Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2013

Ομιλία Νίκου Παργινού για το βιβλίο: "Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο"


 
Ομιλία του συγγραφέα Νίκου Παργινού
στο πλάισιο της παρουσίασης του νέου βιβλίου
του Πρωτοπρεσβύτερου Θεμιστοκλή Μουρτζανού
στην Κέρκυρα την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, ανάμεσά σας, στο πλευρό του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού, ενός ανθρώπου που σέβομαι και εκτιμώ απεριόριστα, για να σας παρουσιάσουμε μαζί το νέο του βιβλίο, που φέρει τον τίτλο: «Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο». Έχουν περάσει δυόμισι περίπου χρόνια από την ημέρα που παρουσιάσαμε στο κοινό της Κέρκυρας το πρώτο του βιβλίο, που μιλούσε για τους νέους, κι αναζητούσε τον σύγχρονο λόγο και ρόλο της Εκκλησίας στις πτυχές της νεανικής τους ζωής. Και νιώθω πραγματικά τυχερός που μου δίνεται και πάλι η δυνατότητα να τον πλαισιώσω και να καταθέσω για ακόμα μια φορά τη δική μου άποψη γι’ αυτό το νέο του δημιουργικό ταξίδι.

Η σχέση μου με τον π. Θεμιστοκλή εξακολουθεί να περνάει μέσα από συμπληγάδες κι από σαράντα κύματα αναζητώντας την κοινή μας Ιθάκη. Εξακολουθεί να ζυμώνεται μέσα από πολυποίκιλες δράσεις με κοινό παρονομαστή τον άνθρωπο, τη γνώση και φυσικά την πίστη. Αυτό που με τρομάζει, βέβαια, είναι πως οι συγγραφικές του περιπέτειες φαίνεται να ακολουθούν τη ζωή μου κατά πόδας. Ή ίσως να συμβαίνει και το ανάποδο, η ζωή μου να ακολουθεί τις πνευματικές του ανησυχίες. Ίσως να αποτελώ κι εγώ μέρος της πνευματικής του έμπνευσης, κομμάτι μιας πολυποίκιλης δεξαμενής άντλησης δεδομένων. Δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά το γεγονός, πως πριν από τρία περίπου χρόνια ένιωθα πως το βιβλίο που είχε γράψει, αυτό για τους νέους και τις ανησυχίες τους, έμοιαζε να μ’ αφορά στο έπακρο. Τα χρόνια, βέβαια, πέρασαν, κι ετούτο το νέο του βιβλίο με κάνει και πάλι να νιώθω πως γράφτηκε για μένα, αφού η οικογένεια και ο μικρόκοσμός της, έγινε το καθημερινό μου βίωμα. Πάτερ, δεν σου κρύβω πως με τρομάζει η ιδέα του επόμενού σου βιβλίου. Προετοίμασε με λίγο, ελπίζω να μην αφορά τον θάνατο.

Ο Αλέξανδρος Δουμάς, θεωρούσε πως: τα δεσμά του γάμου είναι τόσο βαριά που χρειάζονται δυο για να τα κουβαλήσουν, συχνά και τρεις. Άλλοι δε, αυτοί που δεν τα πάνε και τόσο καλά με τη θρησκεία, έχουν σχηματισμένη στο μυαλό τους μια δεδομένη άποψη που σίγουρα όλοι μας την έχουμε κάπου ακούσει. Θεωρούν πως: η Εκκλησία, μην μπορώντας να καταργήσει τον έρωτα, θέλησε τουλάχιστον να τον απολυμάνει, επινοώντας το μυστήριο του γάμου. Ο Δουμάς, πάντως, έλεγε και κάτι άλλο, πως: ο έρωτας είναι θέμα φυσικής κι ο γάμος θέμα χημείας. Ένας καλός μου φίλος και συμμαθητής, Κερκυραίος γιατρός, βλέποντας το θέμα καθαρά επιστημονικά το πήγε ακόμα παραπέρα, θεωρώντας, με αρκετή δόση χιούμορ βέβαια, πως: η χημεία του έρωτα ξεκινά οργανική και καταλήγει ανόργανη. Εγώ, από την άλλη, θεωρώ, πως η ιδέα του γάμου, ειδικά στις μέρες μας, είναι μια πράξη ηρωισμού, μια πράξη που για να μιλήσουμε και λίγο λογοτεχνικά, επιχειρεί να διασκευάσει ένα πανέμορφο ποίημα, αυτό της αγάπης, σ’ ένα πεζογράφημα, αυτό του γάμου. Κι όπως και να το κάνουμε, οι διασκευές έχουν και τις παρενέργειές τους. Για όλα αυτά, λοιπόν, για την αγάπη και τον κόπο του γάμου, τη φυσική και τη χημεία του έρωτα, την οικογενειακή ζεστασιά και την ψυχρολουσία της αιώνιας δέσμευσης, τη λογοτεχνική διασκευή της αγάπης στο πεζογράφημα της οικογενειακής μας καθημερινότητας, την Εκκλησία και τον Χριστό, μας μιλά σε τούτο το βιβλίο του ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός. Κι έχει το θάρρος και την τόλμη, για ακόμα μια φορά, να μας μιλήσει για πράγματα που οι περισσότεροι προτιμούν να σιωπούν και να παραβλέπουν.

Ξέρετε, η πρώτη συμβουλή που μας δίνουν απλόχερα, όλοι, ανεξαιρέτως, όταν επιχειρούμε να παντρευτούμε, είναι να βρούμε τον κατάλληλο ή την κατάλληλη, τον σωστό άνθρωπο, όπως λένε χαρακτηριστικά. Είναι, υποτίθεται, το μυστικό που κρύβεται πίσω κάθε πετυχημένο γάμο. Ακόμα και η Εκκλησία συνιστά προσεκτική επιλογή του συντρόφου μας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά μέσα στο βιβλίο του κι ο π. Θεμιστοκλής. Προσεκτική επιλογή του «εγώ» που θα ενωθεί με το δικό μας για να γίνουμε «εμείς». Των «θέλω» που θα ενωθούν με τα δικά μας για να γίνουν τα «θέλω μας». Σύμφωνοι. Ξεχνάμε, όμως, ίσως το πιο βασικό. Δεν ωφελεί να βρούμε τον σωστό άνθρωπο και να τον παντρευτούμε. Είναι εξίσου απαραίτητο να είμαστε κι εμείς παράλληλα ο σωστός άνθρωπος, αυτός που θα αξίζει να βρεθεί για να τον παντρευτούν. Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, προορίζεται για να μας προετοιμάσει. Να μας κάνει να κοιταχτούμε στον καθρέπτη και να αναρωτηθούμε, πόσο έτοιμοι, πόσο σωστοί, πόσο επιλέξιμοι είμαστε τελικά για κάτι τέτοιο; Είναι ένας οδηγός για νέους ενδιαφερόμενους γονείς που βρίσκονται στο σταυροδρόμι της σύγχρονης οικογένειας, αλλά κι ένα απάνεμο καταφύγιο για όλους εμάς τους θαλασσοδαρμένους οικογενειάρχες. Μιλά για την ευλογία και τον σταυρό της αγάπης και, πιστέψτε με, το κάνει, για να δανειστώ τα λόγια του πατέρα Θεμιστοκλή, χωρίς να οχυρώνεται στην εκκλησιαστική ακαμψία της αυθεντίας του παρελθόντος. Το κάνει παίρνοντας ως αφορμή κομμάτια από τον τρόπο ζωής μας, παραστάσεις απ’ όσα βιώνουμε καθημερινά, και καταφέρνει και προσεγγίζει σε μεγάλο βαθμό το σήμερα για να μας μεταδώσει τον απαραίτητο εκκλησιαστικό λόγο που τόσο έχουμε ανάγκη. Όχι θεωρητικά, φιλοσοφικά ή ακαδημαϊκά, αλλά με χειμαρρώδη πνευματικό λόγο, λόγο που δεν κομπιάζει κι επιχειρεί να μας υπενθυμίσει τα αυτονόητα, αυτά που έχουμε αφήσει στο περιθώριο, αυτά που ξεχάσαμε κάπου στην πορεία, αυτά που δεν θέλουμε ή αδυνατούμε να δούμε, προτείνοντάς μας ταυτόχρονα σωτήριους δρόμους για την διαφύλαξη του ευλογημένου δώρου, του δώρου της αγάπης.

Δεν χτίζονται συνειδήσεις με συλλογισμούς κι επιχειρήματα, μας λέει ο π. Θεμιστοκλής στο βιβλίο του, αλλά με βίωση αληθινών σχέσεων. Κι εκεί χρειάζεται να ξαναδούμε την επαφή μας με το ήθος της εποχής. Όσοι μιλούμε με τους νέους οφείλουμε να μοιραστούμε τον προσωπικό μας αγώνα. Το δικό μας βίωμα. Τις χαρές και τις δυσκολίες μας είτε έχουμε και φυσική είτε μόνο πνευματική οικογένεια. Δεν αρκεί να μιλάμε για τις ζωές των αγίων όταν οι νέοι έχουν μπροστά τους εμάς. Εμάς κρίνουν και από εμάς διαμορφώνουν άποψη. Κι ο π. Θεμιστοκλής δεν φοβάται να μιλήσει για το δικό του βίωμα. Δεν φοβάται να μοιραστεί τις δικές του εμπειρίες, τόσο από την καταπληκτική φυσική του οικογένεια, όσο και από την πνευματική κοινότητά μας. Αυτό είναι και το δικό του μυστικό. Ξέρει από πρώτο χέρι για τους σταυρούς και τις ανηφόρες, τις οδυνηρές μας ήττες της καθημερινότητας, τις μάχες με τα ίδια μας τα «θέλω», τα «πρέπει» και τα «γιατί», τους πειρασμούς και τους εχθρούς που μας βρίσκουν ευάλωτους στην γωνία στέκεται με θάρρος και συνέπεια απέναντι από τον στυγνό εκκλησιαστικό λόγο που ηθικολογεί και αδυνατεί να αρθρώσει ουσιαστικά επιχειρήματα και γράφει φωτισμένα αγγίζοντας τελικά τις ψυχές μας.

