Τρίτη, Ιουλίου 26, 2011

Ομιλία Νίκου Παργινού για Χρήστο Χωμενίδη


Φίλες & φίλοι. Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό ενός καταξιωμένου σύγχρονου Έλληνα συγγραφέα, για να πω κι εγώ από την πλευρά μου δυο κουβέντες για το τελευταίο του βιβλίο. Η χαρά μου είναι ακόμα μεγαλύτερη γιατί όλα αυτά γίνονται στο περιθώριο μιας γιορτής για το βιβλίο, μια γιορτής που είχε λείψει για πολλά χρόνια από την Κέρκυρα και το αναγνωστικό της κοινό. Δεν έχω λοιπόν, παρά να χαιρετίσω ετούτη την προσπάθεια του Συλλόγου των Βιβλιοχαρτοπωλών του νησιού και να ευχηθώ ετούτη η γιορτή να γίνει ετήσιος θεσμός που θα παραμείνει στον χρόνο και δεν θα σκάσει σαν πυροτέχνημα.

Είμαι από εκείνους που γνώρισαν τον Χρήστο Χωμενίδη μέσα από τα βιβλία του. Τον ανακάλυψα στις σελίδες του «Σοφού Παιδιού», όπως άλλωστε και η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Με μάγεψε από τις πρώτες σελίδες η γραφή του και δεν κρύβω πως με σαγήνεψε το γεγονός πως ξέσπασε τόσο μεγάλος σάλος γύρω από το πρόσωπό του από το πρώτο κιόλας βιβλίο. Κι ενώ πολλοί τον αναθεμάτισαν ως ιερόσυλο, υβριστή, μέχρι και ψυχικά διαταραγμένο, εγώ τάχθηκα με την πλειοψηφία του αναγνωστικού κοινού που τον θεώρησαν συγγραφική ιδιοφυΐα.

Από τότε ακολούθησαν πολλά βήματα γραφής. Δεκαοκτώ χρόνια μετά το θριαμβευτικό εκείνο ξεκίνημα η συγγραφική του πορεία συνεχίστηκε με πέντε μυθιστορήματα και τρεις συλλογές διηγημάτων. Κι αν είναι δύσκολο να αναρριχηθείς στην κορυφή με την πρώτη σου προσπάθεια, ακόμα πιο δύσκολο είναι να παραμείνεις στο προσκήνιο και να μην διαψεύσεις τις μεγάλες προσδοκίες & ελπίδες που δημιούργησες. Κι ο Χωμενίδης το κατάφερε αυτό. Κι όχι μόνο αυτό. Με την αφηγηματική του δεινότητα, τη χιουμοριστική και ανατρεπτική του σκοπιά, κατάφερε όχι μόνο να καταξιωθεί ως «νέος Καραγάτσης», αλλά να δημιουργήσει και μια δική του σύγχρονη συγγραφική σχολή με ιδιαίτερα χωμενίδια γνωρίσματα, επιστρέψτε μου να πω, άλλοτε κολακευτικά κι άλλοτε όχι από τους κριτικούς.

Ο Χωμενίδης, όμως, πάνω από όλα είναι προικισμένος με τη δωρεά του ταλέντου. Κι επειδή αυτό από μόνο του δεν φθάνει, είναι προικισμένος και με άλλα πράγματα που τον βοήθησαν να υποστηρίξει και να αναδείξει αυτό το θείο δώρο. Πρώτα από όλα με συνέπεια και υπομονή. Με σεβασμό και μεράκι για τα έργα του. Με θράσος για τις ριζοσπαστικές απόψεις του, αλλά και το κυριότερο χωρίς έπαρση και αλαζονεία.

Κάπως έτσι, προσγειωμένο και ανοικτό στο ευρύ κοινό τον συνάντησα και στο διαδίκτυο. Εκεί όπου συζητά και αναλύει τις θέσεις και τις απόψεις του με τους αναγνώστες και τους διαδυκτιακούς του φίλους. Για μένα πάντως, αυτό που κάνει τον Χωμενίδη τόσο ιδιαίτερο δεν είναι τίποτα από όλα τα παραπάνω.

Για μένα ο Χωμενίδης είναι εκπρόσωπος ενός ανύπαρκτου είδους στην Ελλάδα της κρίσης. Ξέρετε, εμείς οι νέοι συγγραφείς, οι περισσότεροι, γράφουμε ανάμεσα στις δουλειές μας. Προσπαθούμε να βολέψουμε τις συγγραφικές μας αναζητήσεις στον ελεύθερο χρόνο μας. Ο Χωμενίδης είναι ένας ερασιτέχνης συγγραφέας που δεν τα παράτησε κι έτσι έγινε… επαγγελματίας.  Διαθέτει το εργασιακό του ωράριο για να γράφει, να ψάχνει και να τελειοποιεί το εκάστοτε δημιούργημά του. Προκειμένου να γράψει το τελευταίο του μυθιστόρημα λόγου χάρη, το "Λόγια φτερά", του οποίου το χρόνο δράσης είχε ορίσει στην προομηρική εποχή, διάβασα κάπου πως είχε παρακολουθήσει επί δύο χρόνια, παρακαλώ, ιδιαίτερα μαθήματα αρχαιοελληνικής ιστορίας, γλώσσας, φιλοσοφίας. Για να μην του ξεφύγει τίποτε, να μην πέσει σε καμία ανακρίβεια! Κι όπως και να το κάνουμε, τα αποτελέσματα τον έχουν δικαιώσει απόλυτα. Τα βιβλία του είναι πάντα στις πρώτες θέσεις των πωλήσεων, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά όπου κι αν έχουν κυκλοφορήσει μεταφρασμένα.

Στο νέο του βιβλίο που φέρει τον τίτλο «στη Δευτέρη παρουσία ας μας βάλουν απουσία» ο Χωμενίδης καταπιάνεται μ’ ένα θέμα που μας απασχολεί κατά κόρον καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου μας, τον θάνατο.

Οι φίλοι μας οι Ιρλανδοί που τώρα τελευταία ανακάλυψαν μερικοί εγκέφαλοι ότι μας συνδέουν κάποιοι οικονομικοί ζωφεροί δείκτες, αλλά οι δεσμοί μας, πιστέψτε με, είναι πολύ μεγαλύτεροι, λένε για τον θάνατο διάφορα ευτράπελα και ωραία.

Μακάρι να πεθάνεις στο κρεβάτι, λένε οι Ιρλανδοί, στα 95 σου, σκοτωμένος από έναν ζηλιάρη σύζυγο. 

Λένε βέβαια και κάτι άλλο...

Μακάρι το ποτήρι σου να είναι πάντα γεμάτο, η στέγη πάνω από το κεφάλι σου να είναι πάντα γερή και μακάρι να είσαι στον παράδεισο μισή ώρα πριν πάρει μυρωδιά ο διάολος ότι είσαι νεκρός.

Από την άλλη μεριά οι Άγγλοι λένε πως ο θάνατος πάντα έρχεται ή πολύ νωρίς ή πολύ αργά και ότι οι καλοί πεθαίνουν πάντα νέοι. Τι σχέση τώρα έχουν όλα αυτά θα μου πείτε με τη δική μας λαϊκή παράδοση και το βιβλίο του Χωμενίδη. Έχουν και παραέχουν. Γιατί τα ραδίκια οι μακαρίτες όπως και να το κάνουμε τα βλέπουν πάντα ανάποδα, ο πεθαμένος τα έχει τινάξει τα πέταλα, κι ο γέρος πάντα θα πηγαίνει είτε από πέσιμο είτε από… χέσιμο. Γιατί δυο πόρτες έχει η ζωή μα πάντα ανοίγουμε μια και βγαίνουμε από την άλλη, γιατί τα σάβανα δεν έχουν τσέπες, τα δίφραγκα πάντα τελειώνουν, γιατί οι περισσότεροι πάμε σαν το σκυλί στο αμπέλι, κι ας τα φάγαμε τα ψωμιά μας. Γιατί αυτός είναι ο λαός μας κι αυτό φαίνεται μέσα από τις φαινομενικά άσχετες ιστορίες του βιβλίου του Χωμενίδη που είναι γραμμένες στη σκιά του θανάτου, φιλτραρισμένες μέσα από το προσωπικό προικισμένο πρίσμα του ταλαντούχου δημιουργού. Φαινομενικά άσχετες γιατί κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά κεφάλαια ενός και μόνο σπονδυλωτού μυθιστορήματος.

Ξέρετε τελικά ποιό είναι το κακό με τον παράδεισο; Ότι πας εκεί μόνο με νεκροφόρα. Αυτό σκεφτόμουν καθώς ολοκλήρωνα την ανάγνωση του βιβλίου του Χωμενίδη που βάλθηκε να ξορκίσει τον ίδιο τον θάνατο με όπλα το χιούμορ και το γέλιο, τον σαρκασμό και τον έρωτα. Δεκαέξι διηγήματα που κινούνται από την ανάσταση των νεκρών και την Έσχατη Κρίση μέχρι την κλοπή ενός γεννητικού οργάνου. Δεκαέξι διηγήματα με θέματα τελείως απρόσμενα, έως κι εξοργιστικά μερικές φορές. Δεκαέξι ιστορίες καθημερινής τρέλας που αναδεικνύουν τις ασυνέχειες του σύγχρονου βίου. Δεκαέξι διαφορετικοί κόσμοι συμπυκνωμένοι μέσα σε ένα βιβλίο.Ιστορίες που σαφώς δεν γράφτηκαν μόνο για να σε κάνουν να γελάσεις αλλά και για να σε βάλουν σε σκέψεις. Που προσφέρουν μια ακτινογραφία του σύγχρονου τρόπου ζωής διακωμωδώντας τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα.


Γιατί μην μου πείτε πως δεν έχετε δει ανάμεσά μας τύπους που θα το έσκαγαν σε χρόνο dt από το προσκλητήριο της Τελικής Κρίσης, αρνούμενοι τον Παράδεισο και την Κόλαση προτιμώντας τις τυρόπιτες ενός καλοκαιρινού σινεμά. Γιατί μην μου πείτε πως δεν θα γυρνούσατε τον κόσμο ανάποδα για να βρείτε το χαμένο σας γεννητικό όργανο εξερευνώντας ακόμα και τα άγρια κοπάδια στις σαβάνες της Αφρικής και τα δάση της βόρειας Ευρώπης. Ο Χωμενίδης γράφει απολαυστικά για τις αγωνίες και τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου. Και το καταφέρνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αφήνοντας ενίοτε μια απαλή ιδέα θλίψης να φανεί σε μερικές από τις ιστορίες του.Με μαγικό ρεαλισμό και παραμυθένια ατμόσφαιρα.


Ζούμε σε μια εποχή δύσκολη, μια εποχή οικονομικής κρίσης. Μια εποχή που ο θάνατος όπως και να το κάνουμε τρομάζει.Το βιβλίο του Χωμενίδη «στην Δευτέρα Παρουσία σας μας βάλουν απουσία» προσπαθεί επιτυχημένα να τον ξορκίσει. Είμαι σίγουρος πως τον Χωμενίδη δεν τον έχουμε χορτάσει κι ούτε θα τον χορτάσουμε ποτέ. Τουλάχιστον εγώ πάντα θα περιμένω με ανυπομονησία το επόμενό του βιβλίο. Προς το παρόν, χαιρόμαστε αφάνταστα που επέλεξε την Κέρκυρα ως τόπο ξεκούρασης και δημιουργίας. Για ένα πράγμα να είσαι σίγουρος, Χρήστο, η Κέρκυρα θα σε εμπνεύσει και με το παραπάνω.
Ευχαριστώ. 
Ομιλία του συγγραφέα Νίκου Παργινού στην παρουσίαση του βιβλίου 
"στην Δευτέρα Παρουσία ας μας βάλουν απουσία" του Χ. Α. Χωμενίδη
στην Έκθεση Βιβλίου Κέρκυρας την Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου