Πέμπτη, Αυγούστου 25, 2011

Μοναχικός ακροατής

Ηρθες και πάλι και μ' άρχισες με τα δικά σου. Πήρες το γνωστό σου ύφος και άρχισες τον συνήθη σου μονόλογο. Προσωπική παράσταση για έναν ρόλο κι εγώ και πάλι αυθεντικός μοναχικός ακροατής. Σε περίμενα. Δεν μπορώ να στο κρύψω. Κάθε φορά σε περιμένω. Κάτι μου λέει κάθε φορά πως θα έρθεις για να με προσηλυτίσεις με τις περίεργες ιστορίες σου. Ψάχνεις συνοδοιπόρο, συνεπιβάτη στις αποδράσεις σου και προστρέχεις στο απάνεμο καταφύγιό μου, απελπισμένος να σε ακούσουν, να σε συντροφεύσουν, να σε θαυμάσουν.
Οι ιστορίες σου μονοδιάστατα αφηγηματικά σχήματα, που περιγράφουν με τρόπο μοναδικό το μακρινό, το ουτοπικό, το μαγικό. Περίπλοκες διαδρομές μεταφοράς στο απλό τότε του πουθενά. Ο χρόνος τους αόριστος, ο τόπος τους άγνωστος, τα πρόσωπά τους ανώνυμα. Μα παρ' όλα αυτά τόσο αυθεντικές, λες και είναι προσιτά δικές σου. Απλές περιηγήσεις του νου, που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στο εξιδανικευμένο.
Στεκόμουν και τούτη τη φορά και σε χάζευα από την πρώτη λέξη, την πρώτη φράση. Λες και το 'ξερα! Μια φορά που ποτέ δεν είναι μόνο μία. Κι ένας καιρός που ποτέ δεν είναι το τώρα. Ο λόγος σου πάντα απλός και λιτός, χωρίς πολλά επίθετα και γλαφυρότητες, μα συνάμα ήρεμος, σταθερός και μέσα στην υπερβολή. Οι ήρωές σου πάντα νέοι. Αυθεντικοί. Ιστορίες απλές με όμορφο πάντα τέλος. Και η φωνή σου? η φωνή σου μαγικός δρόμος που οδηγεί στον κόσμο του υπερβατικού, του παραμυθένιου, του ονειρικού. Η χροιά της χαραγμένη ανεξίτηλα στο "είναι" μου. Την ξέρω τόσο καλά. Απόδραση είναι ο λόγος σου. Μαγεία. Πόσο λατρεύω αυτό το σημείο! Πόσο μ' αρέσει ο τόνος της φωνής σου, η έκπληξη στο πρόσωπό σου για το γνωστό που ίσως να ξέχασα και θα με σαγηνέψει και πάλι όπως την πρώτη φορά που το μοιράστηκες μαζί μου. Με κέρδισες και απόψε με την υπερβολή σου. Με κέρδισες και πάλι με το πάθος και τη δύναμή σου. Και πάλι. Και τώρα, όπως πάντα.
Τελειώνεις. Κάπου εδώ φαίνεται πως τελειώνει και η αποψινή ιστορία σου. Ναι, τώρα θυμάμαι πως κάπου εδώ τελειώνουν πάντα όλα καλά. Πώς το λένε? α, ναι! Η γνωστή ατάκα του τέλους, στρογγυλή σφραγίδα που έρχεται και αγκαλιάζει τα πάντα και σημαδεύει το νυχτερινό μου διαβατήριο στον κόσμο των ονείρων. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Τώρα πλέον μπορείς να σκύψεις και να με φιλήσεις, να με χαϊδέψεις στα μαλλιά και να μου στείλεις δονήσεις αγάπης. Κι εγώ θα σου χαμογελάσω και θα αλλάξω πλευρό, θα αγκαλιάσω το μαξιλάρι μου και θα γυρίσω στο πλάι για να χαθώ στον κόσμο των ονείρων με σύμμαχο τη χάρη της αφήγησής σου. Οπως κάθε βράδυ, όπως κάθε νύχτα που το σκοτάδι κυριεύει τον κόσμο μας.
Στα χείλη μου δύο λέξεις πασχίζουν να αποδράσουν. Μα ακόμα δεν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να ωριμάσουν και να ξεχυθούν στον αιθέρα που μας χωρίζει και μας ενώνει. Μέρες τώρα. Μήνες. Στο μεταίχμιο του ευτυχισμένου τέλους η προοπτική της όποιας συνέχειας του παραμυθιού. Και μετά; Και μετά; Πάντα θα υπάρχει το μετά, ακόμα και πέρα από το όποιο καλύτερο τέλος. Μα μένει συνήθως ανείπωτο ετούτο το μετά κι αχαρτογράφητο. Ανεξερεύνητο κομμάτι του κοσμικού μας χρόνου.
Κλείνω τα μάτια και το μετά ζωντανεύει μαγικά πλέον κάτω από τα σφαλισμένα μου βλέφαρα και είμαι εγώ τώρα που παίρνω τη σκυτάλη για να διαφύγω από το καταφύγιό μου και να ταξιδέψω στην χώρα του πουθενά, στον χρόνο του αορίστου. Και η απάντηση παραμένει δική μου, ανεξομολόγητη εμπειρία που με τον καιρό θα ωριμάσει και θα δραπετεύσει κάποια στιγμή από τα εσώψυχά μου.
Μεγάλωσα. Μεγάλωσα και έπαψες πλέον να έρχεσαι, ίσως γιατί μεγάλωσες κι εσύ, ίσως γιατί γέρασες κι έφυγες μακριά. Ο χρόνος μετέβαλε εκείνο το τέλος το καλό σε κάτι άλλο, ίσως περισσότερο επώδυνο. Και οι ιστορίες σου; Οι ιστορίες με το ευτυχισμένο τέλος μεταφέρθηκαν τελικά στο υποσυνείδητό μου, γίνανε κομμάτι του εαυτού μου, κτήμα της σκέψης μου, μέρος του μυαλού μου, δικές μου, και μεταλλάχθηκαν εντός μου, ανέπτυξαν πολλαπλές διαστάσεις, ορίστηκε επιτέλους ο χρόνος τους, τα πρόσωπα έγιναν οικεία, τα μέρη τους πατρίδα μου, έγιναν σύνθετες τελικά μα συνάμα προσιτές και καθημερινές.
Επαψες να έρχεσαι τα βράδια, μα τα παραμύθια σου έρχονται στα όνειρά μου ακόμα. Και το μετά έγινε πλέον τώρα. Κι ο χρόνος αποκάλυψε στο μυαλό μου τη συνέχεια ενός καλού τέλους. Αυτού του ίδιου τέλους που μου εντρύφησες με τις ιστορίες σου. Και νομοτελειακά κλήθηκα να συμπληρώσω τα κενά του χρόνου και να αποτελειώσω στο διηνεκές του απείρου το τέλος που μου αναλογεί. Χρέος μου πλέον να αποσαφηνίσω το νέο ευτυχισμένο τέλος. Να σε ξαναβρώ. Να στο ομολογήσω. Να στο εξομολογηθώ.
Κι έτσι ήρθα και πάλι για να σ' αρχίσω με τα δικά μου. Πήρα το γνωστό μου ύφος και άρχισα το συνήθη μου μονόλογο. Προσωπική παράσταση για έναν ρόλο κι εσύ πλέον να γίνεσαι ο αυθεντικός μοναχικός ακροατής. Με περίμενες. Δεν μπορείς να μου το κρύψεις. Κάθε φορά με περιμένεις. Κάτι σου λέει κάθε φορά πως θα έρθω για να σε προσηλυτίσω με τις περίεργες ιστορίες μου. Ψάχνω συνοδοιπόρο, συνεπιβάτη στις αποδράσεις μου και προστρέχω στο απάνεμο καταφύγιό σου απελπισμένος να με ακούσουν, να με συντροφεύσουν, να με θαυμάσουν.
Στέκεσαι και τούτη τη φορά και με χαζεύεις από την πρώτη λέξη, την πρώτη φράση. Λες και το 'ξερες! Μια φορά που ποτέ δεν είναι μόνο μία. Κι ένας καιρός που ποτέ δεν είναι το τώρα. Τελειώνω. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Τώρα πλέον μπορώ να σκύψω και να σε φιλήσω, να σε χαϊδέψω στα μαλλιά και να σου στείλω δονήσεις αγάπης. Κι εσύ θα μου χαμογελάσεις και θα αλλάξεις πλευρό, θα γυρίσεις στο πλάι για να χαθείς στον κόσμο των ονείρων με σύμμαχο τη χάρη της αφήγησής μου. Οπως κάθε βράδυ, όπως κάθε νύχτα που το σκοτάδι κυριεύει τον κόσμο μας. Στο μεταίχμιο του ευτυχισμένου τέλους, η προοπτική της συνέχειας του παραμυθιού πάντα, όμως, θα παραμένει. Και μετά; Και μετά; Πάντα θα υπάρχει το μετά, ακόμα και πέρα από το καλύτερο τέλος. Μα μένει συνήθως ανείπωτο κι αχαρτογράφητο. Ανεξερεύνητο κομμάτι του χρόνου. Και, μεταξύ μας, τώρα που περάσανε τα χρόνια μπορώ να πω πως ίσως να είναι και καλύτερα. Τώρα που σε βρίσκω και πάλι πρέπει να σου το ομολογήσω. Ισως γιατί αυτό το ευτυχισμένο τέλος που κληρονόμησα από σένα να κλήθηκα να το κληροδοτήσω κι εγώ με τη σειρά μου. Αλλωστε ένα ευτυχισμένο τέλος σηματοδοτεί μια νέα ευτυχισμένη αρχή. Οσο για το μετά...

Η ιστορία δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ του Σαββάτου 20/8/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου