Τρίτη, Φεβρουαρίου 14, 2012

Το "Φως στο σκοτάδι"

Ομιλία του συγγραφέα Νίκου Παργινού
στην παρουσίαση του βιβλίου στην Κέρκυρα
στις 11/2/2012
 
Φίλες & φίλοι.
Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό μιας νέας και ταλαντούχας Κερκυραίας συγγραφέως, για να πω κι εγώ από την πλευρά μου δυο λόγια για το νέο της βιβλίο. Είναι μεγάλη η χαρά μου, που βρίσκομαι κι ανάμεσά σας, σε φίλους της γραφής και της ανάγνωσης, σ’ ένα από τα αξιόλογα βιβλιοπωλεία της πόλης. Και δεν σας κρύβω, πως κάθε φορά που εισέρχομαι σε τέτοιους ιδιαίτερους χώρους, με σαγηνεύει το άρωμα του τυπωμένου χαρτιού, και η μαγεία που εκπέμπεται από τα βιβλία και βρίσκει τον δρόμο προς την καρδιά μου.

Είμαι από εκείνους που γνώρισα την Μαρίνα Κουλούρη μέσα από τη συγγραφή και το λογοτεχνικό της έργο. Παρότι Κερκυραίοι και οι δυο, δεν είχαμε την τύχη να γνωριστούμε πριν την έκδοση του βιβλίου της. Η αναγνωστική ματιά μου έπεσε τυχαία πάνω σ’ αυτό, και, όπως ήταν φυσικό, έσπευσα να το διαβάσω περισσότερο από περιέργεια και ενδιαφέρον. Την ανακάλυψα, λοιπόν, μέσα από τις σελίδες της γραφής της. Και επεδίωξα να την γνωρίσω και να της μεταφέρω την άποψή μου για το έργο της. Μα πάνω από όλα για να την ενθαρρύνω στη μεγάλη προσπάθειά της. Πιστέψτε με, είναι πολύ δύσκολο για έναν νέο συγγραφέα να βρει συμμάχους στο εκδοτικό στερέωμα, πόσο μάλλον σε τούτες τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Εκδότες που κοιτούν μόνο το κέρδος και τίποτα περισσότερο, καταξιωμένοι συγγραφείς που σε κοιτούν αφ’ υψηλού και είναι έτοιμοι να σε κατασπαράξουν, δημοσιογράφοι και κριτικοί που απαξιούν να ασχοληθούν καν μαζί σου, φίλοι που νιώθουν να απειλούνται από την όποια αναγνώρισή σου, δικοί σου άνθρωποι που σε συμβουλεύουν να ασχοληθείς με κάτι πιο προσοδοφόρο… θέλετε μήπως κι άλλους; Κι επειδή, κάποτε, πριν από μερικά χρόνια, κι εγώ υπήρξα ένας ταπεινός αναγνώστης που έβρισκε το κουράγιο να πάρει μολύβι και χαρτί και να αποτυπώσει τις σκέψεις του, και να αναζητήσει την καταξίωση στο λογοτεχνικό κατεστημένο, δεν το σκέφτηκα καθόλου και ήμουν σίγουρος για την επιλογή μου να γνωρίσω από κοντά την Μαρίνα. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, πριν αναφερθώ στο βιβλίο της, να πω δυο λόγια για τη Μαρίνα Κουλούρη που γνώρισα από κοντά. Πρόκειται, λοιπόν, για μια νέα γυναίκα, έναν ευχάριστο άνθρωπο, μια ταπεινή και μαζεμένη κοπέλα που δείχνει να πατά γερά στα πόδια της, έχει γνώση και επίγνωση, μα πάνω από όλα εκπέμπει αυτή τη λάμψη που μας χαρίζουν οι χαρισματικοί άνθρωποι της τέχνης και της κουλτούρας. Και χαίρομαι πραγματικά που γνωριστήκαμε κι από κοντά, Μαρίνα.

Ο Μολιέρος, ο μεγάλος Γάλλος θεατρικός συγγραφέας, έλεγε πως: Το γράψιμο είναι σαν την πορνεία. Στην αρχή γράφει κανείς για τον εαυτό του. Μετά το κάνει για τους φίλους του. Στο τέλος καταλήγεις να το κάνεις για τα λεφτά. Και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί του. Βέβαια, να σας πω και την δική μου αλήθεια, εγώ ακόμα βρίσκομαι στο δεύτερο στάδιο κι εκεί νομίζω πως θα μείνω. Αυτό που συνάντησα, λοιπόν, πρώτα από όλα στη γραφή της Μαρίνας και στις σελίδες του βιβλίου της «Το φως στο σκοτάδι», ήταν αυτό το αγνό αίσθημα που μεταφέρει στο χαρτί η πρωτόλεια γραφή. Το αίσθημα της προσωπικής της ανησυχίας να κερδίσει το στοίχημα με τον ίδιο τον εαυτό της. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το πρώτο βιβλίο το γράφεις πρώτα από όλα για εσένα. Είναι η πύλη που σε μεταφέρει από τη μεριά του αναγνώστη στη μεριά του συγγραφέα. Η Μαρίνα, λοιπόν, σε μια περίοδο που οι νέοι συνήθως γυρίζουν την πλάτη τους στη γραφή και το βιβλίο, συνεπαρμένοι από τις σειρήνες των μίντια και της σόου μπιζνες, κατάφερε να κάνει κάτι πολύ σημαντικό, να διαβεί με επιτυχία ετούτη την πύλη, αναδεικνύοντας το προσωπικό της ταλέντο, βάζοντας τη δική της σφραγίδα στο πέρασμά της.

Λένε πως υπάρχουν ουσιαστικά δυο κίνητρα για να διαβάσεις ένα βιβλίο. Το ένα είναι για να το απολαύσεις. Το άλλο, είναι για να παινευτείς γι’ αυτό. Δεν σας κρύβω, πως απόψε, εδώ, βρίσκομαι γιατί διαβάζοντας το «Φως στο Σκοτάδι» και το απόλαυσα, αλλά και γιατί θέλω να παινευτώ γι’ αυτό. Για να δημιουργήσεις ένα δυνατό βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις πρώτα από όλα ένα δυνατό θέμα. Κι αυτό το κάνει η Μαρίνα. Η ιστορία του διαδραματίζεται στο Παρίσι του 1940, στη σκιά του πολέμου, εκεί όπου καταφεύγει η ηρωίδα του βιβλίου, αναζητώντας την αποδέσμευσή της από τον φόβο, στη μάχη της επιβίωσης, στο κυνήγι της ελευθερίας. Το βιβλίο, πέρα από ο,τιδήποτε άλλο, είναι μια ερωτική ιστορία που αγκαλιάζει μαεστρικά ένα τρίγωνο από χαρακτήρες και παλινδρομεί, όπως και κάθε ερωτική ιστορία, μεταξύ της φαντασίας και της λογικής, της εξουσίας και της επανάστασης. Κορυφή του τριγώνου η αινιγματική πρωταγωνίστρια του βιβλίου που μέσα από τις σελίδες του, ξεδιπλώνονται οι αναπόφευκτες συγκρούσεις που καλείται να αντιμετωπίσει, τόσο εντός της, όσο και στο περιβάλλον της, που καθιστούν, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρουσα την πλοκή της ιστορίας. Έρωτας στην σκιά του πολέμου, όνειρα στο σκοτάδι του φόβου, όλα μαεστρικά δοσμένα, μοιάζουν με σκοτεινό κόσμο που μέσω της γραφής αποκτά άξαφνα μια μικρή ρωγμή, που είναι όμως ικανή να φωτίσει τα πάντα, σελίδα τη σελίδα, καθώς το φως εισέρχεται σιγά - σιγά, κι αποκαλύπτει αλήθειες, καλά κρυμμένες.

Η Μαρίνα, στήνει το παιχνίδι της καλά στη σκακιέρα της συγγραφής. Ξέρετε,  εμείς οι συγγραφείς, να σας αποκαλύψω κάτι, δεν διαβάζουμε ποτέ τους συναδέρφους μας, έχουμε πάντα όμως την τάση να τους αναλύουμε. Δέστε, λοιπόν, κατά την ταπεινή μου άποψη, τι κάνει η αγαπητή Μαρίνα σε τούτο το βιβλίο. Από τη μια η ηρωίδα της. Μια Aγγλίδα στο Παρίσι. Μόνη. Κι από την άλλη ο πόλεμος. Ο πόλεμος με το διπλό προσωπείο της εξουσίας και της επανάστασης. Εκρηκτικό μέχρι στιγμής το μείγμα, αλλά εκείνη το πάει ακόμα παραπέρα. Από τη μια ο Γερμανός κατακτητής, από την άλλη ο Γάλλος επαναστάτης. Από τη μια η λογική, το ένστικτο της επιβίωσης από την άλλη η φαντασία, το απόλυτο του πάθους. Από τη μια η επιβίωση στις παρυφές του φόβου, από την άλλη ο κίνδυνος στα όρια της ελευθερίας. Κι ενώ η Μαρίνα, χρησιμοποιεί τον έρωτα και τον πόλεμο για να μας καθηλώσει στις γραμμές του βιβλίου της, βάζει σε εφαρμογή και τα απαραίτητα αναισθητικά της εργαλεία για να χρυσώσει το χάπι της ανάγνωσης. Όλα διαδραματίζονται στο Παρίσι, σ’ ένα σκηνικό που όπως φαίνεται το γνωρίζει πολύ καλά. Η έρευνά της, τα ιστορικά στοιχεία στα οποία ανατρέχει, αλλά και η αγάπη της γι’ αυτήν την πόλη είναι διάχυτα στις σελίδες του βιβλίου. Μένει κάτι ακόμα. Το περιτύλιγμα για να μας κάνει να μπούμε ακόμα περισσότερο στην ίδια την ιστορία της. Η μουσική και η ποίηση. Το παιχνίδισμα με την ιδιότητα της πρωταγωνίστριας και το αναγνωστικό της πάθος, τα τραγούδια και τα ποιήματα που μοιάζουν να καλύπτουν κάθε κεφάλαιο, το καθένα με τον τρόπο του, κι όλα μαζί, να συνθέτουν μια συμφωνία που κάνει το ταξίδι στο χώρο και τον χρόνο πιο εύκολο, πιο μαγικό. Αυτά κάνει σε γενικές γραμμές η Μαρίνα στο «Φως στο Σκοτάδι». Μα όχι μόνο αυτά. Κι εκεί που νομίζεις πως πρόκειται για μια συνηθισμένη ερωτική ιστορία, κι εκεί που νομίζεις πως όλα είναι ευδιάκριτα και αδρά από το φως, η Μαρίνα στήνει την παγίδα της και τα καθιστά περισσότερο από ποτέ θαμπά, ακαθόριστα και αναιμικά. Κάπου στη μέση του βιβλίου αρχίζουν να έρχονται και οι ανατροπές. Γιατί, όπως πολύ καλά μας λέει, το άπλετο φως δεν διαφέρει και πολύ από το σκοτάδι, αλλά και τα ουσιώδη πράγματα δεν βρίσκονται ούτε στο φως, ούτε στο σκοτάδι, αλλά μέσα στη σκιά, κάπου ενδιάμεσα.

Δεν σας κρύβω πως η γραφή της Μαρίνας, με μάγεψε από τις πρώτες σελίδες. Οι περιγραφές της, οι λογοτεχνικές της βουτιές στα ενδότερα των χαρακτήρων, ειδικά της πρωταγωνίστριας, ακόμα και οι επιτηδευμένες λεπτομέρειες που προσθέτουν αυτή την αίγλη σε ένα μυθιστόρημα, έκαναν τις σελίδες να κυλούν γρήγορα, κι έτσι το βιβλίο, παρά τη μεγάλη του έκταση, δεν αποδείχθηκε κουραστικό. Αν με ρωτάτε, θα προτιμούσα ίσως μια πιο διεξοδική ματιά στους σκοτεινούς χαρακτήρες του βιβλίου, αλλά αυτό θεωρήστε το ως επαγγελματική ψύχωση και ιδιοτροπία. Το «Φως στο Σκοτάδι» είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα πρότεινα να διαβάσετε ανεπιφύλακτα.

Κάποτε, κάποιος είπε πως τέσσερα πράγμα είναι πάντα περισσότερα από ό,τι νομίζουμε. Τα χρόνια μας, τα χρέη μας, τα σφάλματά μας και οι εχθροί μας. Ζούμε σε μια εποχή που αρχίζουμε για τα καλά να συνειδητοποιούμε ετούτη την οδυνηρή αλήθεια. Θα κλείσω δανειζόμενος τα λόγια μιας μεγάλης ελληνίδας πεζογράφου, της Έλλης Αλεξίου, της οποίας τα έργα διακρίνονται για τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό τους. Νομίζω ότι είναι η καλύτερη συμβουλή που θα μπορούσαμε να έχουμε στις κρίσιμες μέρες που διανύουμε: Ο άνθρωπος οφείλει να φυτέψει τουλάχιστον ένα δένδρο. Να γεννήσει τουλάχιστον ένα παιδί. Να γράψει τουλάχιστον ένα βιβλίο. Μαρίνα, καλώς όρισες στην όμορφη απλωσιά της μεγάλης Επτανησιακής σχολής. Σας ευχαριστώ.

1 σχόλιο:

  1. Κερκυραίοι δημιουργοί!
    Πόσο σχήμα οξύμωρο έχει καταντήσει αυτή η φράση ή τουλάχιστον έχει καταντήσει στο μυαλό μου!
    Μα πόσο χαίρομαι όταν ανακαλύπτω πως κάνω λάθος!
    Έτσι είναι ,δεν ξέρω αν ήταν μέρος του σόου ,μα όντως αυτός που γράφει δεν το κάνει για να αφήσει μνημεία αλλά για να λυτρωθεί!
    Δεν διαβάζω...δεν διαβάζω πιά...δεν έχω ηρεμία ,δεν θέλω να ταξιδέψω να χαθώ στις σκέψεις κανενός ,μα θα με κάνεις με την πρώτη ευκαιρία να ...το ξαναπροσπαθήσω!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή