Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006

"Κρεμάλα" - Κεφάλαιο 29ο


"Το αλκοόλ είναι η αναισθησία που χρησιμοποιούμε για να αντέξουμε την εγχείρηση της ζωής"
GEORGE BERNARD SHAW


Στο παραϊατρικό καμαρίνι, στην έδρα του γενικού προϊσταμένου στο νυχτερινό κλαμπ “Η Κλινική” λίγο έξω από τα Τρίκαλα επί της εθνικής χτύπησε για πολλοστή φορά το τηλέφωνο. Ευτυχώς, ετούτη τη φορά άκουσε τον επίμονο ήχο του ο Μπάμπης, ο γενικός κουμανταδόρος του μαγαζιού. Ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να παρευρίσκεται εκεί το αφεντικό. Ήταν νωρίς ακόμα και για κείνες τις ζωηρές θηλυκές υπάρξεις, που συχνά πυκνά εμφανίζονταν προς εξέταση και ξεροστάλιαζαν μπροστά στους καθρέπτες στα διπλανά καμαρίνια δοκιμάζοντας εσώρουχα, ρούχα και αξεσουάρ ξεφωνίζοντας κάθε είδους επιφωνήματα.
«Τ’ αφεντικό δεν είναι εδώ, απουσιάζει… Ποιος τον ζητάει, παρακαλώ;»
Ο Μπάμπης διατηρούσε δεδομένη μια αρκετή δόση επιφυλακτικότητας απέναντι σε κάθε είδους τηλεφώνημα. Και με το δίκιο του. Τις προάλλες είχε γίνει καρφωτή από το διπλανό κέντρο και είχαν γαλονάτες απροειδοποίητες επισκέψεις. Την είχαν γλιτώσει φθηνά εκείνο το βράδυ, όπως άλλωστε και τότε που είχε πέσει εγκαίρως σύρμα από τους καλοπληρωμένους τσιλιαδόρους της εθνικής πως η δίωξη και το αλλοδαπών κάνανε εκτεταμένους γύρους και επιθεωρήσεις, παρά τις όποιες διαβεβαιώσεις πως όλα θα ρολάρανε ήρεμα για τουλάχιστον καμιά εβδομάδα.
«Θέλετε να του αφήσω κάποιο μήνυμα; Να επικοινωνήσει εκείνος μαζί σας;», συνέχισε. «Πως είπατε πως σας λένε;»
Η Λουκία θεωρούσε πως η αναζήτηση του Μάχου θα λάβαινε χώρα σε καμιά κλινική, σε κάνα νοσοκομείο, άντε σε κάνα ιατρείο. Ποτέ δεν θα μπορούσε να της περάσει από το μυαλό, πως εκείνο το τηλέφωνο που της είχα δώσει σε ανύποπτο χρόνο αντιστοιχούσε στο καλύτερο ίσως κωλόμπαρο της εθνικής. Ήταν αδύνατο να φανταστεί πως τούτη η τηλεφωνική συνδιάλεξη λάβαινε χώρα στο γραφείο διεύθυνσης ενός στριπτιζάδικου. Άλλωστε ο Μάχος έδινε την εντύπωση σε όλους όσους τον συναντούσαν, αλλά δεν τον γνώριζαν και τόσο καλά, πως είναι ένας εξαίρετος γιατρός. Και μπορεί από τη μια, λόγω χαζομάρας, να παράτησε την ιατρική, τα ακουστικά, τα πιεσόμετρα και τα νυστέρια, από την άλλη όμως ποτέ δεν την απαρνήθηκε ως πάθος. Αυτό το συναίσθημα, λοιπόν, ήταν διάχυτο σε κάθε γωνιά του μαγαζιού. Από το όνομα, μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Όλα σου θύμιζαν κλινική.
Στη είσοδο του καταστήματος υπήρχε η οργανωμένη γραμματεία, όπου καταχωρούνταν διεξοδικά όλοι οι πελάτες στα ειδικά αρχεία του μαγαζιού. Καθώς εισερχόσουν, υπήρχε ένα αυτόματο μηχάνημα που σου έδινε αριθμό προτεραιότητας, ώστε να επιλεγεί αυτόματα η «κλίνη» που θα καθόσουν. «Κλίνη» ονομάζανε οι του μαγαζιού τα τραπέζια, ενώ τα περιφερειακά σκαμπό, μπροστά από τα μπαρ, τα ονόμαζαν «ράντζα».
Τα γκαρσόνια ήταν ντυμένα νοσοκόμοι, ενώ οι μετρ γιατροί. Όλοι είχαν ειδικά ταμπελάκια καρφιτσωμένα πάνω στο πέτο τους, που ανέγραφαν τα πλήρη στοιχεία τους, τα ονόματα και τις ειδικότητές τους. Φορούσαν ενίοτε κι εκείνες τις χειρουργικές μάσκες και τα γάντια, ενώ οι σερβιτόρες του μαγαζιού κυκλοφορούσαν με τσόκαρα και προκλητικά μίνι, έχοντας πάντα στο τσεπάκι της ποδιάς τους ένα θερμόμετρο του λεπτού για παν ενδεχόμενο.
Οι παραγγελίες γίνονταν με χρήση συνταγολογίων και σε κάθε τραπέζι υπήρχε καρτέλα πελατών, όπου μετρούσαν σε τακτικά χρονικά διαστήματα τις ποσότητες του αλκοόλ που κατανάλωναν, καθώς και την αντιστοιχία τους σε χρήματα. Η κεντρική πίστα, όπου ξεντύνονταν με μελετημένες κινήσεις οι καλλίγραμμες κοπέλες, ήταν ένα τεράστιο υπερσύγχρονο χειρουργείο φωταγωγημένο με περισσή μαεστρία. Συνήθως ξεπρόβαλαν από τα καμαρίνια εκρηκτικές χορεύτριες ντυμένες νοσοκόμες, με προκλητικά καλσόν και ζαρτιέρες, που προκαλούσαν με τις τάσεις αρωγής τους προς το κοινό, αλλά και το προκλητικό στριπτίζ τους. Όποιος επιθυμούσε κατ’ ιδίαν προβολή του χορού τους, αλλά και όλων των επακόλουθων, δεν είχε παρά να πληρώσει κάτι παραπάνω για τον prive χώρο της «εντατικής». Εκεί, ανάλογα με τις απαιτήσεις, γινόταν προσωπική εξυπηρέτηση από τα κορίτσια της κλινικής.
Τα δυο μπαρ του μαγαζιού θύμιζαν φαρμακεία, γι’ αυτό άλλωστε τα αποκαλούσαν έτσι, ενώ τα ποτά ονοματίζονταν «φάρμακα». Τα σφηνάκια σερβίρονταν από το σέϊκερ σε κουταλάκια, ώστε να πίνονται σαν σιρόπια. Άλλωστε ο όρος «σφηνάκι» είχε αντικατασταθεί από τον όρο «σιροπάκι». Στις δε τουαλέτες υπήρχαν ειδικά δοχεία, γνωστά ως ουροσυλλέκτες, κι ήταν γνωστό τοις πάσι, πως στις τρεις επισκέψεις κέρδιζες μια δωρεάν ανάλυση ούρων. Παράλληλα, υπήρχε και η δυνατότητα χρήσης εκπτωτικής κάρτας ασθενείας των μελών, αφού το μπαρ ήταν συμβεβλημένο με όλα τα μεγάλα νοσοκομεία και όλα τα ασφαλιστικά ταμεία. Και βέβαια όλοι, μα όλοι, πλήρωναν τον λογαριασμό σε φακελάκια (για να μην ξεχνιόμαστε).
«Έχετε κλείσει κάποιο ραντεβού κα… Λουκία είπαμε;», ρώτησε με απορία ο Μπάμπης κι έριξε μια πρόχειρη ματιά στα σημερινά κατάστιχα της επιτραπέζιας ατζέντας του αφεντικού, μήπως και είχε σημειωμένη καμιά λεπτομέρεια που του διέφευγε.
«Όχι, δεν περιμένει το τηλεφώνημά μου ο κύριος Μάχος. Είναι κάτι απρόοπτο»
Σε αυτή τη φάση του τηλεφωνήματος οι κανόνες της νυχτερινής «κλινικής» επικοινωνίας, απαιτούσαν την ουσιαστική αποσαφήνιση της όποιας προέλευσης του συνομιλητή, αλλά και των όποιων προθέσεών του. Υπήρχαν πολλές συνθηματικές φράσεις και ερωτήσεις που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον, για την όσο τον δυνατόν πιο διακριτική εξακρίβωση των απαραίτητων στοιχείων. Συνήθως ρωτούσαν τους συνομιλητές τους για τυχόν «συμπτώματα», γνωρίζοντας πως κάθε ένα από αυτά, είχε και τη δική του ξεχωριστή σημασία. Πολλές φορές οι διάφορες κοπελιές που επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς και αράδιαζαν «συμπτώματα», τον οδηγούσαν και στο συγκεκριμένο γραφείο «προώθησης», που ευθυνόταν για το δικό τους κάλεσμα στο μαγαζί. Μερικές, μάλιστα, δε γνώριζαν καμιά άλλη λέξη στα ελληνικά, εκτός από τούτη τη λέξη «κλειδί»
«Έχετε κάποια συμπτώματα; Περί τίνος πρόκειται;», ρώτησε με αλληγορικό ύφος ο γενικός κουμανταδόρος. «Σας έστειλε μήπως κάποιος συνάδελφος;»
Έπρεπε να προχωρήσει λίγο παραπέρα τη συζήτηση, μήπως και κατάφερνε να αποκομίσει κάποιο αναγνωριστικό στοιχείο…
«Όχι, μα τι μου λέτε… Φίλη του είμαι και τηλεφωνώ από Κέρκυρα..»
«Μα καλά… Ποιος συνάδελφος σας έδωσε αυτό το τηλέφωνο;»
Επέμεινε στη λογική του «συναδέλφου» που μπορούσε, ως όρος με το πέπλο του μυστηρίου που διέθετε, να καλύψει κάθε περίεργη πτυχή της ταυτότητας και του χώρου και του ιδίου…
«Μα σας είπα, είμαι φίλη του. Τηλεφωνώ από Κέρκυρα. Καταλαβαίνετε τί σας λέω;»
Αρχισε να απορεί με τη συνεχιζόμενη εμμονή του στα συμπτώματα και τους συναδέλφους τόσο, που σκέφτηκε να κλείσει βιαστικά το τηλέφωνο και να τα παρατήσει στη μέση. Σκέφτηκε, όμως, πως άξιζε να προσπαθήσει και να υπερπηδήσει κάθε εμπόδιο, για να είναι και ο Μάχος σ’ εκείνη τη συνάντηση που προγραμμάτιζε. Το καλοσκέφτηκε και συνέχισε…Ευτυχώς για κείνη ο γενικός κουμανταδόρος κατάλαβε σχετικά γρήγορα πως επρόκειτο για κάποιο άσχετο, αδέσποτο τηλεφώνημα που δεν είχε συνηθισμένο «νυχτερινό» χαρακτήρα και αποφάσισε να δώσει κάποιες περαιτέρω πληροφορίες, με αρκετή δόση επιφύλαξης όμως.
«Λοιπόν, τί θα θέλατε;»
«Πώς μπορώ να επικοινωνήσω με τον κύριο Μάχο; Θα ήθελα να του πω κάτι σημαντικό!»
Του ζήτησε τον αριθμό του κινητού του, αλλά τούτη την πληροφορία ήταν πολύ δύσκολο να τη μοιραστεί μαζί της.
«Θα τον ενημερώσω πως τον ζητήσατε και θα επικοινωνήσει εκείνος μαζί σας» συμπλήρωσε σχεδόν άμεσα ο γενικός κουμανταδόρος κρατώντας για ακόμα μια φορά ισορροπίες τρόμου προστατεύοντας το αφεντικό του. «Δώστε μου το τηλέφωνό σας, για να σας πάρει εκείνος…»

Η αλήθεια είναι πως δύσκολα μπορούσες να συνομιλήσεις απ’ ευθείας με το Μάχο. Μετά και τα τελευταία γεγονότα και τις πολλαπλές συλλήψεις και διαμάχες με την τοπική κοντόφθαλμη συντηρητική κοινωνία, ήταν φανερό πως έπρεπε να είναι επιφυλακτικός. Έτσι έγινε και με την περίπτωση της Λουκίας.
Λίγο αργότερα το κινητό τηλέφωνο του Μπάμπη, του γενικού κουμανταδόρου, ήχησε. Ήταν η στιγμή που ήδη είχε αρχίσει να μαζεύεται ο θηλυκός πληθυσμός του μαγαζιού και να προετοιμάζεται για τις προκλητικές νυχτερινές εξορμήσεις του στο πρωτότυπο χειρουργείο. Ήταν η στιγμή που ήδη είχαν καταφθάσει και οι περίεργοι νοσοκόμοι και γιατροί, για να αρχίσουν να διευθετούν τους κοινόχρηστους χώρους της περίεργης «κλινικής».
Απάντησε με τον γνωστό τρόπο: «Μπάμπης…» Το τελικό σίγμα άφηνε ένα πνιγηρό απόηχο και στο κλείσιμό του μετατρέπονταν, ελέω στοματικού ανοίγματος, σε έψιλον. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερνε και έδινε μεγαλύτερη υπόσταση στο δισύλλαβο όνομά του. Ο συνομιλητής δε συνέχισε τη συζήτηση, παρά έκλεισε επιδεικτικά το τηλέφωνο. Ήταν μια από τις πολλές φορές που συνέβαινε κάτι τέτοιο. Τον έπαιρναν τηλέφωνο συχνά και πού διάφοροι άσχετοι και είτε μένανε σιωπηλοί, είτε αδυνατούσαν να παρακολουθήσουν τη συζήτηση με τα συνθηματικά που επιμελώς ξεκινούσε εκείνος. Ήταν πλέον συνηθισμένος…
Την επόμενη μέρα, αφού είχε ακολουθήσει μια νύχτα ρουτίνας στην «κλινική» της εθνικής, ο Μάχος με αρκετή επιφύλαξη σχημάτιζε τον αριθμό του κινητού της Λουκίας για να διαλευκάνει, όσο ήταν αυτό δυνατόν, το μυστήριο της δικής της αναζήτησης.
Δεν άργησε να μάθει για τον ιερό σκοπό της συγκέντρωσης. Φυσικά και δε γνώριζε για τον ξαφνικό θάνατο του Δημήτρη. Ταράχθηκε στο άκουσμα των συνταρακτικών νέων. Φιλοσόφησε για λίγο μονολογώντας και ξεχνώντας την ύπαρξη της Λουκίας και άναψε ένα από κείνα τα κουβανέζικα πούρα του, απόκτημα της εκπαιδευτικής εκδρομής του στο νησί της μουσικής, της διασκέδασης και του έρωτα. Αναστέναξε βαρυγκωμώντας για τη ματαιότητα της ζωής και έδωσε τα εύσημα στον εαυτό του, που προσπαθούσε κάθε λεπτό να ρουφήξει το μεδούλι της ζωής μέσα από το μοναδικό του πάθος, τις γυναίκες.
Η Λουκία τον παρακάλεσε να είναι παρών στο σημαντικό ραντεβού της παρέας. Εκείνος δεν αρνήθηκε. Απλά ήθελε λίγο χρόνο να διεκπεραιώσει κάποιες ανειλημμένες υποχρεώσεις και να εκπαιδεύσει μια καινούργια φουρνιά νοσοκόμων που θα παραλάμβανε από τη Ρουμανία τις προσεχείς μέρες. Η Λουκία έδειξε κατανόηση, άλλωστε ήταν θέμα υγείας, θέμα ζωής και θανάτου…

Απόσπασμα από την "Κρεμάλα" του Νίκου Παργινού - Εκδόσεις "Άγκυρα"

5 σχόλια:

  1. Υπάρχει αυτό το μπαρ ή έστω υπήρξε; Γιατί αν ναι, τότε έχω μείνει πολύ πίσω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όχι βέβαια. Προϊόν της αρρωστημένης φαντασίας μου είναι.. αλλά είναι καλή ιδέα, δεν μπορείς να πεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ε, αφού έφτασε και η δική μου αρρωστημένη φαντασία να αναρωτιέται για την ύπαρξή του...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολλοί οι αρρωστημένοι τελικά εδώ μέσα!!!
    Έναν γιατρό ίσως......; :ο)

    Νίκο μου φοβερό κείμενο!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ναταλία, σε ευχαριστώ για τα καλά λόγια. Όσο για τους αρρώστους... η ασθένειά μας είναι κολλητική.

    ΑπάντησηΔιαγραφή