Δευτέρα, Απριλίου 02, 2007

Από την Σταυρούλα...


"...για τη φιλία που εκλείπει, για τη νιότη που παρεπιδημεί, για τη ζωή που χρειάζεται τη μνήμη και τη λογοτεχνική της, ανάπλαση, καταγραφή και αποτύπωση για να συνεχίσει θάλλουσα και απαστράπτουσα να μας μαγεύει..."

Της Σταυρούλας Σκαλίδη

Το Νίκο τον Παργινό τον γνώρισα από έναν τοίχο όπου ο ίδιος έγραφε, με τα χρωματιστά του σπρέι, συνθήματα. Καυστικά και ευφυή συνθήματα και πάνω απ’ όλα χιουμοριστικά, σχολιάζοντας την επικαιρότητα εύστοχα και αποτελεσματικά. Δεν είναι αναρχικός ο άνθρωπος, αλλά ταλαντούχος σκιτσογράφος –όπως κάποιοι από σας πιθανόν ήδη γνωρίζετε- που εμπνεύστηκε αυτόν τον τοίχο και γράφει πάνω του, στο διαδικτυακό του τόπο, φράσεις που αποδίδουν αυτόν τον τραγέλαφο που ζούμε συχνά στην Ελλάδα, στη δημόσια ζωή μας.
Ως σκιτσογράφος, οφείλει να σκιαγραφεί τα πράγματα, να τους δίνει σχήμα, με αδρές γραμμές, λιτά και πρωτότυπα, να τα οπτικοποιεί, να τα ζωντανεύει στο χαρτί. Το ίδιο έκανε και στο πρώτο του μυθιστόρημα. Την «Κρεμάλα». Πήρε ένα παιδικό παιχνίδι –ακίνδυνο και ευχάριστο για τα παιδιά- και έστησε πάνω του την πλοκή ενός βιβλίου για ενήλικες, σαν κι αυτά που γράφει ενίοτε η ίδια η ζωή. Ο καμβάς της ιστορίας του εξυφαίνεται ακολουθώντας την εξέλιξη μιας παρέας τριών αγοριών. Από το σχολείο, μέχρι την αναπόφευκτη ενηλικίωσή τους. Με στιγμές της κοινής καθημερινότητάς τους που τους συνδέουν ανεξίτηλα στο χρόνο. Η φιλία τους θα δοκιμαστεί και, όπως αποδεικνύει η ύπαρξη αυτού του βιβλίου, αντέχει ακόμα. Αφού το μυθιστόρημα αφιερώνεται στον έναν εξ αυτών, γεννήθηκε από την έλλειψή του, τον πρόωρο χαμό του και γράφτηκε φυσικά από τον έναν απ’ τους τρεις.
Η μυθοπλασία έρχεται να αποτίσει φόρο τιμής στην ίδια την πραγματικότητα, όσο ζοφερή κι αν είναι, ίσως και για να ξορκίσει τον πόνο, τη θλίψη της απώλειας, και τελικά για να εξυμνήσει την ίδια τη ζωή και την ουσία της που μπορεί να κρύβεται σε δυο απλές λέξεις: έρωτας και φιλία. Ο θάνατος καραδοκεί σαν αναγκαίο κακό, όχι πια σαν το άδολο παιδικό παιχνίδι της κρεμάλας, αλλά ως καταλυτικός παράγοντας, θριαμβευτής και νικητής. Το μόνο που μπορεί να τον κάνει να φανεί λίγος και αδύναμος, εξουσιαστής της ζωής ωστόσο, είναι η ζωντανή μνήμη που θέλει να κρατήσει ο συγγραφέας αλώβητη. Του φίλου του αρχικά και κατ’ επέκταση της ίδιας του, της παιδικής ηλικίας, της εφηβείας, της πρώτης νιότης. Της φιλίας και του έρωτα.
Αυτό με εντυπωσίασε στη γραφή του Παργινού: η αθωότητά του και οι αγαθές του προθέσεις. Αυτά τα στοιχεία, είναι που υπερκαλύπτουν και τις αδυναμίες του πρώτου του λογοτεχνικού εγχειρήματος. Γράφει ένα βιβλίο για να αφηγηθεί μια ιστορία ζωής, ναι μεν βουτηγμένη μέσα στο μελάνι της μυθοπλασίας και ενδεδυμένη το μανδύα της, αλλά μιλάει για αληθινά πρόσωπα και αληθινές συνθήκες ζωής. Κι ήθελε θάρρος για να το κάνει αυτό: να ξεγυμνώσει την ψυχή και τη ζωή του, να βγάλει τον κρυμμένο σκελετό από την ντουλάπα, να ανοίξει την προσωπική του πληγή, κι όλα αυτά σε κοινή αναγνωστική θέα και στη διάθεση της λογοτεχνικής κρίσης. Αλλά το πράττει έντιμα και καθαρά, με όρους fair play, όπως γράφει και ο ίδιος:
«…Στη μάχη με τον ίδιο μου τον εαυτό ανακάλυψα πως ίσως μαζί μ’ όλα εκείνα τα αντικείμενα που ξεθάψαμε τιμώντας τον καλό μας φίλο, ίσως όλοι να ξεθάψαμε κι ένα κομμάτι του ίδιου μας του εαυτού. Ίσως το ίδιο το βιβλίο να ξέθαψε για μένα τα πάντα, ίσως μόνο ερωτήματα και προσωπικές συστοιχίες άδειων γραμμών που θα περιμένουν να γεμίσουν με το πέρας του χρόνου, όταν θα ωριμάσουν οι συνθήκες, όταν το γαλάζιο του ουρανού συναντήσει το γαλάζιο των φαναριών μου. Δεν ξέρω τι ξέθαψε για σας. Το παιχνίδι, άλλωστε είναι προσωπικό. Μονοδιάστατο. Διάφανο και μόνιμο. Σαν τις αλυσίδες του DNA. Κι εξάλλου, όταν αποφασίζεις και παίζεις κρεμάλα, κρεμάς και κρεμιέσαι χωρίς δισταγμό, χωρίς διαφορές…»
Ως καλλιτέχνης και με άλλες πτυχές ενεργές, όπως αυτή η σχέση του με το σκίτσο, ο Παργινός ξέρει ότι τα πιο σημαντικά πράγματα φέρουν την ουσία από μόνα τους και δεν χρειάζονται βαρύγδουπες λέξεις για να ειπωθούν, μεγάλα λόγια για να ακουστούν, υψηλούς τόνους για να φτάσουν στην ψυχή του αναγνώστη. Γι’ αυτό και αλαφρώνει συχνά την ατμόσφαιρα του βιβλίου του με χιούμορ πρωτότυπο και ιδιαίτερο, ένα δυνατό στοιχείο και συγγραφικά, και ιδιαίτερα απολαυστικό για τον αναγνώστη. Θα επιμείνω στην αθωότητα και την αγνότητα του δημιουργού ως προς τη γραφή του, κάτι που κάνει και πιο συγκινητική την ιδέα της Κρεμάλας, αφού ο «δήμιος»-θάνατος είναι ανίκητος, αλλά έχει τον πιο ισχυρό εχθρό, την ΑΛΗΘΕΙΑ και την καταγραφή της, τη μνήμη. Για να δανειστώ και ένα απόσπασμα από το βιβλίο:
«…Καμιά φορά έχεις την εντύπωση ή την ψευδαίσθηση πως μερικοί άνθρωποι παραμένουν έτσι ακριβώς όπως τους θυμάσαι την τελευταία στιγμή που τους συνάντησες, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αναλλοίωτοι. Ατόφιοι. Ακέραιοι…»
Μιλώντας για ακεραιότητα, θα μου επιτρέψετε μία παρέκβαση. Η Ελένη η Γκίκα, ελπίζω να μην την ενοχλεί που θα το αναφέρω, έχει μια πολύ ανθρώπινη και γλυκιά «ιδιοτροπία», ας το πούμε έτσι, μακριά από την τεχνοκρατική θεώρηση της ίδιας της Τέχνης: ως υπεύθυνη της ελληνικής σειράς της Άγκυρας, μετά την ανάγνωση των χειρογράφων των δημιουργών, θέλει να γνωρίζει από κοντά τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από τις λέξεις και τις ιστορίες. Και το κάνει με μεγάλη χαρά στο ιδιότυπο «λογοτεχνικό της σαλόνι» στη Σόλωνος, κάθε Σάββατο, μαζεύοντας μια μεγάλη παρέα από ανθρώπους που αγαπούν τα βιβλία και την ανάγνωση και τη λογοτεχνία. Αισθάνομαι τυχερή που βρίσκομαι καλεσμένη της εκεί και αφουγκράζομαι την αγωνία κι άλλων που γράφουν και διαβάζουν.
Για μένα η γνωριμία με το Νίκο τον Παργινό ξεκίνησε αντίστροφα: συνάντησα πρώτα τον άνθρωπο που αποπνέει κάτι ευγενές και ατόφιο, σπάνιο και ωραίο να το συναντάμε, κι ύστερα βρήκα το συγγραφέα με τις λέξεις του. Που μου ενίσχυσαν την πρώτη εντύπωση που είχα αποκομίσει για το πρόσωπό του. Καθώς ο καλλιτέχνης δεν φτάνει να μιλάει για την εποχή του ή να την καταγράφει μέσα από την οπτική του -λογοτεχνική ή ζωγραφική ή οτιδήποτε άλλο- αλλά πρέπει να έχει και ανοιχτή καρδιά για να δέχεται τα μηνύματα των καιρών και πάνω απ’ όλα ανοιχτή καρδιά για να νιώθει την ψυχή των ανθρώπων. Γιατί τι είναι η λογοτεχνία, αν όχι μια τεράστια παρηγοριά για την ψυχή μας;
Η «Κρεμάλα», λοιπόν, είναι μια παραμυθία για τη φιλία που εκλείπει, για τη νιότη που παρεπιδημεί, για τη ζωή που χρειάζεται τη μνήμη και τη λογοτεχνική της, ανάπλαση, καταγραφή και αποτύπωση για να συνεχίσει θάλλουσα και απαστράπτουσα να μας μαγεύει.

Από την παρουσίαση της "Κρεμάλας" στην Πάτρα στις 16 Μαρτίου 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου