Πέμπτη, Αυγούστου 25, 2011

Μοναχικός ακροατής

Ηρθες και πάλι και μ' άρχισες με τα δικά σου. Πήρες το γνωστό σου ύφος και άρχισες τον συνήθη σου μονόλογο. Προσωπική παράσταση για έναν ρόλο κι εγώ και πάλι αυθεντικός μοναχικός ακροατής. Σε περίμενα. Δεν μπορώ να στο κρύψω. Κάθε φορά σε περιμένω. Κάτι μου λέει κάθε φορά πως θα έρθεις για να με προσηλυτίσεις με τις περίεργες ιστορίες σου. Ψάχνεις συνοδοιπόρο, συνεπιβάτη στις αποδράσεις σου και προστρέχεις στο απάνεμο καταφύγιό μου, απελπισμένος να σε ακούσουν, να σε συντροφεύσουν, να σε θαυμάσουν.
Οι ιστορίες σου μονοδιάστατα αφηγηματικά σχήματα, που περιγράφουν με τρόπο μοναδικό το μακρινό, το ουτοπικό, το μαγικό. Περίπλοκες διαδρομές μεταφοράς στο απλό τότε του πουθενά. Ο χρόνος τους αόριστος, ο τόπος τους άγνωστος, τα πρόσωπά τους ανώνυμα. Μα παρ' όλα αυτά τόσο αυθεντικές, λες και είναι προσιτά δικές σου. Απλές περιηγήσεις του νου, που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στο εξιδανικευμένο.
Στεκόμουν και τούτη τη φορά και σε χάζευα από την πρώτη λέξη, την πρώτη φράση. Λες και το 'ξερα! Μια φορά που ποτέ δεν είναι μόνο μία. Κι ένας καιρός που ποτέ δεν είναι το τώρα. Ο λόγος σου πάντα απλός και λιτός, χωρίς πολλά επίθετα και γλαφυρότητες, μα συνάμα ήρεμος, σταθερός και μέσα στην υπερβολή. Οι ήρωές σου πάντα νέοι. Αυθεντικοί. Ιστορίες απλές με όμορφο πάντα τέλος. Και η φωνή σου? η φωνή σου μαγικός δρόμος που οδηγεί στον κόσμο του υπερβατικού, του παραμυθένιου, του ονειρικού. Η χροιά της χαραγμένη ανεξίτηλα στο "είναι" μου. Την ξέρω τόσο καλά. Απόδραση είναι ο λόγος σου. Μαγεία. Πόσο λατρεύω αυτό το σημείο! Πόσο μ' αρέσει ο τόνος της φωνής σου, η έκπληξη στο πρόσωπό σου για το γνωστό που ίσως να ξέχασα και θα με σαγηνέψει και πάλι όπως την πρώτη φορά που το μοιράστηκες μαζί μου. Με κέρδισες και απόψε με την υπερβολή σου. Με κέρδισες και πάλι με το πάθος και τη δύναμή σου. Και πάλι. Και τώρα, όπως πάντα.
Τελειώνεις. Κάπου εδώ φαίνεται πως τελειώνει και η αποψινή ιστορία σου. Ναι, τώρα θυμάμαι πως κάπου εδώ τελειώνουν πάντα όλα καλά. Πώς το λένε? α, ναι! Η γνωστή ατάκα του τέλους, στρογγυλή σφραγίδα που έρχεται και αγκαλιάζει τα πάντα και σημαδεύει το νυχτερινό μου διαβατήριο στον κόσμο των ονείρων. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Τώρα πλέον μπορείς να σκύψεις και να με φιλήσεις, να με χαϊδέψεις στα μαλλιά και να μου στείλεις δονήσεις αγάπης. Κι εγώ θα σου χαμογελάσω και θα αλλάξω πλευρό, θα αγκαλιάσω το μαξιλάρι μου και θα γυρίσω στο πλάι για να χαθώ στον κόσμο των ονείρων με σύμμαχο τη χάρη της αφήγησής σου. Οπως κάθε βράδυ, όπως κάθε νύχτα που το σκοτάδι κυριεύει τον κόσμο μας.
Στα χείλη μου δύο λέξεις πασχίζουν να αποδράσουν. Μα ακόμα δεν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να ωριμάσουν και να ξεχυθούν στον αιθέρα που μας χωρίζει και μας ενώνει. Μέρες τώρα. Μήνες. Στο μεταίχμιο του ευτυχισμένου τέλους η προοπτική της όποιας συνέχειας του παραμυθιού. Και μετά; Και μετά; Πάντα θα υπάρχει το μετά, ακόμα και πέρα από το όποιο καλύτερο τέλος. Μα μένει συνήθως ανείπωτο ετούτο το μετά κι αχαρτογράφητο. Ανεξερεύνητο κομμάτι του κοσμικού μας χρόνου.
Κλείνω τα μάτια και το μετά ζωντανεύει μαγικά πλέον κάτω από τα σφαλισμένα μου βλέφαρα και είμαι εγώ τώρα που παίρνω τη σκυτάλη για να διαφύγω από το καταφύγιό μου και να ταξιδέψω στην χώρα του πουθενά, στον χρόνο του αορίστου. Και η απάντηση παραμένει δική μου, ανεξομολόγητη εμπειρία που με τον καιρό θα ωριμάσει και θα δραπετεύσει κάποια στιγμή από τα εσώψυχά μου.
Μεγάλωσα. Μεγάλωσα και έπαψες πλέον να έρχεσαι, ίσως γιατί μεγάλωσες κι εσύ, ίσως γιατί γέρασες κι έφυγες μακριά. Ο χρόνος μετέβαλε εκείνο το τέλος το καλό σε κάτι άλλο, ίσως περισσότερο επώδυνο. Και οι ιστορίες σου; Οι ιστορίες με το ευτυχισμένο τέλος μεταφέρθηκαν τελικά στο υποσυνείδητό μου, γίνανε κομμάτι του εαυτού μου, κτήμα της σκέψης μου, μέρος του μυαλού μου, δικές μου, και μεταλλάχθηκαν εντός μου, ανέπτυξαν πολλαπλές διαστάσεις, ορίστηκε επιτέλους ο χρόνος τους, τα πρόσωπα έγιναν οικεία, τα μέρη τους πατρίδα μου, έγιναν σύνθετες τελικά μα συνάμα προσιτές και καθημερινές.
Επαψες να έρχεσαι τα βράδια, μα τα παραμύθια σου έρχονται στα όνειρά μου ακόμα. Και το μετά έγινε πλέον τώρα. Κι ο χρόνος αποκάλυψε στο μυαλό μου τη συνέχεια ενός καλού τέλους. Αυτού του ίδιου τέλους που μου εντρύφησες με τις ιστορίες σου. Και νομοτελειακά κλήθηκα να συμπληρώσω τα κενά του χρόνου και να αποτελειώσω στο διηνεκές του απείρου το τέλος που μου αναλογεί. Χρέος μου πλέον να αποσαφηνίσω το νέο ευτυχισμένο τέλος. Να σε ξαναβρώ. Να στο ομολογήσω. Να στο εξομολογηθώ.
Κι έτσι ήρθα και πάλι για να σ' αρχίσω με τα δικά μου. Πήρα το γνωστό μου ύφος και άρχισα το συνήθη μου μονόλογο. Προσωπική παράσταση για έναν ρόλο κι εσύ πλέον να γίνεσαι ο αυθεντικός μοναχικός ακροατής. Με περίμενες. Δεν μπορείς να μου το κρύψεις. Κάθε φορά με περιμένεις. Κάτι σου λέει κάθε φορά πως θα έρθω για να σε προσηλυτίσω με τις περίεργες ιστορίες μου. Ψάχνω συνοδοιπόρο, συνεπιβάτη στις αποδράσεις μου και προστρέχω στο απάνεμο καταφύγιό σου απελπισμένος να με ακούσουν, να με συντροφεύσουν, να με θαυμάσουν.
Στέκεσαι και τούτη τη φορά και με χαζεύεις από την πρώτη λέξη, την πρώτη φράση. Λες και το 'ξερες! Μια φορά που ποτέ δεν είναι μόνο μία. Κι ένας καιρός που ποτέ δεν είναι το τώρα. Τελειώνω. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Τώρα πλέον μπορώ να σκύψω και να σε φιλήσω, να σε χαϊδέψω στα μαλλιά και να σου στείλω δονήσεις αγάπης. Κι εσύ θα μου χαμογελάσεις και θα αλλάξεις πλευρό, θα γυρίσεις στο πλάι για να χαθείς στον κόσμο των ονείρων με σύμμαχο τη χάρη της αφήγησής μου. Οπως κάθε βράδυ, όπως κάθε νύχτα που το σκοτάδι κυριεύει τον κόσμο μας. Στο μεταίχμιο του ευτυχισμένου τέλους, η προοπτική της συνέχειας του παραμυθιού πάντα, όμως, θα παραμένει. Και μετά; Και μετά; Πάντα θα υπάρχει το μετά, ακόμα και πέρα από το καλύτερο τέλος. Μα μένει συνήθως ανείπωτο κι αχαρτογράφητο. Ανεξερεύνητο κομμάτι του χρόνου. Και, μεταξύ μας, τώρα που περάσανε τα χρόνια μπορώ να πω πως ίσως να είναι και καλύτερα. Τώρα που σε βρίσκω και πάλι πρέπει να σου το ομολογήσω. Ισως γιατί αυτό το ευτυχισμένο τέλος που κληρονόμησα από σένα να κλήθηκα να το κληροδοτήσω κι εγώ με τη σειρά μου. Αλλωστε ένα ευτυχισμένο τέλος σηματοδοτεί μια νέα ευτυχισμένη αρχή. Οσο για το μετά...

Η ιστορία δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ του Σαββάτου 20/8/2011

Παρασκευή, Αυγούστου 05, 2011

Ο Χρήστος Χωμενίδης για "To Tάγμα της ελπίδας"


Ομιλία του συγγραφέα Χρήστου Χωμενίδη 
στα πλαίσια της παρουσίασης 
του νέου βιβλίου του Νίκου Παργινού "Το Τάγμα της ελπίδας"
στην Έκθεση Βιβλίου Κέρκυρας


Μ’ αρέσει πάρα πολύ που έχει όλο και περισσότερο κόσμο. Ίσως είναι και οι άνθρωποι που έρχονται στην πόλη της Κέρκυρας από τις περιοχές που καίγονται, δυστυχώς καίγεται όλο το νησί απ’ ότι μαθαίνουμε. Έχω μια διαφωνία κατ’ αρχήν με τους διοργανωτές της έκθεσης, μου λένε φεστιβάλ, μου λένε έκθεση, για ένα μείζον πολιτιστικό γεγονός, εγώ νομίζω πως είναι ένα πανηγύρι του βιβλίου, όσο πιο απλά το αντιμετωπίσουμε, όσο πιο απλά το δούμε, ως εκδήλωση, τόσο καλύτερα και για μας και για το βιβλίο το ίδιο, το οποίο δεν υπάρχει κανένας λόγος να το έχουμε σε καμιά προθήκη ή μ’ ένα φωτοστέφανο καλυμμένο, το φωτοστέφανο είναι εσωτερικό και βγαίνει από τις σελίδες του ή δεν υπάρχει καθόλου.
               Το συγκεκριμένο βιβλίο του Νίκου Παργινού είναι μεγάλης έκτασης, 670 σελίδες περίπου, σε πάρα πολύ ωραίο όμως σχήμα που θυμίζει τους κλασικούς τόμους της νεοελληνικής λογοτεχνίας των εκδόσεων Εστία της γενιάς του ’30. Ο Νίκος λοιπόν προτάσσει σε κάθε κεφάλαιο μια φράση, ένα motto, ένα απόφθεγμα, και είναι πολυσυλλεκτικότατος, δηλαδή έχει αποφθέγματα αρχαίων τραγικών, του Ευριπίδη αν θυμάμαι καλά σε ένα κεφάλαιο ή του Σοφοκλή και του Αρκά, του ανθρώπου με το πιο έντονο χιούμορ στην Ελλάδα. Έχει και διάφορα που τα αποδίδει σε ανωνύμους, προφανώς είναι δικά του. Το μόνο το οποίο δεν έχει είναι αυτό που χαρακτηρίζει προφανώς τον ίδιο ως άνθρωπο και ως συγγραφέα και το οποίο αποδίδεται μεν στον Καρλ Μαρξ αλλά νομίζω ότι είναι πολύ παλαιότερο: «Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο». Έχουμε λοιπόν έναν πολυπράγμονα άνθρωπο ο οποίος έχει τελειώσει το Πολυτεχνείο, σχεδιάζει, φτιάχνει σκηνικά, σκιτσάρει, δουλεύει ως μηχανικός στο Δήμο Κερκυραίων και παράλληλα είναι και συγγραφέας. Και έχουμε κι ένα νησί γύρω του το οποίο από το λίγο που το γνωρίζω, που το έχω γευτεί εγώ κι από το πολύ περισσότερο που το ξέρετε εσείς, είναι γεμάτο, βρίθει, ξεχειλίζει από ιστορία. Νομίζω ότι είναι βεβαίως η Ελλάδα ως τόπος που παρήγαγε ιστορία εξ αρχαιοτάτων χρόνων, λένε μάλιστα γενικότερα για τα Βαλκάνια ότι ανέκαθεν παρήγαγαν περισσότερη ιστορία απ’ όση μπορούσαν να καταναλώσουν. Αυτό κατεξοχήν ισχύει για την Ελλάδα και νομίζω και για την Κέρκυρα στην οποία περπατώντας βλέπεις την ιστορία σε κάθε δεύτερη γωνιά.
             Η πρώτη μου επισήμανση σχετικά με το βιβλίο του Νίκου Παργινού είναι ότι καταφέρνει να βγάλει την Ιστορία από τα μουσεία κι από τις προθήκες και από μια αίσθηση απόστασης και να τη φέρει στην καθημερινότητα. Δηλαδή αυτό που κάνει μεταξύ των άλλων, είναι ότι μας δίνει την αίσθηση ότι είμαστε κομμάτι μιας ροής γεγονότων, μιας ροής σχέσεων, οι οποίες ξεκινάνε από πολύ μακριά στο χρόνο και πηγαίνουν πολύ - πολύ μακριά στο μέλλον. Κι εμείς, ως ζώντα υποκείμενα του σήμερα, αποτελούμε κομμάτι, ένα κυματισμό αν θέλετε σ’ αυτό το ποτάμι του οποίου οι ρίζες εικάζονται και οι εκβολές αγνοούνται. Αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, δηλαδή πως αντιλαμβάνεται την ιστορία, παρούσα, την φέρνει κοντά μας, της δίνει σάρκα και οστά και την κάνει ταυτόχρονα και ζουμερή και τραγανή.
Το δεύτερο σημείο το οποίο θέλω να επισημάνω σε σχέση με το μυθιστόρημα αυτό… καταλαβαίνετε έχω ορισμένες μερικές παρατηρήσεις που θα μπορούσανε να λειτουργήσουνε ως κατευθύνσεις ανάγνωσης. Προφανώς εσείς θα κάνετε τις δικές σας όταν το διαβάσετε, ή όταν το διαβάσατε, αν το έχετε ήδη διαβάσει, διότι αυτό που είναι το μόνο σίγουρο είναι ότι κάθε ανάγνωση ενός βιβλίου είναι μοναδική και το βιβλίο δεν ολοκληρώνεται τη στιγμή που θα γράψει ο συγγραφέας τη λέξη «τέλος» αλλά τη στιγμή που θα το διαβάσει ο κάθε αναγνώστης. Οι δικές μου επισημάνσεις αφορούν τη δική μου ανάγνωση. Η δεύτερη επισήμανση, λοιπόν, σ’ ότι αφορά στην πρωτοτυπία του Τάγματος του ελπίδας, είναι ότι ο ήρωας και ο περίγυρός του, αν θεωρήσουμε ότι ο κεντρικός ήρωας είναι ο Ορέστης και οι φίλοι του, οι φίλες του, οι συγγενείς του, οι γονείς του, ο περίγυρός του, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, είναι εκ πρώτης όψεως καθημερινοί. Το λέει μάλιστα ο συγγραφέας συστήνοντας τον Ορέστη, λέει: «είναι ένας πολύ κανονικός άνθρωπος που δουλεύει σε ένα πολυκατάστημα ηλεκτρικών ειδών που κι εγώ ο ίδιος απορώ γιατί αποφάσισα να ασχοληθώ μαζί του, να στήσω ένα ολόκληρο βιβλίο γύρω από αυτόν». Είναι χαρακτηριστικό της πολύ νεωτερικής λογοτεχνίας αυτό, δηλαδή ότι παίρνει έναν καθημερινό άνθρωπο και τον αναδεικνύει ως κέντρο του κόσμου και ως κέντρο ενός ολόκληρου δικού του κόσμου. Ξέρετε, για πάρα πολλούς αιώνες προκειμένου να καταστήσεις, να αναδείξεις μια μορφή ως κεντρικό ήρωα της αφήγησής σου, αυτή η μορφή θα έπρεπε να είναι πορφυρογέννητη, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, αν όχι αυτοκρατορικής οικογένειας, να έχει κάποιες περγαμηνές, ακόμα και σε πολύ κλασικούς ήρωες οι οποίοι θα μπορούσαν να αυτενεργήσουν εντελώς, βάζει ο δημιουργός ή απαιτεί η παράδοση ή το πόπολο να έχουνε γαλάζιο αίμα. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Οιδίποδας, ο οποίος αν το καλοσκεφτείτε, όλη του η ζωή είναι ενός αυτοδημιούργητου, είναι ένας παλικαράς ο οποίος πηγαίνει, τσαμπουκαλεύεται με τον βασιλιά των Θηβών, τον σκοτώνει, λύνει το αίνιγμα και ανεβαίνει στον θρόνο. Είναι κατ’ εξοχήν  μορφή αυτοδημιούργητη ο Οιδίπους, ωστόσο πρέπει για τις ανάγκες μιας αριστοκρατικής αντίληψης των πραγμάτων να πούμε ότι είναι γιος του βασιλιά της Κορίνθου. Όλοι πρέπει να είναι βασιλόπουλα. Αυτό το οποίο κάνει ο Παργινός, είναι ότι σου λέει, αυτοί οι άνθρωποι τους οποίους διαλέγω εκ πρώτης όψεως δειγματοληπτικά, οι οποίοι δεν ξεχωρίζουν σε τίποτα, που θα περνάγανε δίπλα μας και δεν θα τους ρίχναμε μια δεύτερη ματιά, αυτοί οι άνθρωποι είναι μικροί πρίγκιπες και μικρές πριγκίπισσες. Και νομίζω ότι εδώ έχουμε μια ιδέα του, μια πίστη του, μια πεποίθησή του, ότι ο κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο, τον οποίο υπό συγκεκριμένες συνθήκες, αν ευνοεί δηλαδή η ροή των πραγμάτων θα εκδηλώσει, θα αναπτύξει και θα χαρεί κι αυτός και οι γύρω του. Άρα η δεύτερη μου επισήμανση είναι ότι το βιβλίο είναι βαθιά δημοκρατικό και ότι δίπλα μου κάθεται ένας γνήσιος δημοκράτης.
Η τρίτη μου επισήμανση αφορά στο εύρημα του βιβλίου, το οποίο εύρημα όταν μου το διηγήθηκε ο Νίκος, πριν διαβάσω το βιβλίο, του λέω δηλαδή, αυτό που έγραψες είναι μια παραλλαγή του ποιήματος του Καββαδία με το μαχαίρι, όπου υπάρχει ένα μαχαίρι που πηγαίνει από κάτοχο σε κάτοχο και εν πάση περιπτώσει αποδεικνύεται μοιραίο για όλους. Στην περίπτωση του «Τάγματος της Ελπίδας» δεν έχουμε μαχαίρι, έχουμε έναν πίνακα, έναν πίνακα ο οποίος είναι κλειδί του μυστηρίου, είναι μια σκυτάλη που διατρέχει τους αιώνες, είναι ένα άλλοθι για να μας ξεναγήσει ο συγγραφέας σε διαφορετικά περιβάλλοντα τοπικά και χρονικά και είναι και ένα μυστήριο. Κατά τη δική μου αντίληψη, εδώ πέρα υπάρχει μια παραβολή. Διότι ασχολείται πάρα πολύ ο Νίκος Παργινός και οι ήρωές του με το ποιος είναι ο ζωγράφος του πίνακα αυτού και πότε έχει φιλοτεχνηθεί και υπό ποιες συνθήκες. Ο πονηρεμένος αναγνώστης ξέρετε τι συμπέρασμα θα βγάλει μετά από όλα αυτά; Ότι τελικά δεν έχει καμία σημασία ούτε ποιον παριστάνει ο πίνακας, ούτε ποιος τον έχει ζωγραφίσει, ούτε πότε τον έχει ζωγραφίσει, ούτε ποιες είναι οι «μαγικές» ιδιότητες του πίνακα. Σημασία έχει ο ίδιος ο πίνακας, ο οποίος θαμπώνει όποιον τον βλέπει, διότι ο πίνακας είναι η τέχνη. Κι όταν κοιτάμε πίσω ή δίπλα από την τέχνη ουσιαστικά έχουμε πάρει λάθος δρόμο. Η τέχνη είναι το μέγα μυστήριο το οποίο εμπεριέχει και την απάντησή του, όπως και ο Θεός. Με αυτήν την έννοια μας στήνει μια παγίδα ο Νίκος Παργινός και αφήνει σε μας να βγάλουμε ως αβγό του Κολόμβου την απάντηση. Η απάντηση δεν είναι πίσω ή πέρα από τον πίνακα, η απάντηση στο ερώτημα είναι ο ίδιος ο πίνακας, είναι η ίδια η τέχνη.
Η τέταρτη και τελευταία επισήμανσή μου είναι ότι πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο επιστρέφει και εντάσσεται στο ρεύμα της τελευταίας εικοσαετίας, που ύστερα από πειραματισμούς που κατέληξαν μάλλον σε αδιέξοδα, η λογοτεχνία επιστρέφει στη χαρά και τη μαγεία της αφήγησης. Δηλαδή αυτό το οποίο τελικά μας ενδιαφέρει πρώτα από όλα είναι το βιβλίο να διαβάζεται, να γοητεύει, να θέλεις να γυρίσεις σελίδες, κάθε φράση να οδηγεί στην επόμενη, να μην είσαι ένας μελετητής ο οποίος κάθεται σε ένα γραφείο και αγκομαχάει για να τελειώσει το βιβλίο, αλλά να είσαι ένα παιδί, να μπορεί να σε ξανακάνει το βιβλίο ένα παιδί το οποίο ταξιδεύει μαζί του. Αυτό όχι ως μια εύκολη παραμυθία, δηλαδή παρηγοριά, αλλά ως ένα παραμύθι το οποίο έχει δύναμη να φωτίζει την πραγματικότητα την οποία ζούμε, ο καθένας από μας, να μας κλονίζει τις βεβαιότητες τις οποίες έχουμε σε σχέση με τον εαυτό μας και τη γύρω ζωή και ενδεχομένως να τις ανατρέπει κιόλας. Γιατί κατά την γνώμη μου, η τέχνη, ότι κι αν λέμε, έχει μια κατάρα και μια ευλογία. Η κατάρα της τέχνης είναι να είναι διακοσμητική. Η ευλογία της είναι να είναι ανατρεπτική.

Πέμπτη, Αυγούστου 04, 2011

Ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός για "Το Τάγμα της Ελπίδας"


Ομιλία του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού 
στα πλαίσια της παρουσίασης 
του βιβλίου του Νίκου Παργινού "Το Τάγμα της Ελπίδας" 
στην Έκθεση Βιβλίου Κέρκυρας


Ο Νίκος Παργινός με το νέο του μυθιστόρημα Το Τάγμα της Ελπίδας έκανε ένα αληθινά μεγάλο συγγραφικό άλμα. Όχι στο κενό, αλλά στο στήσιμο μιας πολύ ενδιαφέρουσας περιπέτειας. Κατάφερε, κατά τη γνώμη μας, με μεγάλη επιτυχία, να πετύχει να συναντηθούν η Ιστορία από την μία και η ανθρώπινη ύπαρξη, στο βαθύτερο «είναι» της, από την άλλη, σε μία πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση.  Θέμα του μυθιστορήματος τα όνειρα και οι εφιάλτες μας. Θέμα του μυθιστορήματος το μεγάλο ερώτημα που θα έπρεπε να απασχολεί τον κάθε άνθρωπο. Πού βρίσκεται η αλήθεια στη ζωή μας; Με τι παλεύουμε για να της δώσουμε νόημα; Σ’ έναν κόσμο όπου υπάρχει μία μεγάλη σύγχυση, ίσως χωρίς διέξοδο, ανάμεσα στο τι είναι καλό και τι είναι κακό, ανάμεσα στο τι πραγματικά αποτελεί όνειρο και ποιος είναι ο εφιάλτης μας, ο Νίκος Παργινός επιχειρεί να δώσει τις δικές του προσωπικές απαντήσεις, πατώντας γερά στα μονοπάτια της Ιστορίας, αλλά και χτίζοντας την δική του ελπίδα μέσα από την συνάντηση τόσο με το Θεό όσο και με τον άνθρωπο.
        Το Τάγμα της ελπίδας  δεν είναι ένα βιβλίο στο οποίο δίδονται δογματικές απαντήσεις. Δεν είναι ένα βιβλίο βεβαιοτήτων. Γι’ αυτό και δεν είναι θρησκευτικό ή ιδεολογικό μανιφέστο του συγγραφέα. Είναι αυτό που ονομάζουμε «ανοιχτό έργο», δηλαδή προκαλεί τον σύγχρονο αναγνώστη να γυρίσει εντός του και να δει πού εντάσσει τον εαυτό του: σ’ αυτούς οι οποίοι χτίζουν νόημα ζωής μέσα τους και μοιράζονται αυτό το νόημα με τους άλλους, θέλοντας να σηκώσουν τον σταυρό εκείνων που κατατρύχονται από τους εφιάλτες τόσο τους προσωπικούς όσο και τους κοινωνικούς, ή σε εκείνους οι οποίοι έχουν παραδώσει τον εαυτό τους σε ό,τι και σε όποιους έχουν τακτοποιήσει τις ζωές μας, χωρίς να μας αφήνουν περιθώρια ελευθερίας. Γιατί, κατά τη γνώμη μας, αυτό είναι τελικά το βαθύτερο νόημα του μυθιστορήματος. Πώς πατώντας στην αγάπη και επιλέγοντας ελεύθερα, ακόμη και προσφέροντας την ίδια μας την ζωή, θα μπορέσουμε να διαφυλάξουμε το προνόμιο όχι μόνο να ονειρευόμαστε, αλλά και να αφήνουμε στους άλλους να ονειρεύονται, όχι μόνο πολεμώντας τους δικούς μας εφιάλτες, αλλά και τους εφιάλτες των άλλων.
            Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ένας απλός και καθημερινός άνθρωπος, μεταμορφώνεται τελικά όχι σε σωτήρα των ονείρων της ανθρωπότητας, αλλά σε σωτήρα των ονείρων ενός παιδιού. Γιατί αν δώσεις το δικαίωμα σε έναν άνθρωπο να ονειρεύεται νικώντας κάθε λογής αγρίμια, τα οποία απειλούν ως λέοντες ωρυόμενοι να κατασπαράξουν τις προσδοκίες και τις ελπίδες μας, έχεις γίνει ήρωας. Αυτή είναι η πρόκληση του συγγραφέα προς τον καθέναν από εμάς. Δεν χρειάζεται να είσαι διάσημος, σπουδαίος, ξεχωριστός. Η αξία βρίσκεται στο να έχεις καρδιά, στο να πιστεύεις με την καρδιά σου, να νιώθεις ότι έχεις χρέος και αποστολή να μη νοιάζεσαι μόνο για τον εαυτό σου. Κι αυτή η θεώρηση που γίνεται βίωμα λείπει από τον κόσμο μας. Σε μια πραγματικότητα, μάλιστα, όχι απλώς πεζή, αλλά καταθλιπτική και απαξιωτική των ονείρων, όπου όχι μόνο για τους έχοντες και κατέχοντες την εξουσία κάθε είδους, αλλά και για τους περισσότερους από εμάς, μετράει μόνο το «πουγκί» με το οποίο ο δωδεκάχρονος ιππότης του έργου δοκιμάζει τον ήρωα και κάθε κάτοχο του πίνακα, ο συγγραφέας μας θυμίζει ότι υπάρχουν και άλλα που ξεχάσαμε.
            Για να το πετύχει αυτό συνδέει το παρελθόν  με το παρόν. Συνέγραψε ένα ιστορικό και ταυτόχρονα σύγχρονο, στα όρια του αστυνομικού, μυθιστόρημα. Είναι εμφανείς οι επιρροές του από σύγχρονες μορφές αφήγησης και συγγραφείς πετυχημένους εμπορικά (Κοέλιο, Ρόουλινγκ, Μπράουν, Έκο), αλλά και η εντρύφηση που έκανε στην Ιστορία και το παρελθόν. Θα ενθουσιάσει τον αναγνώστη η ιστορία του Ντομένικο Σονιάντε, ζωγράφου, ιππότη, καλλιτέχνη, ονειροπόλου, γητευτή ονείρων, ιδρυτή του «Τάγματος της Ελπίδας», ο οποίος θα δεθεί με την Κέρκυρα σε στιγμές που την κατέστησαν ξεχωριστή, κυρίως τον 16ο αιώνα. Ο αναγνώστης θα απολαύσει την αφήγηση για τις επιδρομές των Τούρκων και των πειρατών στο νησί, την συμμετοχή της Κέρκυρας στην ναυμαχία της Ναυπάκτου, τα θαύματα της Παναγίας της Κασσωπίτρας και του Αγίου Σπυρίδωνος, την αρχιτεκτονική της πόλης, την μουσικότητα των δρόμων και των κτηρίων, την ονειρική διάσταση του νησιού, για το οποίο ο συγγραφέας μας θυμίζει ότι δεν υπάρχει απλώς για να καταναλώνει τουρισμό και επισκέπτες, αλλά κρατά παραδόσεις, πίστη, αξίες. Η Κέρκυρα για το συγγραφέα είναι, όχι μόνο εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης, αλλά και εξαιτίας των ανθρώπων που θέλουν να ονειρεύονται έναν κόσμο καλύτερο για όλους και όχι μόνο για τους εαυτούς τους, αληθινή «πύλη» που συνδέει τον παρόντα κόσμο και χρόνο με την υπέρβασή του. Όλα αυτά και  άλλα τινά, καθιστούν την ανάγνωση του μυθιστορήματος αληθινά απολαυστική.
            Όχι, δεν είναι στεγνός ο λόγος του συγγραφέα. Δεν είναι μία καταιγιστική δράση, χωρίς ιδέες, χωρίς συναίσθημα, χωρίς αγάπη, χωρίς έρωτα. Είναι ένα ταξίδι στο οποίο ο καθένας μπορεί να βρει κάτι από τον εαυτό του. Και αυτό επιτυγχάνεται με τον εγχρονισμό της δράσης στο σήμερα. Με την ιστορία της παρέας που αναζητεί την αλήθεια για τον πίνακα του Τισιανό, αλλά και την εμπλοκή της στην αιώνια σύγκρουση καλού και κακού, η οποία σήμερα τείνει να λησμονηθεί. Και η σύγκρουση θέλει ήρωες. Όχι όμως απρόσωπους, χωρίς συναισθήματα, μισθοφόρους της κάθε πλευράς, αλλά εκείνους που όντας καθημερινοί άνθρωποι, δίνουν σάρκα και οστά με όπλο τους το κερί της αγάπης, το οποίο κρατά άσβεστη τη φλόγα της ειρήνης, της πίστης της ελπίδας, που δίνουν και δεν αφαιρούν ζωές.
            Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στοιχεία της ψυχανάλυσης και μάλιστα εκείνης των ονείρων. Χρησιμοποιεί ακόμη την ορολογία της Νέας Εποχής, όχι όμως για να σχετικοποιήσει την ανθρώπινη αναζήτηση ούτε για να την καταστήσει ακρότητα και μισαλλοδοξία ή για να την εγκλωβίσει στην γαλήνη του εαυτού. Όντας μοντέρνος, προσπαθεί να δώσει την δική του προσέγγιση στο ερώτημα πού βρίσκεται η αλήθεια για την ύπαρξη. Πόσο ελεύθεροι είμαστε όχι μόνο στον ξύπνιο, αλλά και στον ύπνο μας. Πρόσφατα είδαμε πάνω σ’ αυτό το θέμα μία πολύ ενδιαφέρουσα ταινία-σχόλιο, το Inception του Κρίστοφερ Νόλαν, όπου γίνεται λόγος για την χειραγώγηση του ανθρώπου, ακόμη και στα όνειρά του από το σύστημα της εποχής με μόνο στόχο τελικά το κέρδος. Για τον συγγραφέα όμως ο τελικός σκοπός μας είναι η ελευθερία. Και αυτή την βρίσκει κανείς όταν ανοίγεται σε αυτό που ξεπερνά το παρόν και τις διαστάσεις του κόσμου μας. Όταν τελικά μπορούμε να οδηγηθούμε στο Θεό και τη σχέση μαζί Του.
            Συγχαίροντας τόσο το συγγραφέα όσο και τον Σύλλογο Βιβλιοχαρτοπωλών Κέρκυρας για την πρωτοβουλία να οργανώσουν επιτέλους στο νησί μία έκθεση βιβλίου, παρά την χαλεπότητα των καιρών, ας μου επιτραπεί να φέρω στη σκέψη όλων σας το ναό της Αγίας Αικατερίνης. Αυτόν που βρίσκεται εγκαταλελειμμένος επί πολλά χρόνια, όντας κληροδότημα του Δήμου Κερκυραίων. Ας είναι η έκδοση αυτού του βιβλίου μία ακόμη αφορμή για να ευαισθητοποιηθεί ο Δήμος, αλλά και οι αρμόδιοι φορείς της Πολιτείας, να αναστηλωθεί επιτέλους αυτό το ιστορικό μνημείο, η εικόνα του οποίου όχι απλώς δεν περιποιεί τιμή για τον τόπο μας, αλλά δείχνει τελικά την πνευματική παρακμή που φέρνει η άνευ όρων παράδοσή μας στο οικονομοκρατικό ιδεώδες. Και πάλι συγχαρητήρια, αγαπητέ φίλε Νίκο. Το Τάγμα της ελπίδας  σου αποτελεί την απόδειξη ότι βρήκες και ανέπτυξες το ταλέντο σου.

Ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός είναι διδάκτωρ θεολογίας & φιλόλογος και
Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ι.Μ. Κερκύρας, Παξών & Διαποντίων Νήσων