Πέμπτη, Μαρτίου 13, 2008

Το τσαντίρι της σάτιρας

Αν είναι κάτι που με προβληματίζει κάθε Τρίτη βράδυ δεν είναι το φαινόμενο «Λαζόπουλος» και τα ποσοστά τηλεθέασής του, αλλά η μειοψηφία των όποιων μετρήσεων που καταγράφονται εκείνη τη μέρα. Αυτό που με βάζει σε σκέψεις είναι εκείνο το αναθεματισμένο 40% των τηλεθεατών που παρακολουθεί αυτό το κάτι άλλο εκτός από το «Αλ Τσαντίρι», που όπως και να το κάνουμε έχει γίνει πλέον must.
Γιατί μπορεί να μην το είδες το προηγούμενο βράδυ, αλλά θα το δεις σε κάποια μεσημεριανή του επανάληψη τις επόμενες μέρες. Μπορεί να μην το άκουσες το ανέκδοτο του Λάκη αλλά κάπου το είχες ξανακούσει ή θα στο επαναλάβουν την άλλη μέρα στο γραφείο οι συνάδερφοι. Μπορεί να μην στήθηκες μπροστά στο χαζοκούτι και να προτίμησες ένα ρομαντικό δείπνο, μια βόλτα, ένα βιβλίο, αλλά να είσαι σίγουρος πως κάποιος θα βρεθεί να σχολιάσει αυτά που σχολίασε ο Λάκης.
Προχθές, Τρίτη βράδυ, όποτε μπορούσα, ξέκλεβα λίγο τηλεοπτικό χρόνο από το must της Τρίτης και έκανα έναν περίπατο στα υπόλοιπα κανάλια της χαμηλής τηλεθέασης, μέρος κι εγώ του 40%, και διαπίστωσα πως είχαν αποδεχθεί εξ αρχής την ήττα τους ακόμα και οι επιτελάρχες τους. Σειρές χαμένες στο πουθενά, ξένες ταινίες χαμηλού χολιγουντιανού μπάτζετ χωρίς προοπτικές τηλεοπτικής υποκλοπής. Σου δίνουν την εντύπωση πως δουλεύουν με προσωπικό ασφαλείας και πως κι αυτό ακόμα το προσωπικό χαζεύει με λοξές και περίεργες ματιές τον Λαζόπουλο να κάνει τα δικά του.
Προσωπικά, το φαινόμενο «Λαζόπουλος» με «κέρδισε» εδώ και χρόνια με τους «Δέκα μικρούς Μήτσους», όπου το πληθωρικό του ταλέντο, συγγραφικό και υποκριτικό, ξεδιπλώθηκε με ανεξίτηλο τρόπο. Οι «Μήτσοι» αποτελούν για μένα την εκπομπή ορόσημο για την ιδιωτική τηλεόραση. Από κει κι έπειτα, ήταν προφανές πως κάποια στιγμή, ο Λαζόπουλος θα δικαιωνόταν για το πηγαίο ταλέντο του στο πέρασμα του χρόνου, και η καταξίωση δεν άργησε να έρθει, με κάτι πιο προσιτό στο ευρύ κοινό, πιο άμεσο. Παρόλες τις επικρίσεις για τα καυστικά του σχόλια, τις ατάκες και τις αντιδράσεις του, ο Λάκης παραμένει παραδοσιακά αυθεντικός ακόμα και σήμερα, παρόλη την τηλεθέαση και το πολύ το «Κύριε Ελέησον», κι αυτό είναι, αν μη τι άλλο, το πιο δύσκολο απ’ όλα όσα κάνει.
Η επιτυχία των εκπομπών του δεν είναι τυχαία. Ο Λάκης εκμεταλλευόμενος τη δύναμη της σάτιρας μονοπωλεί τις Τρίτες μας. Ίσως γιατί η σάτιρα να είναι η μόνη που μπορεί να σταθεί επάξια πολλές φορές απέναντι στα ίδια τα γεγονότα και τις εξελίξεις. Ίσως γιατί τα γεγονότα αυτά καθαυτά να μην γίνεται να ειπωθούν στυγνά δημοσιογραφικά. Πώς να σχολιάσεις τις πλημμύρες, τις πυρκαγιές και τις καταστροφές του σύγχρονου πολιτισμένου κόσμου, την ταλαιπωρία του σύγχρονου άνθρωπου από τη μιζέρια της γραφειοκρατίας, το χαμό της ουσίας στην πολιτική σκακιέρα, την ανικανότητα, την ισοπέδωση, ακόμα και το επίπεδο αυτής της τηλεόρασης και του τετράγωνου πολιτισμού της. Δεν μπορείς ούτε να κλείσεις τα μάτια στην συνεχή κοροϊδία, την εκμετάλλευση του ανίσχυρου από τον ισχυρό, τα φαινόμενα ρατσισμού και αποκλεισμού, την περιθωριοποίηση. Τα στείρα τηλεοπτικά παράθυρα φαίνεται πως είχαν τον χρόνο τους, που ήταν και παραμένει πολύτιμος, φάνηκε όμως ιδιαίτερα πολύς στα μάτια του τηλεθεατή.
Από την άλλη, η σάτιρα αποτέλεσε διαχρονικά το αποκούμπι του απλού πολίτη απέναντι στην ίδια την πολιτεία. Ήταν η τελευταία γραμμή άμυνας, η «γραμμή Μαζινό» απέναντι στις επιδιώξεις της όποιας εξουσίας. Πάντα παρέμενε στο περιθώριο των εξελίξεων αλλά ταυτόχρονα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, σχολιάζοντας την ουσία. Ο Λάκης ξέρει ότι η σάτιρά του σήμερα κέρδισε το στοίχημα της τηλεθέασης, γνωρίζει όμως μέσα του πως αν και βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος δεν είναι πλέον στο περιθώριο των εξελίξεων, κι αυτό είναι επικίνδυνο. Αυτό όμως που τον σώζει είναι η αυθεντικότητά του. Η ειλικρίνειά του. Γιατί αν είχε ελεύθερο το βράδυ της Τρίτης δεν θα ανήκε ούτε στο 60% ούτε στο 40% της τηλεθέασης. Γιατί θα προτιμούσε ένα ρομαντικό δείπνο, έναν περίπατο ή ένα βιβλίο από το ίδιο του το σόου.
Όσο για την ταμπακιέρα και το ερώτημα που ακολουθεί κάθε σχετικό άρθρο για την επιτυχία του... Έχει τελικά η σάτιρα όρια;
Δεν ξέρω αν η σάτιρα έχει όρια, ξέρω πως μέσα σε αυτά τα όρια υπάρχει η σάτιρα, και μεταξύ μας ευτυχώς που υπάρχει… Όπως και να το κάνουμε, τα όριά μας οφείλουν να την αντέξουν.


Άρθρο του Νίκου Παργινού για το περιοδικό "Βήματα"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου