Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2014

"Ο κανόνας της ορθής γωνίας" στην Θεσσαλονίκη

Σε μια συγκινητική και επιτυχημένη εκδήλωση που διοργάνωσαν από κοινού ο Σύλλογος των Κερκυραίων και Φίλων της Κέρκυρας Βορείου Ελλάδος «Οι Φαίακες», οι εκδόσεις «Καλλιγράφος» και το βιβλιοπωλείο «Σαββάλας», παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό της Θεσσαλονίκης, την Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014, στην κατάμεστη και κατάλληλα διαμορφωμένη αίθουσα εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου «Σαββάλας», το νέο ιστορικό μυθιστόρημα του Νίκου Παργινού: «Ο Κανόνας της ορθής γωνίας».Την εκδήλωση τίμησαν και με το παραπάνω με την παρουσία τους πολλοί Κερκυραίοι της πόλης που έλαμπαν από περηφάνια για τους συντοπίτες ήρωες του βιβλίου, Ιωάννη Καποδίστρια και Σταμάτη Βούλγαρη, και μετέδωσαν απλόχερα αυτήν την αυθεντική τους αγάπη και στον συγγραφέα, αλλά και πλήθος Θεσσαλονικέων φίλων της γραφής και της ανάγνωσης, που εκφράστηκαν με κολακευτικά λόγια και σχόλια για το βιβλίο και την προσπάθεια του Νίκου Παργινού.

Σύντομο χαιρετισμό στην εκδήλωση έκανε, εκ μέρος του Συλλόγου «Οι Φαίακες», η γενική γραμματέας κα Αναστασία Θύμη, εξαίροντας την προσπάθεια του συντοπίτη συγγραφέα να αποτυπώσει στο βιβλίο του το έργο και τη δράση, τόσο του πρώτου πολεοδόμου της χώρας, Σταμάτη Βούλγαρη όσο και να μας παρουσιάσει αποκαλυπτικές πτυχές της ζωής του πρώτου κυβερνήτη της χώρας Ιωάννη Καποδίστρια. «Στην ιστορία πολλές φορές εξετάζονται οι βίοι διασήμων ανδρών ώστε να συνταχθούν επωφελή συμπεράσματα από τη σύγκριση των χαρακτήρων και των ενεργειών τους. Μελετώντας το βιβλίο Ο κανόνας της ορθής γωνίας, χαιρόμαστε με τις εικόνες που φτιάχνουμε στο νου μας, και η κάθε λέξη μας συνδέει με δυο εξαίρετους άνδρες, με υψηλά ιδανικά και μέγα ήθος, που προσέφεραν υλικά και πνευματικά στην πατρίδα μας, δίχως συμβιβασμούς», τόνισε μεταξύ άλλων η εκπρόσωπος του Συλλόγου «Οι Φαίακες».

Για τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον ηγετικό του ρόλο μίλησε ο πρώτος των ομιλητών, ταξίαρχος στρατιωτικών νομικών συμβούλων εν αποστρατεία και έφορος δημοσίων σχέσεων του Συλλόγου «Οι Φαίακες» κ. Βίκτωρας Μέριανος, κάνοντας μια εκτενή και εμπεριστατωμένη βιογραφική αναφορά στη προσωπικότητα και τη δράση του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας.

Στο έργο και τη συμβολή του μηχανικού Σταμάτη Βούλγαρη στην αναμόρφωση του ελλαδικού χώρου, με την πολεοδόμηση εννέα πόλεων, αλλά και τη δράση του ως στρατιωτικός και ζωγράφος, αναφέρθηκε ο αρχιμουσικός του Δήμου Καλαμαριάς και αντιπρόεδρος του Συλλόγου «Οι Φαίακες» κ. Γιώργος Κορωνάκης, μεταφέροντας παράλληλα και τα συναισθήματα που βίωσε διαβάζοντας το βιβλίο του Νίκου Παργινού, χρησιμοποιώντας ακόμα και αποσπάσματα του βιβλίου.

Ο αρχιμανδρίτης και βυζαντινολόγος δρ. Παντελεήμων Τζορμπατζόγλου εκθείασε το συγγραφικό έργο του Νίκου Παργινού, δηλώνοντας πως θεωρεί τον εαυτό του τυχερό που ήταν από τους πρώτους αναγνώστες του βιβλίου και είχε την ευκαιρία να το διαβάσει πριν ακόμα κυκλοφορήσει στο ευρύ κοινό μέσα σε μια νύχτα, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. «Ο Νίκος Παργινός, μετά το εξαιρετικό Τάγμα της ελπίδας, μας χάρισε ένα ακόμα καταπληκτικό ιστορικό μυθιστόρημα…», επισήμανε μεταξύ άλλων, «…αποδεικνύοντάς μας με τον καλύτερο τρόπο πως αποτελεί πλέον έναν καταξιωμένο σύγχρονο λογοτέχνη».


