Πέμπτη, Ιανουαρίου 28, 2016

"Ο ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΣ" της Ειρήνης Κορακιανίτη

Ομιλία του Νίκου Παργινού 
στην παρουσίαση του βιβλίου στην Κέρκυρα,
την Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016 
στο βιβλιοπωλείο "ΠΛΟΥΣ"

Φίλες & φίλοι. Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, σε τούτο το ιδιαίτερο και φιλόξενο βιβλιοπωλείο, στο πλευρό μιας συντοπίτισσας συγγραφέως, για να πω δυο λόγια για το νέο της βιβλίο. Είναι μεγάλη η χαρά μου, γιατί βρίσκομαι για ακόμα μια φορά, ανάμεσα σε εκλεκτούς φίλους της γραφής και της ανάγνωσης. Μα, είναι ιδιαίτερη και η τιμή που γίνεται στο πρόσωπό μου, να σταθώ απέναντί σας και να σας μιλήσω, ως αναγνώστης αλλά και ως συγγραφέας, για ένα νέο βιβλίο με κερκυραϊκό χρώμα και καταγωγή, τον «ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟ» της Ειρήνης Κορακιανίτη.

Γνώρισα την Ειρήνη Κορακιανίτη μέσα από τη δουλειά της, με το πρώτο βιβλίο της, το «ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ», που είχαμε την χαρά και την τιμή να παρουσιάσουμε μαζί ενάμιση χρόνο πριν. Τότε, είχα αποδεχθεί με σχετική επιφύλαξη, η αλήθεια να λέγεται, την πρόσκληση να μιλήσω για μια άγνωστη Κερκυραία, που δειλά – δειλά είχε γράψει το πρώτο της βιβλίο, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που είχε να κάνει με την Κέρκυρα. Δεν σας κρύβω, πως είμαι φανατικός λάτρης της αστυνομικής λογοτεχνίας, κι αυτό, αποτέλεσε κι έναν από τους λόγους για τους οποίους βρέθηκα τότε δίπλα της. Θέλησα να διαβάσω από περιέργεια περισσότερο το βιβλίο της κι εφ’ όσον με ικανοποιούσε η δουλειά της, να την ενθαρρύνω μ’ όλη μου την καρδιά και την ψυχή στο νέο ξεκίνημά της και τη μεγάλη προσπάθειά της. Κι αυτό, γιατί ξέρω, πως είναι πολύ δύσκολο για έναν νέο συγγραφέα να βρει συμμάχους σε τούτες τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Κι επειδή, κάποτε, πριν από μερικά χρόνια, κι εγώ υπήρξα ένας ταπεινός αναγνώστης που έβρισκε το κουράγιο να πάρει μολύβι και χαρτί και να αποτυπώσει τις αγνές του σκέψεις, και να αναζητήσει την καταξίωση στο λογοτεχνικό κατεστημένο, δεν το σκέφτηκα καθόλου, να γνωρίσω από κοντά την Ειρήνη και να τη βοηθήσω στην προσπάθειά της. Τώρα, δυο χρόνια σχεδόν από τότε, νιώθω να δικαιώνομαι για εκείνη την απόφασή μου, να σταθώ στο πλάι της, αφού εκείνη μοιάζει να έχει βρει το δρόμο της και η συγγραφή να μην αποτελεί κάτι το εφήμερο και το περιστασιακό αλλά μια συνειδητή επιλογή που φαίνεται πως την γεμίζει και την ολοκληρώνει κι όλοι εμείς αρχίζουμε πλέον για τα καλά να ακολουθούμε τα λογοτεχνικά της χνάρια, βήμα – βήμα, βιβλίο το βιβλίο.

Ο Τζιμ Μόρρισον, ο γνωστός αμερικανός τραγουδιστής των «Doors», έλεγε πως: «Τα ναρκωτικά είναι ένα στοίχημα, ένα στοίχημα με το μυαλό σου». Δεν σας κρύβω, πως αυτή η φράση μου ήρθε στο νου και στοίχειωσε την ανάγνωση του «ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΥ» της Ειρήνης. Το βιβλίο έμοιαζε μ’ ένα στοίχημα εξ αρχής στο μυαλό μου, ένα στοίχημα τόσο για τη συγγραφέα και για τους πρωταγωνιστές του βιβλίου, όσο και για εμένα τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Πάνω σε τούτο το στοίχημα, κατά την ταπεινή μου πάντα άποψη, στηρίζει όλο της το συγγραφικό οικοδόμημα η Ειρήνη σε τούτο το νέο βιβλίο της. Πρωταγωνιστής του βιβλίου, δεν είναι ο Κολομβιανός του τίτλου, αλλά ο δαιμόνιος αστυνομικός διευθυντής που γνωρίσαμε στο πρώτο βιβλίο της, ένας αστυνομικός, που φαντάζει να έχει ξεπηδήσει από τις σελίδες των κλασικών αστυνομικών μυθιστορημάτων και του κινηματογράφου, ο υποστράτηγος Γιώργος Μαρκόπουλος. Δαιμόνιος, πολυμήχανος, τετραπέρατος, με παρουσιαστικό καλοφτιαγμένου κινηματογραφικού αστέρα, αποτελεί ίσως τον ιδανικό πρωταγωνιστή για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για τον ίδιο εκείνο αστυνομικό, που καλείται να ολοκληρώσει αυτό που είχε αφήσει μισό στο προηγούμενο βιβλίο, καθώς, ένας από τους ανθρώπους που τον ταλαιπώρησαν, παραμένει ασύλληπτος. Έχοντας επιλύσει τους γρίφους της πρώτης περιπέτειας, τις κλοπές έργων τέχνης και τους φόνους που τις συνόδευσαν, ο τετραπέρατος αστυνομικός θα έρθει αντιμέτωπος με μια νέα πρόκληση αυτή τη φορά, μια πρόκληση που ίσως δεν φανταζόταν, αλλά σταδιακά, σελίδα τη σελίδα, μοιάζει να αποκαλύπτεται κατά τη διάρκεια της αφήγησης. Πλέον, έχει να αντιμετωπίσει ένα διεθνές κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, μια περίεργη συμμορία ανθρώπων του υποκόσμου, που οδηγούνται κατά τη διάρκεια της αφήγησης, μαεστρικά, μέσω της σταδιακής νάρκωσης, από τα στεγανά της συγκάλυψης και του μυστηρίου, στα μονοπάτια της αποκάλυψης και της αλήθειας. Ναρκωτικά, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, περίεργα κυκλώματα διακίνησης ουσιών, εταιρείες φαντάσματα που λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα άνθρωποι που μοιάζουν να φορούν πολλά και διαφορετικά προσωπεία, το βιβλίο, μοιάζει να εισέρχεται σ’ έναν κόσμο δύσβατο, σ’ ένα περιβάλλον περίπλοκο, δυσνόητο, μα και διεστραμμένο.  Ο «ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΣ» είναι ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα με γρήγορη πλοκή, γραμμένο σε σύγχρονη και απλή γλώσσα που δεν κουράζει, με κοφτές και μικρές προτάσεις, που λόγω της υπόθεσης, σε τραβά από τις πρώτες κιόλας σελίδες, και σε προκαλεί να το τελειώσεις όσο το δυνατόν πιο σύντομα.

Λένε, πως κανείς δεν διαβάζει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για να φθάσει ως τη μέση, το διαβάζει για να φθάσει ως το τέλος. Κι αυτό το πετυχαίνει και τούτη τη φορά η Ειρήνη Κορακιανίτη. Ο «ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΣ» παίρνει άνετα τη σκυτάλη από το «ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ» και συνεχίζει την ιστορία, βάζοντάς μας, ως αναγνώστες, στα βαθιά του υποκόσμου. Η Ειρήνη επιχειρεί με το δεύτερο κιόλας βιβλίο της μια επιτηδευμένη αστυνομική καταδίωξη. Μας ταξιδεύει από την Κολομβία και τους Παξούς, μέχρι την Αθήνα και τη μαγευτική Σαντορίνη, για να μας μεταφέρει και πάλι στην Κέρκυρα. Στοιχεία, υποψίες, ευρήματα, κανόνες, νόμοι, αφορμές, αιτίες, ένστικτο και συμπτώσεις στήνουν ένα τεράστιο δίκτυ στις σελίδες του βιβλίου, που απλώνεται σελίδα τη σελίδα και σε τραβά σε μια δίνη μυστηρίου, σε μια λογοτεχνική νιρβάνα. Μόνο και μόνο γι’ αυτό, για τον τρόπο που επέλεξε η Ειρήνη να στήσει την πλοκή της, της αξίζουν θερμά συγχαρητήρια. Δεν είναι εύκολο, πιστέψτε με, και σας μιλώ ως συγγραφέας, να καταπιαστείς με πράγματα τόσο εξεζητημένα. Θέλει υπομονή, θέλει μεράκι, θέλει ταλέντο, θέλει προπαντός ψάξιμο, θέληση, επιμονή και μαεστρία. Οι λεπτομέρειες, από την άλλη, παίζουν κι αυτές καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο. Από την εμμονή του δαιμόνιου αστυνόμου Μαρκόπουλου με δαύτες, μέχρι την εξονυχιστική αποτύπωσή τους από τη συγγραφέα, σε σημείο που μερικές φορές η αφήγηση να γίνεται ακόμα και κουραστική αλλά ανταποδοτική για τον επίμονο αστυνομικό που καλείται να αποδείξει κάθε τι που θεωρεί αληθές. Αν μη τι άλλο, θαύμασα στο βιβλίο, την έρευνα και τις γνώσεις της Ειρήνης, σε ζητήματα γύρω από τις επιχειρήσεις, τη ναυτιλία, το εμπόριο, την παραοικονομία, τους νόμους, τις αστυνομικές διαδικασίες, το ποινικό δίκαιο, τη χημεία των ναρκωτικών, τη φυσική των χαρακτήρων και την ευρηματικότητα των διαφορετικών καταστάσεων. 

Η Ειρήνη, στήνει καλά το παιχνίδι της στη σκακιέρα της συγγραφής. Από τη μια ο ήρωάς της, κι από την άλλη το κυνηγητό της σπείρας. Ναρκωτικά, κόσμος παρανομίας, διαπλοκής και διαφθοράς, μα και θύματα, φόνοι, απαγωγές και παράνομες πράξεις με παράπλευρες απώλειες, δολοπλοκίες, μίση και έρωτες, αυταπάτες και όνειρα. Εκρηκτικό μέχρι στιγμής το μείγμα, αλλά εκείνη το πάει ακόμα παραπέρα. Οι προκλήσεις για τον πρωταγωνιστή της δεν μένουν εκεί. Από τη μια τα εγκλήματα, από την άλλη ο νεανικός έρωτας που είχε βγει στο προσκήνιο από το προηγούμενο βιβλίο και η μετατόπισή του από το περιθώριο στο επίκεντρο της νέας ιστορίας. Από τη μια η λογική και τα επιχειρήματα στο βωμό της επαγγελματικής ενασχόλησης με τις υποθέσεις και την αλήθεια και από την άλλη η φαντασία και το απόλυτο του πάθους στα πλαίσια της προσωπικής αναζήτησης της ευτυχίας. Κι ενώ η Ειρήνη, χρησιμοποιεί τον έρωτα και τον ορθολογισμό για να μας καθηλώσει στις γραμμές του βιβλίου της, με συνεχείς ανατροπές και εκπλήξεις μας κρατά πάντα σε εγρήγορση. Το καθηλωτικό φινάλε της δράσης διαδραματίζεται και πάλι στην Κέρκυρα, σ’ ένα σκηνικό που, όπως φαίνεται, μοιάζει να το γνωρίζει πολύ καλά. Μένει όμως κάτι ακόμα. Το περιτύλιγμα. Για να μας κάνει να μπούμε ακόμα περισσότερο στην ίδια την ιστορία της.  Κι αυτή τη φορά το περιτύλιγμα είναι η ερωτική σχέση του πρωταγωνιστή. Ο επιτηδευμένος της παραγκωνισμός στο πρώτο μισό του βιβλίου μετατρέπεται σε καταναγκαστικό εθισμό στο υπόλοιπο μισό. Η Ειρήνη μάς ναρκώνει μαεστρικά και μας ξυπνά με το σοκ των ανατροπών της επιχειρώντας την βίαιη απεξάρτηση μας από το γραπτό της. Αν με ρωτάτε, αυτό που πετυχαίνει η Ειρήνη με τούτο το δεύτερο βιβλίο της είναι αξιοσημείωτο. Ειδικά το ξεκίνημα, η αφετηρία του βιβλίου με κέρδισε. Ως συγγραφέας και απαιτητικός αναγνώστης, δεν σας κρύβω, πως ίσως θα απαιτούσα, φυσικά, ακόμα περισσότερα. Μεγαλύτερες ακόμα περιγραφές, βουτιές στα ενδότερα των πρωταγωνιστών, διαφορετικούς χρόνους αποκαλύψεων μεταξύ ήρωα και αναγνώστη, αλλά αυτά είναι τεχνικές που είμαι σίγουρος, πως θα τις αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο μέλλον η Ειρήνη.  Ήδη η γραφή της είναι βελτιωμένη αισθητά από το πρώτο βιβλίο, και πιστέψτε με, θα βελτιώνεται κάθε φορά και περισσότερο. Και φυσικά, να αρχίσει να μας παρουσιάζει επιτέλους ελαττώματα και αδυναμίες, σ’ αυτόν τον χαρισματικό αστυνομικό διευθυντή Γιώργο Μαρκόπουλο, πέρα από τον εθισμό του στα κουτάκια της κόκα κόλας. Όλα τα παραπάνω, θεωρείστε τα όμως, ως επαγγελματική μου διαστροφή και καλοπροαίρετη κριτική, τίποτα περισσότερο.

Το βιβλίο μοιάζει να στοιχειώνει στα χέρια του αναγνώστη, και να σε τραβάει στη δίνη των αποκαλύψεων και της αναζήτησης καθώς γυρίζεις μια – μια τις σελίδες. Πέρα όμως από ο,τιδήποτε άλλο, «Ο ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΣ» είναι μια χαρισματική διήγηση με συγγραφική αίγλη που κυλά γρήγορα παρά τη μεγάλη του έκταση και σε αποζημιώνει με την απόλαυση και τη μαγεία της ανάγνωσης, σε εθίζει, σε καθηλώνει, σε καθιστά έρμαιο της αφήγησής του.

Λένε, πως η ανταμοιβή της τέχνης, δεν είναι ούτε η φήμη, ούτε η επιτυχία, αλλά ο εθισμός. Η ίδια η γραφή μοιάζει να σε καταδιώκει, κι ο δρόμος της, πιστέψτε με, δεν έχει γυρισμό, μέχρι που γίνεσαι ένα με τις λέξεις, με το κείμενο, με το βιβλίο, τόσο που παύεις να ζεις στο σήμερα και στο τώρα και συναντάς τον άλλο σου εαυτό στο κάπου και το κάποτε.  Το έχω βιώσει, με κάθε μου βιβλίο, με κάθε μου ήρωα. Είμαι σίγουρος πως το βίωσε και η Ειρήνη, απόλαυσε κι αυτό το ταξίδι,  φαίνεται άλλωστε από το ίδιο το αποτέλεσμα.


Ειρήνη, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου. Να συνεχίσεις να γράφεις, ο ήρωας που δημιούργησες, ο δαιμόνιος αστυνομικός Γιώργος Μαρκόπουλος, μπορεί να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο μιας εξαιρετικής σειράς βιβλίων, με μυστήρια, εγκλήματα και νέες προκλήσεις, που θα μας ταξιδέψει και θα μας αποπλανήσει στον κόσμο της ανακάλυψης. Εγώ, πάντως, δεν σας κρύβω, πως νιώθω εξαρτημένος από τις περιπέτειές του. Όσο για σένα, Ειρήνη, θα κλείσω παραφράζοντας δυο λέξεις της σπουδαίας γαλλίδας συγγραφέως, της Αναΐς Νιν. «Αυτή δεν χρειάζεται όπιο. Έχει το χάρισμα της ονειροπόλησης». Σας ευχαριστώ.