντα με το χειρόγραφο, «…βρισκόταν από την αρχή της πολιορκίας με αρκετούς άνδρες του στο εχθρικό στρατόπεδο, και αν και φαινομενικά έδειχνε αφοσίωση στον Σερασκέρη, μέσα του επιθυμούσε να παραμείνει η Κέρκυρα υπό την κυριαρχία της Βενετίας». Κατέγραψε λοιπόν, τις αδυναμίες και τις ελλείψεις του τουρκικού στρατοπέδου σε γράμμα του προς τον προνοητή Λορεντάν, αλλά προδόθηκε από ένα Κορακιανίτη ιερέα που εκείνος θεωρούσε αγαθό και τίμιο, αλλά είχε δηλώσει υποταγή στους Τούρκους, κι έτσι κατέληξε αλυσοδεμένος να δέχεται τα βασανιστήρια του Σερασκέρη για μέρες, παραμένοντας όμως πιστός στο δόγμα του μέχρι τις τελευταίες του οδυνηρές στιγμές. Αν ψάχνουμε για ήρωες και πρότυπα, για τη σημερινή νεολαία μας που πάσχει από αξίες και ιδανικά, ας ανατρέξουμε στον Άγιο και προστάτη μας, που έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε σε τούτο τον ευλογημένο τόπο, μέσα από τους εκκλησιαστικούς ψαλμούς που γράφθηκαν γι’ αυτόν και αποτελούν πέρα από εκκλησιαστικά κείμενα και λογοτεχνικά αριστουργήματα. Τώρα, όσο ποτέ άλλοτε, θεωρώ πως είναι επιβεβλημένη η επιστροφή μας σ’ όλα όσα πρεσβεύει, ώστε να αποτυπωθεί ξανά και με διαφορετικούς τρόπους το θαυμαστό πέρασμά του από την ιστορία του τόπου μας. Αυτό θα πρέπει να είναι το στοίχημά μας με το πεπρωμένο και τις νέες γενιές που έρχονται πίσω από εμάς.

Αν με ρωτάτε, για να επιστρέψουμε στα αρχικά ερωτήματα της εισήγησης, η λογοτεχνία κρίνεται απαραίτητη, όταν καταφέρνει να βγάλει την Ιστορία από τα μουσεία κι από τις προθήκες, τους ανδριάντες και τις εικόνες, όταν καταφέρνει να μειώσει την αίσθηση απόστασης που υπάρχει από το σήμερα στο τότε, όταν φέρνει το παρελθόν στην καθημερινότητα. Όταν μας δίνει την αίσθηση ότι είμαστε κομμάτι μιας ροής γεγονότων και σχέσεων, οι οποίες ξεκινάνε από πολύ μακριά στο χρόνο και πηγαίνουν πολύ - πολύ μακριά στο μέλλον.  Όταν μας δίνει να καταλάβουμε, πως όλοι εμείς, ως ζωντανοί οργανισμοί του σήμερα, αποτελούμε ένα κυματισμό σ’ αυτό το ποτάμι του οποίου οι ρίζες εικάζονται και οι εκβολές αγνοούνται.  Όταν καταφέρνει να επαναπροσεγγίσει τη σχέση της με την ιστορία, προτείνοντας πλοκές που δεν υπηρετούν απλά τα γεγονότα αλλά μοιάζουν να τα καθοδηγούν, και η αλήθεια αναδεικνύεται όχι με ιστορικές αποδείξεις αλλά μέσα από εσωτερικούς διαδρόμους, με τη συνδρομή της ψυχής.  Όταν αυτοσκοπός της δεν είναι το εύκολο κέρδος, η προβολή, οι έπαινοι, τα βραβεία και η υστεροφημία, αλλά ούτε να δίνει συμβουλές και να ορίζει, παρά αντιθέτως, να αφήνει το πεδίο ανοιχτό αποτελώντας το έναυσμα για περαιτέρω ιστορικές αναζητήσεις. Μα επιτρέψτε μου να συμπληρώσω κλείνοντας, κι όταν μας επιστρέφει στη χαρά και τη μαγεία της αφήγησης, στη γοητεία της ανάγνωσης. Όταν σε κάνει να θέλεις να γυρίζεις τις σελίδες, όταν κάθε φράση σε οδηγεί στην επόμενη, όταν δεν είσαι ένας μελετητής ο οποίος κάθεται σε ένα γραφείο και αγκομαχάει για να τελειώσει το βιβλίο, αλλά είσαι ένα παιδί, όταν μπορεί να σε ξανακάνει το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου ένα παιδί, ένα παιδί που ταξιδεύεις μαζί του. Κι αυτό ως ένα παραμύθι το οποίο έχει τη δύναμη να φωτίζει την πραγματικότητα την οποία ζούμε, ο καθένας από μας, να μας κλονίζει τις βεβαιότητες τις οποίες έχουμε σε σχέση με τον εαυτό μας και τη γύρω ζωή και ενδεχομένως να τις ανατρέπει κιόλας. Γιατί η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα, έχει μια κατάρα και μια ευλογία παράλληλα. Η κατάρα της τέχνης είναι να είναι διακοσμητική, η ευλογία της είναι να είναι ανατρεπτική.

Στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος, η πρόσοψη της οποίας είχε υποστεί ελάχιστες ζημιές, ο στρατάρχης δίνει εντολή να ψάλλουν έναν ευχαριστήριο ύμνο προς τον Κύριο. Γονατίζει ευρισκόμενος ανάμεσα στους στρατιώτες του, ενώ τα χείλη του μουρμουρίζουν τις προσευχές της βόρειας πίστης του. Ο Άγιος κοιτάζει με τα πολύχρωμα μάτια τον γονατιστό αιρετικό, ενώ το μουμιοποιημένο του πρόσωπο λάμπει υπό το φως των αμέτρητων κεριών.
Έξω από την εκκλησία, γονατίζουν οι άνδρες του στρατάρχη, αποκαμωμένοι, ωστόσο αρκετά συγκινημένοι με το θαύμα της Κέρκυρας. Οι καμπάνες χτυπούν δυνατά, ενώ οι κάτοικοι αγκαλιάζονται και εκστομίζουν ευχαριστίες προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.
Σας ευχαριστώ.  

1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετική η εισήγησή σαε κ.Παργινέ και σας ευχαριστούμε.Ο Άγιος όμως δεν είναι μουμοποιημένος,δεν είναι μούμια.Είναι ναός του Αγ.Πνεύματος δεν έχει γίνει ανθρώπινη επέμβαση στο σώμα του

    ΑπάντησηΔιαγραφή