Ο πρώην υπουργός κ. Στέλιος Παπαθεμελής αναφέρθηκε με κολακευτικά σχόλια στην εξαιρετική προσπάθεια του Κερκυραίου συγγραφέα. «Ο Νίκος Παργινός σε τούτο το μυθιστόρημα καταγράφει με απόλυτη ακρίβεια την ιστορική αλήθεια και με το ταλέντο και την υπέροχη λογοτεχνική γλώσσα του μας παρασέρνει στα άδυτα μονοπάτια της ιδιωτικής ζωής των πρωταγωνιστών του. Το βιβλίο του δεν είναι μυθιστόρημα. Είναι ένα ιστόρημα που αποτυπώνει την ιστορία με εξαιρετικό τρόπο, και θα μπορούσε άνετα να αποτελέσει υπέροχο σενάριο μιας καταπληκτικής ταινίας». Στη συνέχεια ο πρώην υπουργός προχώρησε σε μια εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη ανάλυση της πολιτικής δράσης του Ιωάννη Καποδίστρια συγκρίνοντας τη δράση του μεγάλου διπλωμάτη με τα όσα βιώνουμε τη σημερινή εποχή.

Ο συγγραφέας Νίκος Παργινός, κλείνοντας τον κύκλο των ομιλιών, ευχαρίστησε θερμά όλους τους παριστάμενους και τους συντελεστές της εκδήλωσης για την αγάπη και το ενδιαφέρον που επέδειξαν για το νέο του βιβλίο και τα τιμητικά τους λόγια για την προσπάθειά του, και δήλωσε χαρούμενος και συγκινημένος που επέστρεψε μετά από χρόνια στην πόλη που έχει πάντα στην καρδιά του, αφού αποτελεί τη γενέτειρα της μητέρας του. «Έχουν περάσει 183 χρόνια από τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια», δήλωσε κλείνοντας ο συγγραφέας. «Οι βρετανικές αρχές συνεχίζουν να θεωρούν ακόμα και σήμερα το φάκελο της υπόθεσης άκρως απόρρητο, μη επιτρέποντας την πρόσβαση σ’ αυτόν. Είναι ακόμα πιο τραγικό όμως, εμείς οι ίδιοι, με τις επιλογές και τη στάση μας, να αποκλείουμε χωρίς λόγο και αιτία την πρόσβασή μας στα ίδια εκείνα τα μονοπάτια της ιστορίας, που έχουν τόσα πολλά να μας διδάξουν. Γι’ αυτό και θεωρώ πως ο Κανόνας της ορθής γωνίας είναι ένα επίκαιρο βιβλίο, όσο ποτέ. Ένα βιβλίο που έχει να μας αφήσει πολλά για το παρελθόν, και να μας διδάξει ακόμα περισσότερα για το μέλλον».

Συντονιστής της εκδήλωσης ήταν ο δημοσιογράφος κ. Χρήστος Μάτης. Επόμενος σταθμός του βιβλίου μετά την Κέρκυρα, την Λευκίμμη, την Αθήνα και την Πάτρα και τη Θεσσαλονίκη θα είναι οι Σινιές της Κέρκυρας στις 13 του Δεκέμβρη στην έκθεση βιβλίου που διοργανώνει κάθε χρόνο ο πολιτιστικός σύλλογος της περιοχής. 

Δευτέρα, Νοεμβρίου 10, 2014

"Ο Κανόνας της ορθής γωνίας" στην Θεσσαλονίκη

Το ταξίδι του "Κανόνα της ορθής γωνίας" συνεχίζεται. Μετά την Κέρκυρα, την Λευκίμμη, την Αθήνα και την Πάτρα, σειρά έχει η γενέτειρα της αγαπημένης μου μητέρας, Θεσσαλονίκη, όπου στις 28 του Νοέμβρη, στο Βιβλιοπωλείο "Σαββάλας" θα παρουσιάσουμε το βιβλίο στο αναγνωστικό κοινό της συμπρωτεύουσας. Την εκδήλωση αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή ο Σύλλογος Κερκυραίων & Φίλων της Κέρκυρας Βορείου Ελλάδος "Οι Φαίακες". Το πάνελ των ομιλητών θα τιμήσουν δυο εξέχοντα μέλη του Συλλόγου "Οι Φαίακες", οι κ.κ Βίκτωρ Μέριανος και Γεώργιος Κορωνάκης καθώς και ο πρώην υπουργός κ. Στέλιος Παπαθεμελής και ο αρχιμ. Παντελεήμων Τζορμπατζόγλου. Τον συντονισμό της εκδήλωσης θα αναλάβει ο δημοσιογράφος κ. Χρήστος Μάτης.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 05, 2014

Συνέντευξη στο pressmedoll.gr


Συνέντευξη στην Ελεάνα Μαγδαληνού  για το pressmedoll.gr

στα πλαίσια της παρουσίασης του "Κανόνα της ορθής γωνίας" 

στην Πάτρα


Ποιο ήταν το έναυσμα για να γράψετε ένα βιβλίο για τον Σταμάτη Βούλγαρη, τον πρώτο πολεοδόμο της χώρας και πολεοδόμο της Πάτρας και τον πρώτο Κυβερνήτη της χώρας Ιωάννη Καποδίστρια; Τι συνδέει τις δύο αυτές προσωπικότητες;

 Όλα ξεκίνησαν όταν έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο με τα κείμενα του Σταμάτη Βούλγαρη, μια έκδοση που επιμελήθηκε το Τεχνικό Επιμελητήριο  - Τμήμα Κέρκυρας με τη συμμετοχή του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ως μηχανικός, είχα ακούσει για εκείνον, ποτέ όμως δεν φανταζόμουν, πως η ζωή του θα μου κέντριζε τόσο πολύ το ενδιαφέρον. Ένα φτωχοπαίδι από την Λευκίμμη της νότιας Κέρκυρας, που μέσω μιας ηρωικής πράξης υιοθετείται από τους Γάλλους και στέλνεται στο Παρίσι για να μορφωθεί. Λαμπρός στρατιωτικός, με δράση σε δεκατέσσερις πολεμικές εκστρατείες, παρασημοφορημένος ήρωας του Βατερλώ, μεγάλος ζωγράφος, που θήτευσε στα μεγαλύτερα ζωγραφικά εργαστήρια του Παρισιού, και φυσικά εξαίρετος μηχανικός και γεωμέτρης, ένας άνθρωπος που σχεδίασε εννέα πόλεις της Ελλάδας και πλήθος έργων υποδομής στο πλευρό του πρώτου κυβερνήτη της χώρας. Μια ζωή… μυθιστόρημα. Μα πάνω από όλα, ένας ενάρετος άνθρωπος που χάρισε απλόχερα ό,τι είχε και δεν είχε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η διαθήκη του, όπου προικίζει τις πιο φτωχές κοπέλες του χωριού του, δίνει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό στο Γαλλικό Προξενείο της Κέρκυρας για να σπουδάσει ένας φτωχός νέος, αλλά και δωρίζει τα έργα του στην Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή της Κέρκυρας. Η εμπλοκή του Ιωάννη Καποδίστρια, του πρώτου κυβερνήτη στο βιβλίο ήταν αναπόφευκτη. Παιδικός φίλος και συμμαθητής με τον Σταμάτη Βούλγαρη, καλός του φίλος, αν και σε αντίπαλα στρατόπεδα κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων, μα με κοινές αφετηρίες το νησί της Κέρκυρας, την αγάπη προς τον συνάνθρωπο και προς τον ιερό σκοπό της απελευθέρωσης της πατρίδας. 

Οι αναγνώστες διαβάζοντας το βιβλίο σε ποιους τόπους «ταξιδεύουν»; Η Πάτρα τι έκταση καταλαμβάνει στο μυθιστόρημά σας; Υπάρχουν αναφορές στην αρχιτεκτονική και τη ρυμοτομία της Πάτρας; Και αν ναι, ποιες είναι αυτές;


Ο βίος του Σταμάτη Βούλγαρη είναι τέτοιος, που από μόνος του σε καθηλώνει. Από τις φτωχογειτονιές της Λευκίμμης και τις συνοικίες της Κέρκυρας, στο πεδίο των μαχών στο πλευρό των Γάλλων δημοκρατικών (Λευκάδα, Μπρίντιζι, Ανκόνα, Τροκαντερό) από τις μεγάλες ζωγραφικές ακαδημίες του Νταβίντ και του Γκρος στις φυλακές της Μεδίνας στην Μάλτα, από την Ήπειρο και τα Επτάνησα στον βούρκο και το καθαρτήριο του Βατερλώ και τις μακρινές γαλλικές κτήσεις της Λατινικής Αμερικής, μα και στα ιερά χώματα ετούτης της χώρας, το Ναύπλιο, την Τρίπολη, την Πάτρα, το Αίγιο, την Ιτέα, την Ναύπακτο, στο πλευρό του πρώτου κυβερνήτη της χώρας. Από την άλλη, η ζωή του Ιωάννη Καποδίστρια μέσα από τα πανεπιστήμια της Ιταλίας, τα ευρωπαϊκά σαλόνια και τα μεγάλα συνέδρια των κρατών, τις αυτοκρατορικές αυλές, αλλά και οι μυστικές συναντήσεις, οι κινήσεις του παρασκηνίου στο μετερίζι της απελευθέρωσης της πατρίδας, αλλά κυρίαρχα η μάχη για την ανοικοδόμηση του νέου ελληνικού κράτους. Μέσα σ’ όλα ετούτα, σημαντικό ρόλο καταλαμβάνει και η Πάτρα, όπου ο αναγνώστης μπορεί να βιώσει την ίδια την επανάσταση μέσα στις φλόγες των μαχών της, αλλά και ο σχεδιασμός και το μεγαλεπίβολο σχέδιο του Βούλγαρη για την ανοικοδόμησή της. Ο Βούλγαρης, επηρεασμένος από τα νέα καταρτιζόμενα ορθολογικά προγράμματα της εποχής του, όπου καθορίζονταν τα πλαίσια μέσα στα οποία η αρχιτεκτονική και η πολεοδομία θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα τις λειτουργίες των σύγχρονων πόλεων, εφάρμοσε στην Πάτρα κανόνες όπως: ευθύγραμμους δρόμους για συντομότερες διαδρομές, διασταυρώσεις σε ορθή γωνία, κατοικίες που κατατάσσονταν ανάλογα με την κοινωνικοοικονομική θέση των ιδιοκτητών τους, σπίτια που επικοινωνούσαν με το δρόμο μέσω ομοιόμορφων στοών για την προστασία των πεζών από τον ήλιο και τη βροχή, οργανωμένη δόμηση στα πρότυπα του συστήματος του ενεργού οικοδομικού τετραγώνου. Αλλά και τεχνικές όπως η αξονική συμμετρία, οι ελεύθεροι αισθητικοί άξονες, ώστε να απομακρύνει μέσα από αλλεπάλληλους ελεύθερους χώρους και αισθητικές φυγές το πεδίο της όρασης του κάθε ανυποψίαστου.  Μα κυρίαρχα, σεβάστηκε την αρμονική ζεύξη πόλης και φύσης.

Είχε κάποιο όραμα ο Σταμάτης Βούλγαρης όταν σχεδίαζε την Πάτρα;


Ο ίδιος ο Βούλγαρης, μέσα από τα κείμενα και τις σημειώσεις του, υποστήριζε πως η πολεοδομία έμοιαζε με μια καλλιτεχνική πράξη δημιουργίας και πρόβλεψης που σε καθιστούσε εν δυνάμει θεό. Ο πολεοδόμος επιχειρούσε να δημιουργήσει τις κατάλληλες και ευνοϊκές συνθήκες για την ορθολογική ανάπτυξη του ατόμου και της κοινωνίας. Κι αυτό, δεν ήταν εύκολο, δεν μπορούσες να το καταφέρεις, αν δεν προσπαθούσες πρώτα από όλα να αφομοιώσεις δεδομένα από κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, γνώσεις και ικανότητες πέρα απ’ αυτές του φυσικού σχεδιασμού, που προέρχονταν από ένα τεράστιο φάσμα άλλων επιστημών, κοινωνικών και τεχνικών, θεωρητικών και εφαρμοσμένων. Ναι, ο Βούλγαρης είχε όραμα για την Πάτρα, τη δευτερεύουσα του τότε ελληνικού κράτους. Στα ερείπιά της, διέβλεπε μια σύγχρονη πόλη, πέρα και πάνω από τα όρια της τότε επικράτειάς της. Στα σχέδια της υπάρχουσας πόλης πρόσθεσε και μια ακόμα, από το πρανές του Γιαντή Αγά μέχρι την παραλία, εκεί όπου έμποροι είχαν αρχίσει να κτίζουν άναρχα μερικές οικοδομές. Οραματιζόταν μια μεγάλη πολιτεία, διαιρούμενη στην Άνω και Κάτω Πόλη, διαβλέποντας πως το μέλλον της πόλης ήταν το λιμάνι της και η παραλιακή ζώνη, ένας διεθνής εμπορικός πόλος της περιοχής. Το τελικό σχέδιο χωρίστηκε σε δυο ενότητες με διαφορετική διάταξη ορθογωνίων εφαρμόζοντας τον ορθογωνικό τύπο στο ρυμοτομικό πλέγμα της πόλης. Με σεβασμό όμως, στην ιδιαιτερότητα της περιοχής. Τα δυο σχήματα ξεχώριζαν μεταξύ τους με μια ευδιάκριτη ζώνη πρασίνου και τέμνονταν υπό γωνία αγκαλιάζοντας το φρούριο, αναδεικνύοντας τη σπουδαιότητά του, κηρύσσοντάς το σε σημαντικό πολεοδομικό στοιχείο, μετατρέποντας έτσι την ανελαστική αναγεννησιακή πολεοδομική ρυθμολογία σε μια ευάρεστη και ευρηματική σύνθεση. Δεν αρκέστηκε να χαράξει μόνο τις εξωτερικές οικοδομικές γραμμές κάθε τετραγώνου, αλλά χάραξε και τις εσωτερικές, καθορίζοντας τον εσωτερικό ακάλυπτο χώρο, τις υποχρεωτικές αυλές των οικοδομών. Περιττό να σας πω, ότι το ελληνικό κράτος χρειάστηκε πάρα πολλά χρόνια για να ακολουθήσει νομοθετικά και μόνο τον τρόπο σκέψης του.  

Η έρευνα για αυτές τις δύο προσωπικότητες πόσο εύκολη ήταν; Υπάρχει κάποιο στοιχείο ή στοιχεία που, κατά τη διάρκεια προετοιμασίας αλλά και όταν γράφατε το βιβλίο, σας ξάφνιασαν ευχάριστα;

Δεν σας κρύβω, πως η συγγραφή του εν λόγω μυθιστορήματος μονοπώλησε το συγγραφικό μου ενδιαφέρον για επτά ολόκληρα χρόνια. Κι αν για τον Ιωάννη Καποδίστρια υπάρχει μια αρκετά μεγάλη και εκτενής βιβλιογραφία, η πολυσχιδής και χαρισματική προσωπικότητα του Σταμάτη Βούλγαρη, δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, παραμένει ανεξερεύνητη και δεν την έχουμε ανακαλύψει σε βάθος. Προσπάθησα να κινηθώ πέρα και πάνω από τα σκόρπια ιστορικά στοιχεία που έχουμε εξακριβώσει με σαφήνεια, στις παρυφές του μύθου, ακολουθώντας κυρίαρχα το συγγραφικό μου ένστικτο. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της πατρικής οικίας του, στο Ποτάμι της Λευκίμμης, όπου φέτος μόλις, ιστορικοί ερευνητές της περιοχής, ανακάλυψαν πως για ολόκληρες δεκαετίες είχαμε παραπλανηθεί για την χωροθέτησή της. Μα, αν θέλετε, ακόμα και η προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια, θεωρώ πως δεν έχει εξερευνηθεί όσο χρειάζεται από τους ιστορικούς, καθόσον πρόκειται για έναν ηγέτη με σημαντική παρασκηνιακή δράση που δεν έχουμε ακόμα διαλευκάνει ιστορικά. Αυτό, πάντως, που με ξάφνιασε ευχάριστα, γράφοντας αυτό το βιβλίο, είναι αυτή η διαρκής και αφοσιωμένη ανιδιοτέλεια που επέδειξαν ετούτες οι δυο προσωπικότητες σε κάθε πτυχή της ζωής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ίδια η Πάτρα. Όταν ο Βούλγαρης ολοκλήρωσε το σχέδιό της, απέστειλε επιστολή στον Καποδίστρια ζητώντας την έγκρισή του, ενημερώνοντάς τον παράλληλα πως επιθυμούσε το ποσό της αμοιβής του να το διαθέσει για τη δενδροφύτευση της παραλιακής ζώνης, αλλά και για τις προθέσεις των προεστών της πόλης, που από ευγνωμοσύνη προς τον κυβερνήτη και το ενδιαφέρον του για την πόλη τους, επιζητούσαν να ονομαστεί το νέο κομμάτι της, Ιωαννούπολη. Ο Καποδίστριας, ενέκρινε το σχέδιο, αρνήθηκε πεισματικά την προτεινόμενη ονομασία της πόλης και διπλασίασε το ποσό που δαπανήθηκε για τη δεντροφύτευση, χρηματοδοτώντας την από κοινού με τον Βούλγαρη. Αυτή η στάση ζωής αποτέλεσε για μένα το καλύτερο μάθημα. Ελπίζω και για τους αναγνώστες του βιβλίου μου…  

Κυριακή, Νοεμβρίου 02, 2014

ΣΙΓΑ, ΡΕ ΦΙΛΕ!


Ομιλία στην παρουσίαση του μυθιστορήματος "Σιγά, ρε φίλε" της Μάρως Λεονάρδου
στην Κέρκυρα, το Σάββατο 1 Νοεμβρίου στο Cafe Persona Grata.

Φίλες & φίλοι.

Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή βρίσκομαι απόψε εδώ, στο πλευρό μιας καταξιωμένης και γνωστής δημοσιογράφου και συνάμα μιας αναγνωρισμένης, πλέον, συγγραφέως για να σας παρουσιάσουμε μαζί το νέο της βιβλίο, που φέρει τον τίτλο: «Σιγά, ρε φίλε!». Και νιώθω πραγματικά τυχερός που μου δίνεται και πάλι η δυνατότητα να συναντήσω ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο και την ανάγνωση και να καταθέσω και τη δική μου ταπεινή άποψη, γι’ αυτό, το νέο της δημιούργημα.

«Τα δεσμά του γάμου είναι τόσο βαριά… που χρειάζονται δυο για να τα κουβαλήσουν, συχνά και τρεις», υποστήριζε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ο Αλέξανδρος Δουμάς. Εκείνοι δε, που δεν τα πάνε και τόσο καλά με τη θρησκεία θεωρούν πως: η Εκκλησία, μην μπορώντας να καταργήσει τον έρωτα, θέλησε τουλάχιστον να τον… απολυμάνει, επινοώντας το μυστήριο του γάμου. Ο Δουμάς, πάντως, έλεγε και κάτι άλλο, πως: «Ο έρωτας είναι θέμα φυσικής κι ο γάμος θέμα χημείας». Ένας καλός μου φίλος και συμμαθητής, Κερκυραίος, γιατρός, καλή του ώρα, βλέποντας το θέμα καθαρά επιστημονικά το πήγε ακόμα παραπέρα, θεωρώντας, με αρκετή δόση χιούμορ, βέβαια, πως: «Η χημεία του έρωτα ξεκινά οργανική κάθε φορά και καταλήγει πάντα ανόργανη». Εγώ, από την άλλη, θεωρώ, πως η ιδέα του γάμου, ειδικά στις μέρες μας, είναι μια πράξη ηρωισμού, μια πράξη που, για να μιλήσουμε και λίγο λογοτεχνικά, επιχειρεί να διασκευάσει ένα πανέμορφο ποίημα, αυτό της αγάπης, σ’ ένα πεζογράφημα, αυτό του γάμου. Κι όπως και να το κάνουμε, οι διασκευές έχουν και τις παρενέργειές τους. Για όλα αυτά, λοιπόν, για την αγάπη και τον κόπο του γάμου, τη φυσική και τη χημεία του έρωτα, την οικογενειακή ζεστασιά και την ψυχρολουσία της αιώνιας δέσμευσης, τη λογοτεχνική διασκευή του έρωτα και της αγάπης στο πεζογράφημα της οικογενειακής μας καθημερινότητάς, μιλά σε τούτο το νέο βιβλίο της η Μάρω Λεονάρδου. Και το πραγματοποιεί, όπως ξέρει καλύτερα ίσως από τον καθένα, δημοσιογραφικά, κάνοντας στην ουσία αποκαλυπτικό ρεπορτάζ στην ερωτική ζωή των σύγχρονων ελληνίδων, προσφέροντάς μας έναν διαφορετικό οδηγό με κανόνες επιβίωσης στη ζούγκλα των ερωτικών σχέσεων του σήμερα, καμουφλαρισμένο κατάλληλα για τις ανάγκες της σύγχρονης λογοτεχνίας, σ’ ένα εύπεπτο και ευανάγνωστο μυθιστόρημα. Κι αποδεικνύεται περίτρανα πως έχει το θάρρος και την τόλμη, να μας μιλήσει για πράγματα που οι περισσότεροι προτιμούν να σιωπούν και να παραβλέπουν.

Ξέρετε, η πρώτη συμβουλή που μας δίνουν απλόχερα, όλοι, ανεξαιρέτως, όταν επιχειρούμε να παντρευτούμε, να ανοίξουμε σπίτι, να φτιάξουμε οικογένεια, είναι να βρούμε τον κατάλληλο ή την κατάλληλη, τον σωστό άνθρωπο, όπως λένε χαρακτηριστικά. Είναι, υποτίθεται, το μυστικό που κρύβεται πίσω κάθε πετυχημένο γάμο. Προσεκτική επιλογή του «εγώ» που θα ενωθεί με το δικό μας για να γίνουμε «εμείς». Των «θέλω» που θα ενωθούν με τα δικά μας για να γίνουν τα «θέλω μας». Σύμφωνοι. Ξεχνάμε, όμως, ίσως το πιο βασικό. Δεν ωφελεί να βρούμε τον σωστό άνθρωπο και να τον παντρευτούμε. Είναι εξίσου απαραίτητο να είμαστε κι εμείς παράλληλα ο σωστός άνθρωπος,  αυτός που θα αξίζει να βρεθεί για να τον παντρευτούν. Κι αυτό το βιβλίο, όσο κι αν ακούγεται παράξενο αυτό που θα σας πω, είναι έτσι γραμμένο, ώστε να μας δώσει μια ιδέα και να μας προετοιμάσει, για όλα όσα θα κληθούμε να συναντήσουμε εκεί έξω περιπλανώμενοι συναισθηματικά, επιχειρώντας να καταβάλλουμε το θεριό της ερωτικής μας ολοκλήρωσης. Και το κάνει, χωρίς να οχυρώνεται πίσω από αυθεντίες και αγκυλώσεις του παρελθόντος. Παίρνει ως αφορμή κομμάτια από τον σύγχρονο τρόπο ζωής μας, τις καθημερινές μας παραστάσεις και τα όσα βιώνουμε, και με όπλο την αιχμηρή και χωρίς περιστροφές γλώσσα επιχειρεί να προσεγγίσει το σήμερα για να μας μεταδώσει αποκαλυπτικές εμπειρίες και βιώματα. Μην με ρωτάτε, αν καταφέρνει να μας αποκαλύψει το περιβόητο μυστικό. Το μυστικό που όλοι λαχταρούμε να μάθουμε, αυτό της επιτυχημένης σχέσης ή του επιτυχημένου γάμου. Δεν νομίζω ότι το καταφέρνει, μα ξέρετε γιατί; Γιατί κατά τη γνώμη μου, το μυστικό μιας επιτυχημένης σχέσης ή ενός επιτυχημένου γάμου παραμένει ακόμα μυστικό.

Αρχίζοντας να διαβάζω το βιβλίο, δεν σας κρύβω πως… απογοητεύτηκα. Από τον φαινομενικά επιθετικό, προς τον ανδρικό πληθυσμό, τίτλο, από το καλαίσθητο εξώφυλλο με την όμορφη γυναίκα, το ροζ τριαντάφυλλο και τα χρήματα, μέχρι το κεντρικό στόρι, που λίγο πολύ δεν ξέφευγε από τα γνωστά στερεότυπα. Οφείλω να σας ενημερώσω, πως δεν είμαι φανατικός οπαδός της αμιγούς γυναικείας λογοτεχνίας, παρότι αποτελεί, ίσως, το πιο παραγωγικό κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, αφού το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα, είναι, ως επί το πλείστον… γυναίκες. Κι η πρώτη εντύπωση, ήταν πως επρόκειτο για ένα συνηθισμένο ελαφρό βιβλίο με ηρωίδα μια ταλαίπωρη γυναίκα που εξιστορεί τις ερωτικές περιπέτειές της αποζητώντας πρώτιστα παρηγοριά σ’ άλλες τυραννισμένες γυναίκες που δηλώνουν έτοιμες να ταυτιστούν μαζί της και διαθέσιμες να διαβάσουν τις περιπέτειές της ως αναγνώστριες. Ακόμα και η πρωτοπρόσωπη γραφή της Μάρως, ή εκείνο το «αγαπητές μου», η συγγραφική αναφορά μέσα στο κείμενο σε αναγνώστριες, με ώθησε στο να πιστέψω το αρχικό μου ένστικτο. Το ίδιο το βιβλίο όμως, βάλθηκε, σελίδα τη σελίδα, κεφάλαιο το κεφάλαιο, να με διαψεύσει.

Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, μια 45χρονη εκπαιδευτικός, καθηγήτρια Γαλλικών, συγγραφέας παιδικών παραμυθιών και ραδιοφωνική παραγωγός, το alter ego της συγγραφέως λέω εγώ, σύζυγος και μητέρα δυο γιων στην εφηβεία, που αποφασίζει να δώσει επιτέλους τέλος στον ανέραστο πολυετή γάμο της και να ξεκινήσει μια νέα οδύσσεια για να βρει τον μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτά της. Συζυγικές απιστίες, σχέσεις σε κρίση, προσωπικές ανάγκες και μεγαλεπήβολα παραμυθένια όνειρα, βάσιμες ή όχι ελπίδες στο βωμό ερωτικών ισοζυγίων, κοινωνικά κατάλοιπα και επικοινωνιακές ταμπέλες, συντροφικές περιπλανήσεις και εναλλαγές συναισθημάτων, και μια ενδόμυχη πεποίθηση, πως όλα ετούτα, αποτελούν κομμάτι μιας τυπικής αλυσίδας που θα κατέληγε στο τέλος να δαιμονοποιήσει, ως συνήθως, τους έρμους τους άνδρες, απαξιώνοντας κάθε πράξη και ενέργειά τους, ως ένα ακόμα θηλυκό μανιφέστο στην αμιγώς γυναικεία υπόθεση της ροζ λογοτεχνίας. Έλα όμως, που το ίδιο το βιβλίο βάλθηκε να με διαψεύσει και να μου βροντοφωνάξει… «σιγά, ρε φίλε!»

Καλογραμμένο, χωρισμένο σε μικρά και ευανάγνωστα κεφάλαια, με ξεχωριστό ρόλο και σκοπό στην αφήγηση, κυλά σ’ αυτό το αναμενόμενο τέμπο μέχρι το δεύτερό του κομμάτι, εκεί που νιώθεις πως… επαναστατεί κι αποδεικνύει, πως όλα τα παραπάνω που υπολόγιζες για δαύτο, δεν ισχύουν. Η ηρωίδα μεταφέρεται πλέον στο παρασκήνιο από το προσκήνιο, και οι συμπρωταγωνιστές της αναλαμβάνουν τη σκυτάλη καταθέτοντας την άποψη της άλλης πλευράς, τόσο σε σχέση με την κεντρική ηρωίδα όσο και σε σχέση με τους υπόλοιπους καθημερινούς ήρωες του βιβλίου. Κι αυτό το εύρημα, η αποκάλυψη, το μυστικό, αν θέλετε, του βιβλίου είναι που το κάνει, κατά την ταπεινή μου άποψη, ξεχωριστό και διαφορετικό. «Δεν υπάρχει σωστή και λάθος άποψη για τη ζωή, απλώς… διαφορετική», καταλήγει η Μάρω Λεονάρδου στο βιβλίο της, και έχει, μεταξύ μας, απόλυτο δίκιο, πόσο μάλλον για τον γάμο και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Η Μάλρνεν Ντήτριχ, η γνωστή Γερμανίδα ηθοποιός, υποστήριζε πως: «Οι περισσότερες γυναίκες θέλουν σώνει και καλά να αλλάξουν τον άνδρα, κι όταν τον αλλάξουν, δεν τους αρέσει εκείνος πια». Στο ίδιο μήκος κύματος και η Αμερικανίδα ευθυμογράφος, Έλεν Ρόουλαντ, που έλεγε χαριτολογώντας πως: «Ένας σύζυγος είναι ό,τι απέμεινε από τον γκόμενο μετά την απονεύρωση». Την ίδια ώρα, είναι επιτρέψτε μου, επιστημονικά τεκμηριωμένο, πως οι γυναίκες προτιμούν τους άνδρες που τις παίρνουν και δεν τις καταλαβαίνουν, από τους άνδρες που τις καταλαβαίνουν χωρίς να τις παίρνουν. Και πως αν οι άνδρες μετά τον γάμο φέρνονταν στις γυναίκες τους όπως την περίοδο του φλερτ, θα είχαμε σίγουρα λιγότερα διαζύγια και περισσότερες χρεοκοπίες. Αν θέλετε την προσωπική μου άποψη, το πρόβλημα με το γάμο είναι ότι ερωτευόμαστε μια προσωπικότητα κι αναγκαζόμαστε να ζήσουμε μ’ έναν χαρακτήρα. Μεγαλώνουμε με το ιδανικό της απόλυτης αγάπης των παραμυθιών, του πρίγκιπα και της βασιλοπούλας, και καλούμαστε να ζήσουμε με κάτι πραγματικό, όπως ο γάμος, κι η σύγχυση ιδανικού με πραγματικό ποτέ δεν μένει ατιμώρητη στη ζωή. Άλλωστε, δεν πρέπει να μας διαφεύγει τελικά πως ο γάμος είναι όπως το εστιατόριο, μόλις σε σερβίρουν, το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι να κοιτάξεις τα πιάτα τον άλλων, ακόμα και να τα δοκιμάσεις. Στο τέλος, για να επανέλθουμε στο ίδιο το βιβλίο της Μάρως, και την πίστη της σε τούτο το διαφορετικό, η αλήθεια μοιάζει να ισορροπεί μεταξύ των δυο αντίθετων πόλων δίνοντας στους άνδρες ελαφρυντικά για όσα άτιμα κάνουν,  ακόμα κι αν αξίζουν αυτό το απαξιωτικό… «σιγά, ρε φίλε».

Ζούμε σε μια εποχή δύσκολη, μια εποχή οικονομικής κρίσης. Μια εποχή που η οικογένεια και τα παιδιά θεωρούνται πολυτέλεια και τεκμήριο για τους φωστήρες της οικονομίας. Μια εποχή κι έναν κόσμο που ξόδεψε 1.735 δις δολάρια για πολέμους το 2012, ενώ θα χρειαζόταν μόνο 135 δις δολάρια για να εξαφανιστεί η φτώχεια την ίδια χρονιά. Μια εποχή που βασιλεύουν οι εφήμερες σχέσεις, η επιστροφή στο πατρικό, οι χωρισμοί χωρίς τη βούλα, τα κορνιζαρισμένα πτυχία, οι καριέρες της μετανάστευσης, τα οικονομικά προβλήματα χωρίς τελειωμό, τα ενυπόθηκα δάνεια κάθε είδους, οι πιστώσεις και οι χρεώσεις, τα ισοζύγια και οι προϋπολογισμοί, οι καλοί λογαριασμοί που κάνουν τους καλούς φίλους, ο έρωτας στο παρασκήνιο των προσφορών, η αγάπη στο περιθώριο της ακρίβειας, η δέσμευση στον αστερισμό της αμφισβήτησης, οι ολέθριες συνέπειες του «στα έλεγα» και του «στο είχα πει», η μοναξιά της απομόνωσης, ο φόβος της ήττας, οι εφιάλτες της αποτυχίας, τα «θέλω» που χάσαμε στην πορεία, τα «πρέπει» που φορτωθήκαμε στο δια ταύτα. Κι αν έμεινε ακόμα κάτι αλώβητο στο πέρασμα όλων ετούτων, είναι αυτός ο έρμος ο θεσμός της ίδιας της οικογένειας, που αποτελεί για τον καθένα μας κάτι ξεχωριστό και διαφορετικό, και που απειλείται πλέον βιώνοντας τη δική του υπαρξιακή κρίση ταυτότητας. Μιας σύγχρονης ταυτότητας κι ενός εύθραυστου χαρακτήρα που εμμέσως πλην σαφώς αποτυπώνεται σε τούτο το βιβλίο της Μάρως. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως θύματα ετούτης της ιδιότυπης μάχης των δυο φύλων μέσα στην ίδια την οικογένεια είναι πάντα τα παιδιά.

Κάποτε, ένας εφτάχρονος αναρωτήθηκε και με το δίκιο του άλλωστε: «Ήθελα να ‘ξερα ποιος βάζει τις βιταμίνες στο σπανάκι, στο καρότο και στο ρετσινόλαδο και δεν τις βάζει στα παγωτά, στα πατατάκια και στις καραμέλες». Εγώ, πάλι, από την μεριά μου, ήθελα να ‘ξερα ποιος είναι αυτός που ευλογεί την αγάπη με σταυρούς και θυσίες, με κόπο, πειρασμούς και γκρίνια, φαγούρα, βάσανα, σκοτούρες, αγωνίες, καυγάδες, μιζέρια και άγχος.  Ποιος είναι αυτός που αποφασίζει, πως το παιδί όταν μπαίνει στο σπίτι σου πρέπει να κάνει τόσο θόρυβο που δύσκολα τον αντέχεις, ξεσπώντας στον άντρα ή τη γυναίκα σου, κι όταν φεύγει θα το αφήνει τόσο σιωπηλό που νομίζεις πως θα τρελαθείς μόνος με τον άντρα ή τη γυναίκα σου. Ποιος είναι αυτός, που επιτρέπει σ’ όλους μας να επιδεικνύουμε με καμάρι τα παιδιά μας ως τα πιο έξυπνα παιδιά του κόσμου και μέχρι την ενηλικίωσή τους να χάνεται από τα περισσότερα όλη αυτή η εξυπνάδα. Ποιος είναι αυτός, που μας βάζει να περνάμε τους δώδεκα πρώτους μήνες των παιδιών μας μαθαίνοντάς τα να περπατάνε και να μιλάνε, και τους επόμενους δώδεκα λέγοντάς τους να κάτσουν κάτω και να «βγάλουν τον σκασμό». Ποιος είναι αυτός που κάνει,  το να φωνάζεις όταν θέλεις τα παιδιά να σε υπακούσουν, να μοιάζει με το κορνάρισμα όταν οδηγείς ή με τους έντονους διαλόγους που ανταλλάσεις με τον σύντροφό σου. Ποιος είναι αυτός, που κάνει τα παιδιά να ακούνε πολύ πιο προσεκτικά όταν δεν απευθύνεσαι σ’ αυτά κι απευθύνεσαι στη γυναίκα ή τον άντρα σου. Ποιος είναι αυτός, που μέσα σε λίγο καιρό, μετατρέπει το παιδί που φοβάται το σκοτάδι σ’ έφηβο που θέλει να μείνει έξω όλη τη νύχτα.  Ποιος είναι αυτός που επιτρέπει να χρειάζονται είκοσι περίπου χρόνια σε μια μάνα να κάνει τον γιο της άντρα, και είκοσι λεπτά σε μια άλλη γυναίκα για να τον αποβλακώσει. Μα ας σταματήσω εδώ, μην με αρχίσετε και με το δίκιο σας, με τα… «σιγά, ρε φίλε!». Πιστέψτε με, όμως, δεν έχω τις απαντήσεις που ψάχνετε! Ίσως, ούτε και η Μάρω.

Θέλει τσαγανό, όμως, για να καταπιαστείς με τέτοιο τρόπο με τόσα πολλά και ευαίσθητα θέματα όπως αυτά που καταπιάνεται στο βιβλίο της η Μάρω Λεονάρδου,και να βγεις μάλιστα αλώβητος από ευτελείς χαρακτηρισμούς και εύκολες ταμπέλες. Θέλει τσαγανό να μετατρέπεις ένα τηλεοπτικό σαρδάμ, που ίσως σου κόστισε επαγγελματικά, σε συγγραφικό επιχείρημα μέσα σ’ ένα τέτοιο βιβλίο. Θέλει τσαγανό, αγαπητοί φίλοι και φίλες, αλλά ίσως αξίζει, να έχεις την τόλμη, αυτό το… «σιγά, ρε φίλε!» να το εξαπολύεις που και που και στον καθρέπτη.

Αγαπητή Μάρω, να είναι καλοτάξιδο το νέο σου βιβλίο.

Σας ευχαριστώ.