Ζούμε σε μια εποχή δύσκολη, μια εποχή οικονομικής κρίσης. Μια εποχή που η οικογένεια και τα παιδιά θεωρούνται πολυτέλεια και τεκμήριο για τους φωστήρες της οικονομίας. Μια εποχή κι έναν κόσμο που ξόδεψε 1.735 δις δολάρια για πολέμους το 2012, ενώ θα χρειαζόταν μόνο 135 δις δολάρια για να εξαφανιστεί η φτώχεια την ίδια χρονιά. Μια εποχή που βασιλεύουν οι εφήμερες σχέσεις, η επιστροφή στο πατρικό, οι χωρισμοί χωρίς την βούλα, τα κορνιζαρισμένα πτυχία, οι καριέρες της μετανάστευσης, τα οικονομικά προβλήματα χωρίς τελειωμό, τα ενυπόθηκα δάνεια κάθε είδους, οι πιστώσεις και οι χρεώσεις, τα ισοζύγια και οι προϋπολογισμοί, οι καλοί λογαριασμοί που κάνουν τους καλούς φίλους, ο έρωτας στο παρασκήνιο των προσφορών, η αγάπη στο περιθώριο της ακρίβειας, η δέσμευση στον αστερισμό της αμφισβήτησης, οι ολέθριες συνέπειες του «στα έλεγα» και του «στο είχα πει», η μοναξιά της απομόνωσης, ο φόβος της ήττας, οι εφιάλτες της αποτυχίας, τα «θέλω» που χάσαμε στην πορεία, τα «πρέπει» που φορτωθήκαμε στο δια ταύτα. Κι αν έμεινε ακόμα κάτι αλώβητο στο πέρασμα όλων ετούτων, είναι ο ιερός θεσμός της οικογένειας, που αποτελεί για τον καθένα από εμάς κάτι ξεχωριστό, και που ελπίζω να παραμείνει έτσι και να μην μας το πάρει κι αυτό η μπόρα. Γι’ αυτό είναι επίκαιρο όσο ποτέ ετούτο το βιβλίο, μ’ όλες τις αναφορές του.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο πατέρας Θεμιστοκλής είναι προσιτή, εύπεπτη και σύγχρονη. Απ’ όλο το βιβλίο ξεχώρισα το γράμμα του γονιού προς το παιδί του, ίσως γιατί έγινε πιο άμεσος ο λόγος του συγγραφέα, ίσως γιατί ταυτίστηκα και μ’ άγγιξε περισσότερο από το υπόλοιπο κείμενο. Από την άλλη, αν και αρκετά μεγάλο σε όγκο το βιβλίο, αν και καταπιάνεται με τόσα πολλά γύρω από το θεσμό της οικογένειας, τελειώνοντάς το, ένιωσα πως θα ήθελα να καταπιανόταν με ακόμα περισσότερα θέματα. Όπως το αναφαίρετο δικαίωμα της απόλαυσης μέσα στον γάμο. Τις προγαμιαίες σχέσεις, τους χωρισμούς, τις μονογονεϊκές οικογένειες. Τις λογικές «εκπτώσεις» της επίσημης Εκκλησίας από το ίδιο το μυστήριο του γάμου, τη συγκαταβατική της στάση στο θέμα του διαζυγίου ή την αποδοχή των τριών θρησκευτικών γάμων. Αλλά και την βίαιη αλλαγή των δεδομένων που αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία σήμερα. Τα σύμφωνα συγκατοίκησης, τις οικογένειες που ζουν χώρια, τις οικογένειες που ποτέ δεν ευλογήθηκαν μυστηριακά, αλλά και τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που έχουν να κάνουν με τους πολλαπλούς χωρισμούς και αλλεπάλληλους γάμους των γονέων. Αλλά και το μεγάλο δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι νέοι, που όταν βρίσκονται σε οικονομική κατάσταση τέτοια που να μπορούν να φτιάξουν οικογένεια, είναι αρκετά μεγάλοι γι’ αυτήν, και ίσως ξέρουν πάρα πολλά για να μην το αποφασίσουν τελικά. Τη διαφοροποίηση της ίδιας της δομής της πατροπαράδοτης οικογένειας, αφού σε λίγα χρόνια θα είναι δεδομένη η απουσία των παππούδων και των γιαγιάδων, μια και τα νέα ζευγάρια παντρεύονται μετά τα τριάντα ή ακόμα και στα σαράντα. Αλλά και τα νέα δεδομένα για τα παιδιά και την εφηβεία. Πρόσφατα, διάβαζα μια αποκαλυπτική έρευνα για την εφηβεία. Είναι γεγονός, πλέον, πως τα σημερινά παιδιά μπαίνουν σ’ αυτήν ψυχικά και σωματικά δυο χρόνια νωρίτερα σε σχέση με τους γονείς τους, και σχεδόν τέσσερα χρόνια νωρίτερα συγκριτικά με τους παππούδες τους. Οι ειδικοί, μάλιστα, δεν μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια τις αιτίες αυτού του φαινομένου, κρούουν όμως τον κώδωνα του κινδύνου όσον αφορά στην σεξουαλική τους ζωή.

Κάποτε, ένας εφτάχρονος αναρωτήθηκε και με το δίκιο του άλλωστε: Ήθελα να ‘ξερα ποιος βάζει τις βιταμίνες στο σπανάκι στο καρότο και στο ρετσινόλαδο και δεν τις βάζει στα παγωτά, στα πατατάκια και στις καραμέλες. Εγώ, πάλι, από την μεριά μου, ήθελα να ‘ξερα ποιος είναι αυτός που ευλογεί την αγάπη με σταυρούς και θυσίες, με κόπο, πειρασμούς και γκρίνια, φαγούρα, βάσανα, σκοτούρες, αγωνίες, καυγάδες, μιζέρια και άγχος. Ποιος είναι αυτός που αποφασίζει, πως το παιδί όταν μπαίνει στο σπίτι σου πρέπει να κάνει τόσο θόρυβο που δύσκολα τον αντέχεις, κι όταν φεύγει θα το αφήνει τόσο σιωπηλό που νομίζεις πως θα τρελαθείς. Ποιος είναι αυτός, που επιτρέπει σ’ όλους μας να επιδεικνύουμε με καμάρι τα παιδιά μας ως τα πιο έξυπνα παιδιά του κόσμου και μέχρι την ενηλικίωσή τους να χάνεται από τα περισσότερα όλη αυτή η εξυπνάδα. Ποιος είναι αυτός που μας βάζει να περνάμε τους δώδεκα πρώτους μήνες των παιδιών μας μαθαίνοντάς τα να περπατάνε και να μιλάνε, και τους επόμενους δώδεκα λέγοντάς τους να κάτσουν κάτω και να «βγάλουν τον σκασμό». Ποιος είναι αυτός που κάνει, το να φωνάζεις όταν θέλεις τα παιδιά να σε υπακούσουν, να μοιάζει με το κορνάρισμα όταν οδηγείς. Ποιος είναι αυτός που κάνει τα παιδιά να ακούνε πολύ πιο προσεκτικά όταν δεν απευθύνεσαι σ’ αυτά. Ποιος είναι αυτός που μέσα σε λίγο καιρό, μετατρέπει το παιδί που φοβάται το σκοτάδι σε έφηβο που θέλει να μείνει έξω όλη τη νύχτα. Ποιος είναι αυτός που επιτρέπει να χρειάζονται είκοσι περίπου χρόνια σε μια μάνα να κάνει τον γιο της άντρα, και είκοσι λεπτά σε μια άλλη γυναίκα για να τον αποβλακώσει. Και πιστέψτε με, δεν έχω τις απαντήσεις που ψάχνετε! Ίσως, ούτε κι ο πατέρας Θεμιστοκλής να τις έχει. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο του, νιώθω να κέρδισα μερικές χρηστικές συμβουλές και κάμποσες όμορφες απαντήσεις σε πάμπολλα ερωτήματα που με βασάνιζαν πριν ακόμα κληθώ να κάνω οικογένεια και παιδιά. Ξέρετε, μιλάω για τότε που πριν αποκτήσεις μωρό και γίνεις πατέρας όλοι σου δήλωναν πως θα γινόσουν καταπληκτικός γονιός! Πως δεν μπορείς να φανταστείς τι χάνεις! Πως τα παιδιά δίνουν νέα διάσταση στον γάμο! Και στο κάτω – κάτω της γραφής πρέπει να αφήσεις απογόνους για να μην χαθεί το όνομα! Μα αφού αποκτήσεις μωρό, σε ενημερώνουν με χαμόγελο πως: τώρα φίλε είναι που αρχίζουν τα δύσκολα. Και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε συμβουλεύουν. Και μετά τη γέννηση του μωρού σε συμβουλεύουν. Και όταν το παιδί μπει στην εφηβεία σε συμβουλεύουν με πρώτο και καλύτερο το παιδί σου! Και όταν το παιδί σου αφήσει το σπίτι σου συνεχίζουν να σε συμβουλεύουν! Κι ανακαλύπτεις τελικά, μετά από χρόνια, πως μόνο όταν αποκτήσεις εγγόνια, οφείλεις να περάσεις όλες αυτές τις πολύτιμες συμβουλές στα παιδιά σου!

Ο γνωστός Βραζιλιάνος συγγραφέας, Πάολο Κοέλο, υποστηρίζει πως: ένα παιδί μπορεί να διδάξει έναν ενήλικο τρία πράγματα: Να είναι ευτυχισμένος χωρίς ιδιαίτερο λόγο, να είναι πάντα απασχολημένος με κάτι, και να ξέρει να απαιτεί μ’ όλη του τη δύναμη αυτό που θέλει. Προσωπικά, αυτά τα λίγα χρόνια της οικογενειακής μου περιπέτειας, αισθάνομαι να έχω διδαχθεί τόσα πολλά από τη γυναίκα, την κόρη και τον γιο μου που αδυνατώ να τα απαριθμήσω, σίγουρα περισσότερα απ’ όσα φανταζόμουν πριν γίνω πατέρας.

Κάποτε, κάποιος, είπε πως το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο είναι να κοιμάσαι με το μωρό σου στην αγκαλιά και να αισθάνεσαι την ανάσα του στο πρόσωπό σου. Μ’ αυτήν την εικόνα θέλω να σας αφήσω και να ξεχάσετε κάθε άλλο μου λόγο. Ναι, πατέρα Θεμιστοκλή, έχεις απόλυτο δίκιο. Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο και ΤΟ ΑΞΙΖΕΙ, ΤΟ ΑΞΙΖΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ! Σας ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου