Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33 - ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ


Είναι πιο δύσκολο να κατακτήσεις την γυναίκα παρά το πιο άγριο θηρίο.
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ


Ο φίλος μου ο Σωτήρης παντρεύτηκε και χώρισε σε χρόνο ρεκόρ. Πρέπει να έχει μείνει στα χρονικά ο γάμος του ως ο πιο γρήγορος και ο πιο σύντομος στην πολύχρονη ιστορία του πολύπαθου χωριού του. Ήταν τότε που τελείωσε από φαντάρος, επέστρεψε στα πάτρια εδάφη και τον διπλάρωσε στο άψε - σβήσε μια συχωριανή του, όταν τη στρίμωξε επιτακτικά ένα χειμωνιάτικο απόγευμα σ’ ένα γειτονικό στάβλο κι έγινε πρώτο θέμα στη μικρή κοινωνία του χωριού. Κι έπρεπε να επανορθώσει για την τιμή και την υπόληψή της, ακόμα κι αν το πλήρωνε με την πολύτιμη ελευθερία του. Και το έπραξε. Παντρεύτηκε. Και μετά έπρεπε να χωρίσει για την τιμή και την υπόληψή του. Ακόμα κι αν το πλήρωνε με την ίδια του την πολύτιμη ζωή. Και το έπραξε. Χώρισε.

Ο Σωτήρης ανέκαθεν ήταν ερωτευμένος με την ίδια τη ζωή. Αισιόδοξος, χαμογελαστός, γεμάτος ενέργεια και διάθεση για διασκέδαση, αναίσθητος σε πολλές άλλες περιπτώσεις που επέφεραν άγχος και στρες. Από μικρός ρουφούσε σαν το μεδούλι κάθε στιγμή της ζωής. Γνώριζε, αν μη τι άλλο, να ζει. Συμμαθητές από τα πρώτα σχολικά χρόνια, φίλοι κολλητοί, γείτονες. Μαζί ανακαλύψαμε τις χαρές και τις λύπες της ζωής. Γνωρίσαμε τον κόσμο παρέα.


Ως λάτρης των πολεμικών τεχνών και της σωματικής συμμετρίας, εντρυφούσε βαθιά στις ανατολικές λογικές περί σωματικής και ψυχικής αγωγής και προσπαθούσε ανεπιτυχώς να με εντάξει και μένα στη διαδικασία.

Αποτελούσα εκείνον τον προσεγγίσιμο καθημερινό δέκτη που μπορούσε να δεχθεί άμεσα και αβασάνιστα κάθε του σχόλιο, κάθε του εμπειρία με απώτερο στόχο τη μύηση. Μάταια όμως. Γνώριζε πολλά και μάθαινε συνεχώς περισσότερα. Εγώ απλά άκουγα. Βιβλία, οδηγοί, δάσκαλοι, φίλοι και γνωστοί, ακόμα και οι γνωστές μας ταινίες παίζανε το ρόλο τους στη διαπαιδαγώγησή του σύμφωνα με τα πρότυπα της Ανατολής.

Τέσσερα πλευρά, δυο δόντια και τρία ραγίσματα ήταν ο τραγικός απολογισμός των πολλαπλών προπονήσεων και αγώνων στο βωμό της ψυχικής και σωματικής αναρρίχησης στα ανατολίτικα μονοπάτια της άσκησης. Τουλάχιστον τόσα μου είχε αποκαλύψει. Μάρτυρας είχα γίνει σ’ έναν και μοναδικό του αγώνα που φιλοτιμήθηκα να παρακολουθήσω, κι αυτό γιατί δεν ήθελα να βλέπω τον φίλο μου να τον σπάνε στο ξύλο κι εγώ να μένω ανήμπορος σε μια γωνιά, κραυγάζοντας.

Στην αρχή μου φάνηκε πως ήταν απλά επηρεασμένος από τις τάσεις της εποχής. Και να τα βαράκια, τα μονόζυγα, τα push ups, και οι εξουθενωτικοί κοιλιακοί. Μετά ήρθαν τα εξειδικευμένα μαθήματα. Καράτε, τάε - κβο - ντο, τάε - ξου - ντο, σιου- ζίτσου, μποξ, κικ - μποξ, ό,τι μπορούσε να φανταστεί ο νους. Άλλαζε τις ζώνες σαν τα πουκάμισα. Κίτρινη, κόκκινη, πράσινη, μπλε, και να και τα νταν στις μαύρες ζώνες, όπως οι χριστουγεννιάτικοι κτύποι της καμπάνας. Και ύστερα ήρθε και η μύηση στην ανατολική φιλοσοφία. Και να τα γνωμικά, οι θεόσταλτες αναφορές στην τέχνη του πολέμου, οι φιλικές παραινέσεις και τα συναφή. Κάθε φορά που τον συναντούσα, μαζί με τους καινούργιους μώλωπες που μου αποκάλυπτε με περισσή περηφάνια και με προκαλούσε να αγγίξω, μου εξαπέλυε κι ένα ρητό για να με κάνει να αισθανθώ τη δύναμη της φιλοσοφίας τους.

«Στο μονοπάτι της γνώσης ο πολεμιστής πρέπει να διεισδύει όλο και βαθύτερα στον εαυτό του και τη ζωή του. Έτσι πρέπει να κάνεις κι εσύ! Να διεισδύσεις στα άδυτα της ψυχής και του σώματός σου!»

Τον έβλεπα να μου παραθέτει φιλοσοφικά αποσπάσματα και κουνούσα το κεφάλι. Ποιος; Ο Σωτήρης! Που άκουγε για βιβλία και γυρνούσε επιδεικτικά την πλάτη! Να διεισδύσει βαθύτερα. Μόνο στη Σούλα κατάφερε να διεισδύσει, εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα, βαθύτερα και παράνομα. Η Σούλα, όπως ήταν λογικό, γκαστρώθηκε και ο Σωτήρης βρήκε τη σωτηρία του στο μυστήριο του γάμου που αποτελούσε επιτακτική λύση ανάγκης, μια και τα αδέρφια της δεν αστειεύονταν και η μικρή κοινωνία του χωριού δεν συγχωρούσε. Η Σούλα ντύθηκε στα γρήγορα νυφούλα, παρακάμπτοντας έρωτες, αγάπες, και οποιεσδήποτε ζυμώσεις του είδους μέσα σε λίγες μόνο μέρες και ο Σωτήρης μου δικαιολογούνταν με το γνωστό του τρόπο.

«Οι νόμοι των πολεμιστών είναι σαφείς. Να χαϊδεύεις όπου υπάρχει ανάγκη για χάδι. Να κτυπάς όπου υπάρχει ανάγκη για κτύπημα. Τη Σούλα μόνο να τη χτυπούσα δεν μπορούσα, γι’ αυτό και την χάιδεψα…"

Κάπως έτσι πρέπει να σκέφτηκε και όταν χάιδεψε και τη Σοφία για να επιβεβαιώσει το γνωστό κανόνα. Την είχε γνωρίσει όταν ελευθερωνόταν η Σούλα από το σπόρο του. Νοσοκόμα. Τη γνώρισε στο μαιευτήριο. Δεν ήθελε και πολύ. Μέρες μετά τη γέννηση ήρθε στο φως και το αθώο πολεμικό χάδι στην εσωτερική αποκλειστική του νοσοκομείου.

«Ακόμα κι αν είναι επικίνδυνο, πρέπει να ζήσεις σύμφωνα με την αλήθεια. Αυτό είναι το μονοπάτι του πολεμιστή. Είναι το μοναδικό μονοπάτι!», μου έλεγε. Αλήθειες πρέπει να εξομολογήθηκε και στη Σοφία κι εκείνη πίστεψε τις σοφίες του και του ’κατσε μετά το αθώο χάδι, στην κλινική την ώρα της γέννας. Η Σούλα γεννούσε κι εκείνος γκάστρωνε. Λογικό, αληθινό.

Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, τίποτα εκείνος. Δεν μπορούσε να αποδεχθεί το μοναχικό ρόλο του υπομονετικού συζύγου και του πιστού άνδρα που δεν θα άπλωνε χέρι σ’ άλλον και χάδι σ’ άλλη. Τι στο καλό τις είχε τόσες και τόσες ζώνες με τόσα νταν;

Η αλήθεια είναι πως άρχισαν να κτυπούν τα καμπανάκια στο μυαλό της Σούλας. Νταν, ντιν, νταν! Πότε η Σοφία, πότε η Αλίκη, πότε η Κική, πότε η μια και πότε η άλλη, είδε κι απόειδε κι εκμυστηρεύτηκε το μυστικό στα αδέρφια της. Ο μικρός μεγάλωνε χωρίς πατέρα, αφού εκείνος μπερμπάντευε στις κλινικές και τα νοσοκομεία, έχοντας προκλητικές νοσοκόμες να του περιθάλπουν τους μώλωπες και τα τραύματα των προπονήσεων, που ήταν πολλά και συχνά. Τότε ήταν που του μαυρίσανε και το ένα μάτι και από λίγο να χάσει και την όρασή του ο αθεόφοβος!

«Στο μονοπάτι της γνώσης, ο πολεμιστής πρέπει να πεθαίνει για να ξαναγεννηθεί, έχοντας αποκτήσει νέα ενόραση», μου έλεγε και χαμογελούσε. Αμφιβάλω αν μπορούσε να με κοιτάξει, όταν μου ξεστομούσε παραληρώντας τα παραπάνω εκείνο το απόγευμα στο κρεβάτι του πόνου, στο πλευρό μιας πληθωρικής νοσοκόμας που αδημονούσε για το πολεμικό φιλοσοφημένο χάδι του. Εκείνος δεν ξέρω αν με έβλεπε, τον έβλεπε όμως η Σούλα, κι εκείνη, όπως και να το κάνουμε, ξαναγεννήθηκε. Επαναστάτησε, ξεπέρασε την παθολογική της αγάπη και μοιράστηκε τις απόψεις της με τα αδέρφια της που τον κυνήγησαν μέχρις εσχάτων για να αποκαταστήσουν τη φήμη της οικογένειας. Ο Σωτήρης όπως ήταν φυσικό εγκλωβίστηκε. Το μονοπάτι του γάμου έμοιαζε απροσπέλαστο. Έπρεπε να αποσυμφορήσει την κατάσταση όσο πιο ανώδυνα γινόταν.

«Ακόμα κι αν θριάμβευσες, αποχώρησε με ταπεινοφροσύνη. Αυτός είναι ο δρόμος του πολεμιστή», μου έλεγε και μου ξανάλεγε κάθε φορά που τον έβλεπα να μου εξιστορεί τα πάθη του. Το ό,τι έπρεπε να αποχωρήσει το γνώριζα. Το ό,τι έπρεπε να αποχωρήσει ταπεινά, το κατάλαβα. Τον έρμο τον θρίαμβο δεν μπορούσα να διακρίνω, αλλά αυτό είναι μια άλλη υπόθεση.

Η αντοχή στο ξύλο τελικά του βγήκε σε καλό. Δεν έβλεπα πουθενά θρίαμβο στους μώλωπες και τις πληγές που απαριθμούσα στο κορμί του, από ταπεινοφροσύνη όμως έσκιζε! Δεν έβλεπα θρίαμβο στην απουσία του γιου του από τη ζωή του, αλλά από ταπεινοφροσύνη έσκιζε!

Το διαζύγιο με τη Σούλα ήταν συναινετικό. Εκείνη το επιζητούσε, εκείνος το επιθυμούσε. Ήξερε πως δεν μπορούσε να περιμένει περισσότερα από μια σχέση που είχε πλέον φθάσει στο έπακρο, αν και την πλήρωσε ακριβά με τη στενοκεφαλιά του.

«Για να φτάσεις στο τέλος του μονοπατιού πρέπει να βαδίσεις όλη σου τη ζωή», μου έλεγε. Εκείνος έφθασε κάποια στιγμή κοντά στο τέλος, τότε που τον περιμάζεψα σ’ ένα απόμερο μονοπάτι, κι αυτόν και τα νταν του. Ίσως το τέλος να ήταν λίγο μακρύτερα, ίσως όχι, σημασία έχει πως σώθηκε στο παρά πέντε, ίσως σε τελική ανάλυση να πέθανε και να ξαναγεννήθηκε, ταπεινά και θριαμβευτικά, όπως αρμόζει σ’ έναν πολεμιστή.

Σήμερα, ο Σωτήρης αναρρώνει από τις πληγές της φιλοσοφίας του. Ο αναπόφευκτος γάμος του που άγγιξε τα όρια της πολεμικής τρέλας, χτύπησε περισσότερο απ’ όλους τον ίδιο του τον γιο που μεγαλώνει χωρίς το χάδι του πατέρα. Η Σούλα ξαναπαντρεύτηκε και βρήκε ισορροπημένο πατριό για τον γιο της, άντρα προικισμένο και κουβαρντά, που απέφευγε τις ανατολικές φιλοσοφικές αναζητήσεις και τον χωρούσαν μόνο τα απομονωμένα σύνορα του περιβόητου χωριού.

Ο Σωτήρης σώθηκε. Ξαναγεννήθηκε και παντρεύτηκε τη νοσοκόμα που του περιέθαλψε τις πληγές και του μεγάλωσε το σπόρο από το χάδι του. Όσο για το μονοπάτι του, έγινε λεωφόρος…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου