Σάββατο, Ιουνίου 06, 2015

Τ' αηδονιού το δάκρυ



Ομιλία του Νίκου Παργινού στην παρουσίαση του βιβλίου στην Κέρκυρα
Βιβλιοπωλείο Public, Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Φίλες & φίλοι. Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό ενός ταλαντούχου νέου συγγραφέα για να πω δυο κουβέντες για το νέο του βιβλίο, που φέρει τον τίτλο: «τ’ αηδονιού το δάκρυ». Και νιώθω πραγματικά τυχερός που μου δίνεται και πάλι η δυνατότητα να συναντήσω ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο και την ανάγνωση και να καταθέσω και τη δική μου ταπεινή άποψη, γι’ αυτό, το νέο του δημιούργημα.

Μια παλιά εβραϊκή παροιμία λέει πως: τα δάκρυα είναι για την ψυχή ό,τι το σαπούνι για το σώμα. Οι γάλλοι, από την άλλη πιστεύουν πως: η ζωή είναι ένα κρεμμύδι που καθώς το ξεφλουδίζεις κλαις. Μ’ αυτές τις σκέψεις ξεκίνησα να διαβάζω το νέο βιβλίο του Γιώργου Τζιτζικάκη, «τ’ αηδονιού το δάκρυ», προετοιμασμένος κατάλληλα για μια ιστορία ποτισμένη με δάκρυα και πόνο.

Η αλήθεια είναι, πως παρότι γνωριζόμαστε με τον Γιώργο αρκετό καιρό διαδικτυακά, δεν είχα διαβάσει ποτέ κάτι δικό του. Ίσως να μην έχει διαβάσει, άλλωστε κι εκείνος, κάτι δικό μου. Και ξεκινώντας το βιβλίο, δεν σας κρύβω, πως… φοβήθηκα για το περιεχόμενό του. Λίγο ο τίτλος, λίγο το κατακόκκινο εξώφυλλο, φοβήθηκα πως θα επρόκειτο για μια από εκείνες τις δακρύβρεχτες ερωτικές ιστορίες που διαβάζει η πλειονοψηφία των ελλήνων αναγνωστών (γυναίκες ως επί το πλείστον) που τρέχει το δάκρυ κορόμηλο και το κλάμα πάει σύννεφο. Φοβήθηκα πως θα επρόκειτο για ένα από εκείνα τα βιβλία που διαβάζονται μεν εύκολα, δεν αποτελούν δε λογοτεχνία υψηλών προδιαγραφών, αλλά παρόλα αυτά, είναι λαοφιλή και κατακτούν πάντα τις πρώτες θέσεις στα ευπώλητα.  Είπα να δώσω τόπο στην οργή και να διαβάσω το βιβλίο. Τραβάτε με κι ας κλαίω, είπα από μέσα μου. Μα ευτυχώς, ολοκληρώνοντάς το, στέκομαι απέναντί σας και δεν με κλαίνε οι ρέγκες.

Λένε πως υπάρχουν ουσιαστικά δυο κίνητρα για να διαβάσεις ένα βιβλίο. Το ένα είναι για να το απολαύσεις. Το άλλο, είναι για να παινευτείς γι’ αυτό. Δεν σας κρύβω, πως βρίσκομαι απόψε, εδώ, γιατί διαβάζοντας «τ’ αηδονιού το δάκρυ» και το απόλαυσα, αλλά και θέλω να παινευτώ γι’ αυτό. Για να δημιουργήσεις ένα δυνατό βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις πρώτα απ’ όλα ένα δυνατό θέμα. Κι αυτό το κάνει ο Γιώργος. Η ιστορία του ξεκινά σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων της δεκαετίας του 1980, όπου ένα μονάκριβο μωρό, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Κλειώ, αργοσβήνει από ανεξήγητη αιτία. Ένας μισότρελος ασκητής και μια παράξενη καλόγρια θα αποκαλύψουν στους απελπισμένους γονείς της μικρής, στον πατέρα της συγκεκριμένα, πως το κορίτσι είναι δεμένο χειροπόδαρα με μια τριπλή κατάρα, μια κατάρα που αν κάποιος επιχειρούσε να αποδιώξει από το παιδί, θα έπρεπε οικειοθελώς να φορτωθεί. Τριάντα χρόνια μετά, στην Αθήνα πλέον, η Κλειώ, η κόρη του Γιώργη και της Κωστούλας, μας παρουσιάζεται από τον συγγραφέα παγιδευμένη σ’ έναν αποτυχημένο γάμο. Η ιατρικά αποδεδειγμένη στειρότητα του συζύγου της, του Αντώνη,  του αλλοτινού γητευτή της που την πήρε από την Κρήτη στην Αθήνα, τα εξωσυγυζικά τσιλιμπουρδίσματά του αλλά και η μεγάλη αλλοτρίωση της ίδιας της πρωταγωνίστριας, η αποξένωσή της, η μοναξιά και η εμφανισιακή παρακμή της οδηγούν τη σχέση του ζευγαριού σε οριακά επίπεδα, στον ξεπεσμό. Ο Τζιτζικάκης, στήνει καλά το παιχνίδι του στη σκακιέρα της συγγραφής.

Ξέρετε,  εμείς οι συγγραφείς, να σας αποκαλύψω κάτι, δεν διαβάζουμε ποτέ τους συναδέρφους μας, έχουμε πάντα όμως την τάση να τους αναλύουμε. Δέστε, λοιπόν, κατά την ταπεινή μου άποψη, τι κάνει ο αγαπητός Γιώργος σε τούτο το βιβλίο. Από τη μια η ηρωίδα του. Μια καθαρόαιμη κρητικιά στην Αθήνα. Μόνη ουσιαστικά. Κι από την άλλη μια οικογενειακή κατάρα, που μοιάζει να την ακολουθεί σ’ όλη της τη ζωή. Μια κατάρα που σημάδεψε τόσο το παρελθόν, όσο και το παρόν της. Εκρηκτικό μέχρι στιγμής το μείγμα, αλλά ο Γιώργος το πάει ακόμα παραπέρα.

Το βιβλίο, πέρα από ο,τιδήποτε άλλο, είναι μια ιστορία που αγκαλιάζει μαεστρικά ένα συγγραφικό τρίγωνο, ένα τρίγωνο που δημιουργείται με κορυφή την αινιγματική πρωταγωνίστρια του βιβλίου, την Κλειώ. Από τη μια το βαλτωμένο της παρόν, κι από την άλλη το αινιγματικό της παρελθόν. Και στη μέση καθορίζοντας ίσως τα πάντα, μια παλιά κατάρα. Μια κατάρα που σελίδα τη σελίδα ανδρώνεται στο βιβλίο και μεταβάλλει τις γωνίες του τριγώνου, παλινδρομώντας την πρωταγωνίστρια, μεταξύ της φαντασίας και της λογικής, της υποταγής και της επανάστασης, πότε από τη μια και πότε από την άλλη. Όλα μαεστρικά δοσμένα, μοιάζουν με έναν σκοτεινό κόσμο που μέσω της γραφής αποκτά άξαφνα μια μικρή διττή ρωγμή, μια ρωγμή που είναι όμως ικανή να φωτίσει τα πάντα, καθώς το φως εισέρχεται σιγά - σιγά, κι αποκαλύπτει αλήθειες, καλά κρυμμένες.

Το βιβλίο γραμμένο σε δυο επίπεδα σε μεταφέρει πότε στο τώρα και πότε στο τότε. Μοιρασμένη η ιστορία εξ ίσου. Αποτελείται από δυο διαφορετικές ιστορίες με τον ίδιο πρωταγωνιστή που ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και συγκλίνουν στο χώρο και στον χρόνο, σαν ένα σπείρωμα που σφίγγει συνεχώς τον κλοιό του, σαν ένα νόμισμα που περιστρέφεται και μας αποκαλύπτει κάθε φορά, όλο και περισσότερο τις δυο πλευρές του καθώς μειώνεται η ορμή της περιστροφής του. Κι ο Γιώργος περιστρέφει παράλληλα το νόμισμα και στα δυο επίπεδα, σε δυο χρόνους. Ξέρει άλλωστε, τόσα χρόνια διαιτητής από περιστροφή νομισμάτων αλλά και πως να κρατά τις ισορροπίες και τους συσχετισμούς. Δυο κομβικές στιγμές, αποτελούν τη διττή υπόσταση της ρωγμής που αρχίζει να μας φωτίζει αργά αλλά σταθερά ξεδιπλώνοντας και τις δυο πλευρές της ιστορίας μέχρι να συναντηθεί κάποια στιγμή ο κυματισμός τους στη θάλασσα  και ο θόρυβός τους να μετατραπεί σ’ ένα τεράστιο κύμα αποκαλύψεων και ανατροπών. Από τη μια, το θαύμα με το μωρό, την μικρή Κλειώ, στον γκρεμό της ζωής και του θανάτου, η σκηνή της αναγέννησής της στο μοναστήρι του Μαραθοκέφαλου όπου η Σταυροκατίνα, ως άλλη Πυθία στο μαντείο των Δελφών, αποφαίνεται με σιγουριά για όλα και βάζει σ’ εφαρμογή τις επιταγές της κατάρας προς τον απελπισμένο της πατέρα που σε προϊδεάζουν για τη συνέχεια. Ανατριχιαστική σκηνή. Κι από την άλλη, η νομοτελειακή εκτόξευση ενός πήλινου κεσέ με γιαούρτι στο μεταίχμιο της συζυγικής παρακμής, όπου η Κλειώ του σήμερα δεινοπαθεί και επαναστατεί, σπα τη σιωπή της, κι εναντιώνεται απέναντι στον μαρασμό ενός αποτυχημένου γάμου, η σταγόνα ξεχειλίζει και παίρνει επιτέλους την παρατημένη ζωή της στα χέρια της. Ο Γιώργος ξεκινά μ’ αυτές τις δυο σκηνές και το βιβλίο μοιάζει να σε κρατά όλο και περισσότερο δέσμιό του με κάθε κεφάλαιο που διαβάζεις. Ξεκλειδώνει μυστικά και αλήθειες, μα παράλληλα σε τραβά όλο και περισσότερο σε μια δίνη, σε κερδίζει, σε μαγεύει. Από τη μια, η κατάρα και τα σημάδια της στους γονείς της πρωταγωνίστριας, το παρελθόν, που ακόμα δεν έχει εξερευνηθεί απολύτως για εκείνη, γυρίζει και ξαναγυρίζει στο μυαλό της, ως αυτομαστίγωμα και τιμωρία. Κι από την άλλη, το παρόν της, η σκιαγράφησή της, τα απόκρυφα του χαρακτήρα και των σκέψεών της, το προσωπικό της αδιέξοδο που αναζητεί λύσεις και απαντήσεις. Δεν σας κρύβω, πως μέχρι τη μέση του βιβλίου, ήταν το παρελθόν και η ιστορία του που με κράτησε προσκολλημένο στην ανάγνωση, εκείνο καθόριζε τα πάντα. Από τη μέση και μετά όμως, οι ρόλοι αντιστράφηκαν ως δια μαγείας και πλέον τα κεφάλαια που αναφέρονταν στο παρόν σε τραβούσαν να διαβάσεις παρακάτω και οδηγούσαν τις εξελίξεις.

Μα, πιστέψτε με, μιλώντας ως συγγραφέας, ξέρω πως μένει κάτι ακόμα, μια μικρή ειδοποιός λεπτομέρεια, που χρειάζεται, πέρα και πάνω από όλα τα προηγούμενα για να μεταμορφώσει ένα απλά συμπαθητικό βιβλίο, σε κάτι πραγματικά καλό. Το περιτύλιγμα. Το περιτύλιγμα που θα σε κάνει να μπεις ακόμα περισσότερο στην ίδια την ιστορία του και θα σου χρυσώσει το χάπι της ανάγνωσης. Κι ο Γιώργος, επιτρέψτε μου, δεν το ξεχνά ούτε αυτό. Ίσως γιατί εργάζεται στον τομέα της καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας. Το περιτύλιγμα, στην προκειμένη περίπτωση είναι η γλώσσα, οι ιδιωματισμοί της Κρήτης, το περιβάλλον, οι άνθρωποι και οι τόποι που σε μεταφέρουν με άνεση και ευκολία στο εκεί και στο τότε. Είναι η πραγματική αγάπη του για το νησί της Κρήτης, το ταμπεραμέντο του, που είναι εμφανές σε κάθε του λέξη, ακόμα και για κάποιον που δεν ξέρει από πού κρατά η σκούφια του. Είναι η επένδυση, η προσήλωση, η ανάδειξη, ο σεβασμός του συγγραφέα στους μύθους και τις παραδόσεις της πατρίδας του, ενός πανέμορφου τόπου, που είχα την χαρά και την τιμή να γνωρίσω από κοντά υπηρετώντας την πατρίδα στα μέρη εκείνα για έξι μήνες. Δεν σας κρύβω, πως η γραφή του Γιώργου, ο διάχυτος λυρισμός του, με μάγεψε από τις πρώτες σελίδες. Ειδικά το κομμάτι που αναφερόταν στο παρελθόν είναι πραγματικά εξαιρετικό, με κέρδισε, με συγκίνησε, μ’ έκανε όντως να δακρύσω. Οι περιγραφές του, οι λογοτεχνικές βουτιές του στα ενδότερα των χαρακτήρων, ειδικά της πρωταγωνίστριας, αλλά και των σκοτεινών χαρακτήρων του βιβλίου, ακόμα και οι επιτηδευμένες λεπτομέρειες που προσθέτουν αίγλη σ’ ένα μυθιστόρημα, έκαναν τις σελίδες  να κυλούν γρήγορα, κι έτσι το βιβλίο, παρά τη μεγάλη του έκταση, δεν αποδείχθηκε κουραστικό.

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ υποστήριζε πως Τα μάτια δεν βλέπουν καλά τον Θεό, παρά μόνο μέσα από τα δάκρυα. Η ιστορία της οικογένειας των Αηδονάκηδων, τα δάκρυά τους, κλείνοντας το βιβλίο, οφείλω να ομολογήσω πως με συγκίνησαν, ίσως γιατί ένιωσα να δικαιώνεται αυτός ο μεγάλος συγγραφέας με τη ρήση του. Μην με ρωτήσετε για την κατάρα, αν λύθηκε τελικά, ούτε για τις ανατροπές που υπάρχουν ευτυχώς και είναι πολλές μέσα στο βιβλίο και ανεβάζουν την αδρεναλίνη της ανάγνωσης. Ούτε γι’ αυτές θα σας μιλήσω.


Κάποτε, κάποιος, είπε πως τα δάκρυα που χύνεις για τον εαυτό σου είναι δάκρυα αδυναμίας, τα δάκρυα όμως που χύνεις για τους άλλους είναι σημάδι δύναμης. Ολοκληρώνοντας το βιβλίο, δεν σου κρύβω, αγαπητέ Γιώργο, πως ΑΥΤΟ ένιωσα, πιο δυνατός, ασχολούμενος με τα ανθρώπινα πάθη και λάθη των Αηδονάκηδων, δακρύζοντας γι’ αυτά, και σ’ ευχαριστώ, από τα βάθη της καρδιάς μου γι’ αυτό το μαγευτικό ταξίδι που μου χάρισες στις σελίδες του βιβλίου σου. «Τ’ αηδονιού το δάκρυ» είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα πρότεινα να διαβάσετε ανεπιφύλακτα, καλοί μου φίλοι, να ανοίξετε χωρίς ενδοιασμούς την κόκκινη πόρτα του σπιτιού των Αηδονάκηδων, και να απολαύσετε το υπέροχο ταξίδι στις σελίδες του. Σας ευχαριστώ.

Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2015

Ο δρόμος του Θεού


Την ώρα που ο πολιτισμένος κόσμος της δύσης αρέσκεται σε ανούσια παιχνίδια με κουβάδες κρύου νερού που ίπτανται πάνω από κεφάλια διασημοτήτων και μη, η ανθρωπότητα βιώνει την ψυχρολουσία αποτρόπαιων θανατικών εκτελέσεων από τους φανατισμένους Τζιχαντιστές της ανατολής. Η πίστη και ο δρόμος προς το θείο μοιάζει να έχει δυο διαφορετικές πλευρές. Από τη μια η πλήρης απαξίωση του Θεού στα μάτια του σύγχρονου και απελευθερωμένου ανθρώπου που διεκδικεί μια νέα θέση στο στερέωμα μακριά και πέρα από θρησκευτικές δεσμεύσεις. Ο σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος της δύσης μοιάζει να έχει ξεπεράσει κατά πολύ τόσο με τη στάση του, όσο και με τις πράξεις και τις ενέργειές του, κάθε τι που τον συνδέει με την ξεπερασμένη από τους καιρούς φιλοσοφία της πίστης προς το υπέρτατο. Η επιστήμη, οι ανακαλύψεις, ακόμα και η σκληρή και οδυνηρή πραγματικότητα με τις ασφυκτικές υποχρεώσεις και τους καθημερινούς κανόνες έχουν μετατρέψει την πλειονότητα του σύγχρονου δυτικού κόσμου σ’ άλλους προσανατολισμούς. Ο ευαγγελικός λόγος, η πίστη και η παράδοση μοιάζουν ανίκανες να προσηλυτίσουν τον κοινό μέσο αστό, που όλο και περισσότερο μοιάζει να απομακρύνεται από τον αγνό πυρήνα της φιλοσοφίας της πίστης. Από την άλλη, μια ομάδα φανατισμένων ισλαμιστών μοιάζει να λειτουργεί στον αντίποδα μιας ολόκληρης εποχής. Θεωρώντας καθήκον τους τις απάνθρωπες πράξεις αφοσίωσης, κήρυξαν έναν ανένδοτο ιερό αγώνα στο όνομα του Θεού, αγωνιζόμενοι ενάντια στους άπιστους, πραγματοποιώντας εκτελέσεις, αποκεφαλισμούς, αλλά και άλλες αποτρόπαιες πράξεις. Μετά την Αλ Κάιντα, οι Τζιχαντιστές αποτελούν τη νέα μεγάλη ιερή μάστιγα του σύγχρονου κόσμου μας που με ακόμα πιο βίαιες και αποτρόπαιες πράξεις επιχειρεί να προσδώσει θρησκευτική χροιά στην επανάσταση που ευαγγελίζεται.
                Η λέξη τζιχάντ είναι αραβική και σημαίνει αγώνας, προσπάθεια, το να μοχθεί κανείς μ’ όλες του τις δυνάμεις, και αποκτά ιδιαίτερο νόημα όταν αποτελεί το θρησκευτικό καθήκον και τον αγώνα για τον Θεό ως πράξη αγνής αφοσίωσης. Από την εποχή του Μωάμεθ, οι λόγιοι του Ισλάμ διέκριναν συνολικά περισσότερες από 14 κατηγορίες τζιχάντ, με αποτέλεσμα η έννοιά της να μην ταυτίζεται απλοϊκά μ’ εκείνη του πολέμου, όπως συχνά πιστεύεται σήμερα. Σύμφωνα με αρκετούς μελετητές, η εχθροπραξία αποτελεί μόνο μία από τους διαφορετικούς τύπους τζιχάντ. Στη σύγχρονη εποχή, η τζιχάντ γίνεται αντιληπτή μέσα από ένα ευρύ φάσμα απόψεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται συντηρητικές θεωρήσεις με βάση τον κλασικό ισλαμικό νόμο, καθώς και ακραίες τοποθετήσεις που προωθούν την ωμή και απροκάλυπτη βία. Η έννοια της τζιχάντ χρησιμοποιήθηκε τόσο για να προάγει την αφοσίωση των πιστών, όσο και για τη διεξαγωγή πολέμου προς υπεράσπιση της θρησκείας ή τον προσηλυτισμό. Το σύγχρονο Ισλάμ αποδίδει έμφαση στον εσωτερικό πόλεμο του ανθρώπου και εγκρίνει τη σύρραξη με άλλα έθνη μόνο ως αμυντικό μέσο και μόνο στην περίπτωση που κινδυνεύει η ίδια η πίστη. Στη διάρκεια της ισλαμικής ιστορίας, πόλεμοι εναντίον μη Μουσουλμάνων ονομάστηκαν τζιχάντ ώστε να αποκτήσουν θρησκευτική χροιά, αν και προωθούνταν κυρίαρχα για πολιτικούς σκοπούς.
Ο δρόμος του Θεού είναι σίγουρο πως δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αυτό είναι αλήθεια, είναι ανηφορικός, δύσβατος και κακοτράχαλος. Μέσα από τα ευαγγελικά κείμενα, τις διδασκαλίες και τις παραδόσεις της πίστης, είναι δεδομένο, πως όποιος επιθυμεί να πλησιάσει το υπέρτατο θα πρέπει να δοκιμάσει ουσιαστικά τον εαυτό του, να κλείσει τα μάτια και τα αυτιά του στις σειρήνες του υπερκαταναλωτισμού και της ματαιοδοξίας, και να σμιλεύσει την υπόστασή του μέσα από την ίδια τη φιλοσοφία της πίστης, της εγκράτειας και της μετάνοιας. Ο δρόμος του Θεού περνάει από μέσα μας, κάνοντας περιήγηση σε κάθε πτυχή της προσωπικότητάς μας. Προκαλεί μια πλήρη ενδοσκόπηση στην υπόστασή μας, μας μεταφέρει στο γνωστό και στο άγνωστο και μας προετοιμάζει για τη μεταφορά σε κάτι πέρα και πάνω από το εγώ μας. Είναι μια διαδρομή αυτογνωσίας που μπορεί να σε οδηγήσει ακόμα και στην θέωση.  Μα συνάμα, είναι και μια διαδρομή που περνάει και μέσα από τους άλλους, τους γύρω μας, τους εχθρούς και τους φίλους μας, αυτούς που αγαπάμε κι αυτούς που δεν αγαπήσαμε, αυτούς που αποτελούν το περιβάλλον στο οποίο καλούμαστε να μετουσιώσουμε σε πράξη την πρόοδο της όποιας διαδρομής μας, τους συνεπιβάτες και συνοδοιπόρους μας, ακόμα κι αυτούς που επιδεικτικά επιλέγουν άλλους ευκολότερους δρόμους.
Μα επιτρέψτε μου, ο δρόμος του Θεού δεν είναι και μονόδρομος, δεν μπορεί να επιβληθεί σε κανέναν, με ή χωρίς βία, παρά μόνο αν αποτελεί προσωπική επιλογή. Κι όποτε επιβλήθηκε ιστορικά, είτε από τους θρησκευτικούς ηγέτες, είτε ακόμα κι από το απλό λαϊκό αίσθημα, οδήγησε σε αντίθετα και καταστροφικά αποτελέσματα. Δεν είμαι οπαδός της βίας, από όπου κι αν προέρχεται, πόσο μάλλον όταν εξάγεται ως συμπέρασμα θρησκευτικών κειμένων και φιλοσοφιών, που όχι μόνο δεν σε οδηγούν στο σωστό μονοπάτι αλλά σε ξεστρατίζουν από τον υψηλό στόχο της ανεύρεσης του μοναδικού μονοπατιού προς το θείο. Από την άλλη, απάντηση στους αποκεφαλισμούς δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι ένας κρύος κουβάς με παγάκια, αλλά η στροφή στην πραγματικότητα και στο ύψιστο και ιερό μας καθήκον, η όποια γόνιμη εσωτερική μας αναζήτηση να εξωτερικευτεί πλουσιοπάροχα και να την μεταλαμπαδεύσουμε μεγαλόψυχα σ’ όλον τον δοκιμαζόμενο κόσμο.


Νίκος Παργινός 
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΒΗΜΑΤΑ - Τεύχος 11 - Άνοιξη 2015