Τετάρτη, Αυγούστου 30, 2006

Ο τοίχος: Ακόμα τίποτα...

Σύνθημα 48ον: ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΛΕΞ
Πόσος καιρός θα περάσει ακόμα μέχρι να μάθουμε τι έγινε τελικά με τον Άλεξ; Συμμορίες ανηλίκων, μωρίες ενηλίκων, εισαγγελείς, ιδιωτικοί ντετέκτιβ, αστυνομικοί, γονείς, καθηγητές και μαθητές, κρυφτούλι πίσω και μπροστά από τις κάμερες σ' ένα θέατρο μυστικών του παραλόγου. Αλίμονο! 30 Αυγούστου σήμερα, του Αγίου Αλεξάνδρου κι ο Άλεξ γιορτάζει. Χρόνια σου πολλά Άλεξ, όπου κι αν είσαι.

Τρίτη, Αυγούστου 29, 2006

Ο τοίχος: Καλό μας ταξίδι

Σύνθημα 47ον: ΚΑΛΑ ΚΑΤΕΒΟΔΙΑ
Αν ψάχνετε λόγους και αιτίες για το πως στην Ελλάδα του 2006 μπορούν ακόμα να μας σερβίρουν κατεψυγμένα Βελγικά βοδινά, μολυσμένα με διοξίνες από τον καιρό του Νώε η απάντηση είναι απλή. Το μυστικό κρύβεται στην ορθογραφία και πάλι. Αυτό μας αποκαλύπτει με αρκετή δόση φαντασίας ο σημερινός δράστης του μηνύματος. Κάποιος ανεγκέφαλος θεώρησε πως τρώγοντας τούτα τα βοδινά θα έχουμε καλό κατευόδιο ή μάλλον καλά κατεβόδια, παρότι μας σερβίρισαν βοδινό κρέας που βρισκόταν για 7 χρόνια στην κατάψυξη και ίσως μεταξύ μας να μην είχε και άδικο. Καλό μας ταξίδι, λοιπόν, καλό κατεβόδιο...

Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006

Ο τοίχος: Τρίποντο νίκης

Σύνθημα 46ον: ΚΑΛΑΘΗ
Από τα καλάθια του μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας και την εκπληκτική πορεία της Εθνικής μας ομάδας μπάσκετ μέχρι το μυστικό της νίκης σε κάθε αγώνα μας. Από τα λάθη που κρίνουν τον νικητή στη σεναριακή άμυνα της μπασκετικής Ελλάδας μέχρι τα λάθη της καθημερινότητας που στολίζουν τη ζωή μας και μας πετούν στο καλάθι των αχρήστων. Γιατί κάθε φορά τα λάθη κρίνουν τον αγώνα, είτε αυτός αυτός αναφέρεται στο μπάσκετ είτε όχι.

Σάββατο, Αυγούστου 26, 2006

"Κρεμάλα" - Κεφάλαιο 1ο


"Χρειάζονται δυο για να ειπωθεί η αλήθεια.
Ένας να μιλά κι ένας ν’ ακούει"

HENRY DAVID THOREAU

Όπως σχεδόν κάθε βράδυ, έτσι και το προηγούμενο, ο Π_ _ _ς είχε πέσει από νωρίς για ύπνο. Ένιωθε στο κορμί του ένα ασήκωτο βάρος καθ’ όλη τη διάρκεια της χθεσινής μέρας. Ήταν ανίκανος να σηκώσει τα μέλη του, τόσο που ένιωθε να παραλύει σε κάθε του απεγνωσμένη προσπάθεια. Αδυνατούσε να περπατήσει, να κινηθεί, να παρακολουθήσει τηλεόραση ή να διαβάσει ένα βιβλίο. Το μυαλό του είχε νεκρώσει. Ήταν ανέκαθεν αφηρημένος, πόσο μάλλον εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μια απόπειρά του να μου τηλεφωνήσει στάθηκε μοιραία, ώστε να τον αναγκάσει να κλείσει τα μάτια του και να κοιμηθεί. Έψαξε για το ασύρματο τηλέφωνο κάποια δεύτερα βυθισμένος στο σκοτάδι του, αλλά του κάκου...

Θυμάμαι είχε αγοράσει το ασύρματο τηλέφωνο σε μια από τις συνηθισμένες και αναίτιες τεχνολογικές εξάρσεις του, ως γνήσιος οπαδός της τεχνολογίας. Μου εκμυστηρευόταν μετά παρρησίας, πως το χρειαζόταν για να μπορεί να ελίσσεται άνετα σ’ όλα τα μέρη του διαμερίσματός του, ακόμα και στην τουαλέτα, που άλλωστε ήταν και η μεγάλη αδυναμία του. Συνομιλούσαμε στο τηλέφωνο και τον άκουγα να κατουράει με τις ώρες στην τουαλέτα, αδειάζοντας τη φουσκωμένη κύστη του από τα απομεινάρια των καφέδων που έπινε μανιωδώς όλη την ημέρα, δήθεν για να ξυπνήσει από το μόνιμο λήθαργό του. Εκείνο το τηλέφωνο που συνέχεια το είχε χαμένο, καταχωνιασμένο σε κάποια γωνιά, κάτω από τα αμέτρητα βιβλία του ή τα αδέσποτα ρούχα του, ήταν και πάλι άφαντο. Ποιός ξέρει που το είχε παρατήσει ετούτη τη φορά.
Κάποτε θυμάμαι από τη βιασύνη και την αφηρημάδα του, το είχε ξεχάσει στο φούρνο μικροκυμάτων και πέρασαν κάμποσες ώρες μέχρι να το ξαναβρεί. Για να το ξετρυπώσει, χρειάστηκε να μου κάνει το τραπέζι και να μου μαγειρέψει, γεγονός που αλήθεια είναι δεν το συνήθιζε. Το είχε παρατήσει στο φούρνο εκείνο το αξέχαστο χειμωνιάτικο απόγευμα, σε μια έντονη έξαρση επιπολαιότητας. Του είχε τηλεφωνήσει και τότε η Τασία, μετά από ένα αρκετά μακρύ διάστημα απουσίας κι εκείνος τα έχασε από τη χαρά του, τόσο που ξέμεινε το ακουστικό στο φούρνο…
Τί είχε τραβήξει αλήθεια κι αυτό το τηλέφωνο, ευτυχώς φθηνά την είχε γλιτώσει τότε. Την άλλη, που ήταν έτοιμο για πλύσιμο μαζί με τα άσπρα εσώρουχα του; Μεταξύ μας, ακόμα και με τη σκέψη ότι θα βρισκόμουν στον ίδιο χώρο με τα άπλυτα του Π_ _ η, μου έρχεται ανατριχίλα. Κι εκείνη τη φορά, εγώ το είχα σώσει από του χάρου τα δόντια, τηλεφωνώντας του. Το άκουσε εκείνος να κτυπάει, κοντοστάθηκε και το καλοσκέφτηκε. Κοίταξε πρώτα καλά καλά μέσα στο πλυντήριο για να βεβαιωθεί μήπως το είχε ξεχάσει εκεί
*, αλλά ευτυχώς το ανακάλυψε κάτω από μια λιγδωμένη αθλητική φανέλα του στο παραφουσκωμένο καλάθι με τα άπλυτα. Σταθήκαμε όλοι τυχεροί εκείνο το πρωινό, κι εγώ, κι αυτός, κι η συσκευή.
Καμιά φορά χτυπούσε με τις ώρες όταν του τηλεφωνούσα και γνώριζα πως μέχρι να θυμηθεί που το είχε καταχωνιάσει, θα περνούσαν αρκετά δευτερόλεπτα. Περίμενα καρτερικά στο άλλο άκρο του σύρματος και τον φανταζόμουν να ψάχνει αφηνιασμένος όλο το σπίτι απ’ άκρη σ’ άκρη για να το βρει. Ν’ αναστατώνει το σύμπαν, να πετάει βιβλία και ρούχα δεξιά και αριστερά, να καταριέται την ώρα και τη στιγμή που το αγόρασε, και στο τέλος να πληρώνει τη νύφη και πάλι η δύστυχη Τασία, που ως συνήθως, θα του είχε τηλεφωνήσει και θα του είχε προσθέσει ακόμη μια δόση αφηρημάδας στο ήδη μεγάλο ποσό που διέθετε.
Σε κάθε μεταξύ μας τηλεφώνημα, μετά τους κλασικούς χαιρετισμούς και τις φιλοφρονήσεις, ακολουθούσαν οι δικές μου εικασίες και προβλέψεις για το δωμάτιο που το είχε ξεχάσει εκείνη τη φορά. Πρώτη σε προτιμήσεις ήταν συνήθως η τουαλέτα και ακολουθούσε η κουζίνα. Κρατούσα μάλιστα και μια αναλυτική κατάσταση με στατιστικά στοιχεία, τα οποία συνεχώς ανανέωνα με περισσό ενδιαφέρον σε κάθε τηλεφωνική επαφή μας. Ήταν τόσο αξιόπιστα τα στοιχεία που διέθετα, που τα χρησιμοποιούσε ακόμα κι εκείνος, για να ιεραρχήσει τους χώρους που θα έπρεπε να ψάξει για να το εντοπίσει. Όταν έχανε το ακουστικό, με αναζητούσε στην τηλεφωνική γραμμή για να με συμβουλευτεί κι εγώ άνοιγα τις σημειώσεις μου και τον βοηθούσα. Το έβρισκε στο τελευταίο μέρος που έψαχνε, ίσως γιατί δεν γίνεται και διαφορετικά, μια κι αν βρεις αυτό που θέλεις, δεν συνεχίζεις να ψάχνεις (πράγμα που δεν μπορώ να πω ότι ίσχυε απόλυτα για τον Π_ _ η, διότι πολλές φορές το κρατούσε στο χέρι και το έψαχνε μανιωδώς).
Άλλοτε πάλι, όταν μαζευόμασταν όλη η υπόλοιπη παρέα σε κάποιο σπίτι για να παρακολουθήσουμε κάποιον ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση ή καμιά ανιαρή ταινία, στοιχηματίζαμε για το χώρο που θα το είχε ξεχάσει και του τηλεφωνούσαμε, χωρίς σοβαρό λόγο, μόνο και μόνο για να δούμε ποιος θα πλήρωνε τις μπύρες ή τις πίτσες που θα προμηθευόμασταν.
Σιχαινόταν την ανοικτή ακρόαση, του την έδινε όταν του μιλούσαν μερικοί έτσι και πείσμωνε τόσο πολύ, που αν δεν του έκαναν το χατίρι να ανασηκώσουν το ακουστικό, τους το έκλεινε κατάμουτρα. Θεωρούσε τη συνομιλία στο τηλέφωνο προσωπική υπόθεση, κάτι το ιερό, ήθελε ο συνομιλητής του να είναι ο μόνος που θα τον άκουγε, λες και θα του μαρτυρούσε κάποιο τεράστιο μυστικό ή θα του άνοιγε την ψυχή του. Όλο μαλακίες πάντως λέγαμε από το τηλέφωνο. Ίσως γι’ αυτό να ήταν τόσο επιφυλακτικός σε τελική ανάλυση. Όποτε πάντως θεωρούσε μεγάλη ανάγκη κάποια συνομιλία και δεν έβρισκε το μονίμως χαμένο ακουστικό, αναγκαζόταν, θέλοντας και μη, να χρησιμοποιήσει την ανοικτή ακρόαση, πράγμα που γινόταν συνεχώς, μια και το ακουστικό ήταν μονίμως χαμένο.

Το προηγούμενο βράδυ λοιπόν, η συσκευή ήταν αρκετά μακριά για να αποφασίσει να κινηθεί, δεν το σκέφτηκε καν. Έτσι τα παράτησε. Ίσως, αν το είχε κάπου εκεί κοντά του, δίπλα του, να λέγαμε δυο τρεις κουβέντες πριν αγκυροβολήσει στο συνηθισμένο νυχτερινό καταφύγιό του, αλλά χθες δεν ήταν γραφτό. Πείσθηκε πως δεν είχε τα κότσια για τίποτα εκείνο το βράδυ, όπως άλλωστε και σχεδόν κάθε βράδυ. Είχαμε πει να βγούμε, αλλά δεν ευτυχίσαμε. Τα μάτια του δεν συμμορφώνονταν στις εντολές του εγκεφάλου. Το κρεβάτι ήταν η μόνη θεραπεία για να τονωθεί και να πάρει δυνάμεις. Ξεντύθηκε με νωχελικές κινήσεις και εμπειρικά έπεσε στο κρεβάτι. Κείτονταν εκεί λοιπόν για κάμποσες ώρες, μέσα στα σκεπάσματα, στη ζεστασιά του παπλώματος.
Του άρεσε ο χειμώνας, το κρύο και η παγωνιά. Από παιδί είχε άχτι το χιόνι θυμάμαι, μα ο καιρός, λες επίτηδες, δεν του έκανε το χατίρι να τον ευχαριστήσει. Θα έπρεπε να ζούσε αλλού, στην Ελβετία λόγου χάρη ή στη Ρωσία. Θα ήταν ευτυχισμένος μόνο και μόνο γι’ αυτό. Αλλά η θεά τύχη του έπαιξε άσχημο παιχνίδι και τον έστειλε εδώ, όπου το χιόνι κάνει την εμφάνισή του σπάνια, αν όχι ποτέ, στα Επτάνησα και στην Κέρκυρα.
Θυμάμαι ακόμα τόσο έντονα, σαν να το ζούσα μόλις χθες, μια χρονιά που με είχε φιλοξενήσει στο πατρικό του σπίτι, στο χωριό, πάνω στο βουνό, στις πλαγιές του Παντοκράτορα, εκείνα τα λευκά Χριστούγεννα που παίζαμε, παιδιά ακόμα, στο χιόνι. Κάναμε σαν τρελοί από τη χαρά μας. Τα χέρια μας είχαν κοκαλώσει, δεν τα νιώθαμε, τα πόδια μας το ίδιο. Αισθανόμασταν τόσο παράξενα και πρωτόγνωρα, αφού το χιόνι το ξέραμε μόνο από τις φωτογραφίες και την τηλεόραση. Είχαμε παραλύσει, αλλά δεν λέγαμε να σταματήσουμε τον χιονοπόλεμό μας. Του έχει μείνει πάντως ακόμα αυτή η παράλυση και η βαρεμάρα, λες κι εκείνη η χιονισμένη μέρα αποτελούσε σημαδιακή χρονική υπόσταση στη ζωή του με απροσδόκητες και σημαντικότατες προεκτάσεις. Τώρα που το θυμάμαι, νιώθω ακόμα και σήμερα κάποιες τύψεις, γιατί στον χιονοπόλεμο τον είχα λιανίσει. Από τότε, έχω ένα βάρος στη συνείδησή μου, μήπως και η αιτία της μόνιμης αφηρημάδας του ήμουν εγώ κι εκείνες οι ξεγυρισμένες χιονόμπαλές μου, αλλά μάλλον όχι, αφού, ακόμα και πριν από εκείνα τα χιονισμένα Χριστούγεννα, διατηρούσε αυτό το αφηρημένο αλλοπρόσαλλο ύφος του εξωγήινου.

Δεν πέρασαν πολλά λεπτά από την απόσυρσή του στα ενδότερα του κρεβατιού του, όταν άρχισε να επιδίδεται, με περισσό αν μη τί άλλο, ταλέντο σ’ αυτό που ξέρει ίσως καλύτερα από τον καθένα, στο να ονειρεύεται…
Ήταν λέει… μεγάλος μεγιστάνας κι έκανε διακοπές στην Ελβετία το καταχείμωνο. Βρισκόταν σ’ ένα πολυτελές ξενοδοχείο και ο ξενοδόχος έκανε το παν για να τον ευχαριστήσει, με το αζημίωτο βέβαια. Γι’ αυτό άλλωστε και του είχε δώσει την καλύτερη σουίτα, τον είχε μπουχτίσει στις γαστρονομικές απολαύσεις και τον είχε πλαισιώσει μ’ ένα τσούρμο αισθησιακές προκλητικές γυναίκες. Ελβετίδες ήταν, Γαλλίδες, Γερμανίδες, δεν έχει καμία απολύτως σημασία, αφού ο Π_ _ _ς δεν γνωρίζει ούτε γαλλικά, ούτε γερμανικά.
Κάποτε, είχαμε βάλει στόχο και οι δυο μας να μάθουμε γαλλικά. Όταν ήμασταν παιδιά δεν αξιωθήκαμε για κάτι τέτοιο, αλλά στα εικοσιέξι, μας ήρθε ξαφνικά η όρεξη. Ήταν τότε που γνωρίσαμε δυο μικροκαμωμένες γαλλιδούλες, ένα φθινοπωρινό βράδυ, σε μια παρατεταμένη έξοδό μας, σε ένα απόμερο μπαρ του Ύψου. Είχαμε διαπιστώσει τότε, μετά από μερικές ώρες μαζί τους, τον ερωτισμό της γλώσσας, και την απόλαυση να την ακούς και ας μην την καταλαβαίνεις. Πόσο μάλλον, αν θα την καταλάβαινες… Έτσι, τολμήσαμε την εκμάθηση. Δεν αντέξαμε όμως και πολύ. Ο Π_ _ _ς δεν τα πήγαινε καλά με την ορθογραφία και γω τα πήγαινα καλά με την καθηγήτρια, τόσο, που σταμάτησα να παρακολουθώ τα μαθήματα και προτίμησα τα ιδιαίτερα στο σπίτι της. Απέκτησα τουλάχιστον μια καλή προφορά στα γαλλικά, μια και η σχέση μου μαζί της δεν κράτησε και πολύ. Εκείνος τα αντιπάθησε, αφού η καθηγήτρια προτίμησε εμένα αντί γι’ αυτόν. Τα έφτιαξε όμως με μια συμμαθήτριά μας και άρχισαν μαζί παρακολουθήσεις στα γερμανικά, για να ξεφύγει το μυαλό του από την σκέψη μας. Για κακή του τύχη όμως, τα έφτιαξε η μικρή με τον καθηγητή των γερμανικών και έτσι δεν συμπάθησε ούτε τα γερμανικά, που και σ’ αυτά κατά διαβολική σύμπτωση, η ορθογραφία παρέμενε γρίφος.
Ίσως, γι’ αυτόν τον λόγο να του έχουν καρφωθεί στο μυαλό οι γαλλίδες και οι γερμανίδες. Γι’ αυτό ίσως και να υπέθεσε πως τα κορίτσια του τρίτου ονείρου κατάγονταν από κει. Έπαιζαν τόμπολα ξαπλωμένοι σε μια βελέντζα, δίπλα στο τζάκι. Τόμπολα; Πώς του ήρθε η τόμπολα τώρα; Αμφιβάλω αν γνωρίζει καν πως παίζεται. Τέλος πάντων. Κι εκεί που επιτέλους τελείωνε η παρτίδα, εκεί που ετοιμαζόταν για άλλου είδους παιχνίδια, εκείνη τη στιγμή που ένιωθε τα χάδια και τα φιλιά των κοριτσιών στο κορμί του, άκουσε το ξυπνητήρι που πάντα είχε στο προσκεφάλι του να ωρύεται. Ήταν κιόλας 07:15.

* τον είχαν ζώσει τα φίδια γιατί του είχε τηλεφωνήσει και τότε η Τασία.

Απόσπασμα από την "Κρεμάλα" του Νίκου Παργινού - Εκδόσεις "Άγκυρα"

Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2006

Ο τοίχος: Πάγκαλος

Σύνθημα 45ον: ΠΑΓΚΑΛΛΟΣ
Είναι τελικά αυτός ο Πάγκαλος; Αυτός με τις περίεργες κατά καιρούς δηλώσεις που όποτε αποφασίζει να μιλήσει αναστατώνει το σύμπαν; Αυτός που μίλησε προχθές κι έφερε τα πάνω κάτω στο ίδιο του το κόμμα και στην πολιτική ζωή του τόπου; Αυτός δεν είναι; Ή μάλλον όχι; Μήπως είναι άλλος; Μάλλον αυτός είναι. Ναι, αυτός είναι ο... Πάγκαλλος. Έτσι είναι το σωστό. Αυτός που την μια είναι έτσι και την άλλη αλλιώς. Ναι. Αυτός είναι. Αυτός που σήμερα είναι κι αύριο δεν είναι. Όπως και να έχει, τον έχουμε μάθει πλέον και δεν μας ξεγελά. Καιρός δεν ήταν;

"Κρεμάλα" - Ένα ταξίδι ζωής

της Άντζελας Γκερέκου
Όσοι διαβάσαμε την "Κρεμάλα", πιστεύω ότι συλλάβαμε τον εαυτό μας να επιστρέφει αρκετά χρόνια πίσω. Η αναγωγή των όσων περιγράφονται μέσα από τις γραμμές του νέου αυτού βιβλίου, στα δικά μας προσωπικά βιώματα και στη δική μας ζωή ήταν αναπόφευκτη. Μέσα από μια πολλή τρυφερή περιγραφή προσώπων και καταστάσεων ξύπνησαν μέσα μας αναμνήσεις από τα δικά μας παιδικά και εφηβικά χρόνια.
Γυρίσαμε στα χρόνια του σχολείου, στα χρόνια της αθωότητας, στα χρόνια των σπουδών, τότε που προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο ολόκληρο. Ένας νέος συγγραφέας, και φίλος, όπως ο Νίκος Παργινός, κατάφερε να εισχωρήσει στις ψυχές και τις μνήμες μας, ενώ παράλληλα μπόρεσε τόσο γλαφυρά να μας μιλήσει για την φιλία, τον έρωτα, την αγάπη, τα όνειρα και τις ελπίδες που κρύβει ο καθένας από μας, καθώς μεγαλώνει αλλά κι όλα αυτά που τα κουβαλάει σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Οι ήρωές του, ο Πάκης, ο Δημήτρης, η Τασία, μέσα από τις γραμμές του βιβλίου παίζουν και ερωτοτροπούν με την ίδια την ζωή. Δημιουργούν, ενώ παράλληλα ζουν και ονειρεύονται. Μια αλληλουχία ονείρων που μέσα τους κρύβονται όλες οι αγωνίες και τα κρυφά τους «θέλω». Ένα ταξίδι ζωής που ξεκινά από τον πρώτο τους κοινό μαθητικό έρωτα και τα απίστευτα σημειώματα στα σχολικά θρανία, μέχρι τους γυμνασιακούς εφηβικούς έρωτες και τις φιλοσοφικές ανησυχίες και συνεχίζει στην ενήλικη ζωή τους με τις προσωπικές και επαγγελματικές υποχρεώσεις και τα προβλήματα της καθημερινότητας. Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, λοιπόν, συναντάμε μια παρέα παιδιών, όπου μέρα με τη μέρα, μέσα από τις παιδικές τρέλες, τη φαντασία, την παιδική ανεμελιά ανακαλύπτουν τη ζωή, κι αναζητούν, τι άλλο, τον ίδιο τους τον εαυτό. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως προσπαθείς να ανακαλύψεις το ένα γράμμα μετά το άλλο, στο γνωστό σε όλους παιχνίδι της κρεμάλας, που ποιος δεν το έχει παίξει! Μ’ αυτόν τον ιδιαίτερο και ταυτόχρονα ευρηματικό τρόπο, ο συγγραφέας αφήνει την ιστορία του να εξελιχθεί, πετυχαίνοντας να παρουσιάσει με ρεαλιστικό τρόπο έναν μεγάλο αριθμό πτυχών της ζωής κάθε ανθρώπου. Μέσα από ένα ταξίδι αδιάκοπης εναλλαγής συναισθημάτων, αγωνίας, χαράς, λύπης. Ενώ το ταξίδι αυτό, αλλά και το ίδιο το παιχνίδι φαίνεται να κυλούν ομαλά, ένα δυσάρεστο αλλά και συνάμα ανθρώπινο γεγονός, έρχεται να μας προσγειώσει στην πραγματική διάσταση της ανθρώπινης ζωής και υπόστασης.
Το βιβλίο «Κρεμάλα» αποτελεί το πρώτο συγγραφικό εγχείρημα του φίλου, συγγραφέα, Νίκου Παργινού. Ο Παργινός, κρατά για τον εαυτό του ένα διπλό και κρίσιμο ρόλο. Αυτόν του συγγραφέα, αλλά του αυτοβιογραφούμενου ήρωα. Μέσα από αυτήν τη διπλή του ιδιότητα, και ξεκινώντας από ένα δυσάρεστο γεγονός, που στιγμάτισε τη ζωή του, αποδεικνύει με ένα πολύ τρυφερό και συνάμα διακριτικό τρόπο, ότι το κλείσιμο του κύκλου μιας ζωής μπορεί να μετουσιωθεί σε δημιουργία, και τελικά μέσα από την ματιά αυτή καταφέρνει κάτι δύσκολο. Καταφέρνει να δραπετεύσει από την ίδια του τη θλίψη και τη σκληρότητα του γεγονότος και να μην αυτοπαγιδευτεί σ’ ένα κλίμα εσωστρέφειας και μοιρολατρίας, αλλά να κινητοποιήσει τη δική του εσωτερική δύναμη και να τροφοδοτήσει το προσωπικό του δημιουργικό ταλέντο που μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε λήθαργο. Αναγκάζει με το δικό του τρόπο τη λύπη, τη στεναχώρια, την απογοήτευση, αλλά και τη γκρίζα πλευρά του τέλους της ανθρώπινης ζωής, να μετατραπούν σ’ ένα πολύ ενδιαφέρον, πολύ όμορφο λογοτεχνικό δημιούργημα, που οδηγεί τον αναγνώστη πέρα από τις λέξεις και τις σελίδες του, σ’ ένα χώρο αισιοδοξίας και ελπίδας. Για να το κάνει αυτό, κανείς, σίγουρα, απαιτεί όχι μόνο ταλέντο αλλά και δύναμη ψυχής. Και ο Νίκος Παργινός, αποδεικνύει ότι διαθέτει και τα δύο. Η όλη πλοκή τοποθετείται σε ένα χώρο, αγαπημένο, τόσο για τον συγγραφέα, όσο και για μένα, στην Κέρκυρα. Ο Νίκος Παργινός, γέννημα θρέμμα της Κέρκυρας, χρησιμοποιεί τον οικείο χώρο του νησιού μας, όχι απλά σαν ένα διακοσμητικό σκηνικό της πλοκής, αλλά σαν ένα βασικό συστατικό της. Η Κέρκυρα, είναι κι αυτή ένας από τους χαρακτήρες - πρωταγωνιστές του βιβλίου. Εμείς οι Κερκυραίοι βέβαια είχαμε την χαρά κι την ευκαιρία, χρόνια τώρα, να γνωρίζουμε τον λόγο του, τις ευαισθησίες του, αλλά και την αγάπη του για τον ίδιο τον τόπο μας, μέσα από τα άρθρα και τα σκίτσα του στις εφημερίδες και τα περιοδικά της Κέρκυρας. Και επιτρέψτε μου να πω, ότι το ταλέντο του το είχαμε δει εδώ και πάρα πολύ καιρό, και δεν μας εκπλήσσει καθόλου αυτό το καινούργιο βήμα του, αυτό το καινούργιο ταξίδι που θα ξεκινήσει. Η πρώτη του αυτή συγγραφική δουλειά, ήρθε να ενισχύσει αυτή μας την πίστη, αλλά και να διευρύνει τους δικούς του ορίζοντες αναγνώρισης. Ο Παργινός, ξεκινά με τον τρόπο αυτό από την Κέρκυρα, αλλά δεν την ξεχνά, αντιθέτως, την κουβαλά μαζί του, σαν πολύτιμη προσωπική κληρονομιά. Επομένως είναι δικαιολογημένη νομίζω, η ιδιαίτερη δική μας χαρά, για το γεγονός ότι ο Νίκος Παργινός, είναι δικό μας παιδί, και με το πρώτο του αυτό έργο κατατάσσεται αναμφισβήτητα στον χώρο των πολλά υποσχόμενων, νέων Ελλήνων συγγραφέων.
Ήδη γνωρίζω ότι η πρώτη αυτή έκδοση θα ακολουθηθεί από άλλες δυο, το «Γλυκό πικραμύγδαλο» και «Το τάγμα της ελπίδας». Είμαι σίγουρη, λοιπόν, ότι ο Νίκος Παργινός, βρίσκεται σε μια πολλή καλή φάση της ζωής του. Είναι ένας άνθρωπος που φαίνεται να έχει βρει τον προσωπικό του δρόμο, κάτι που είναι πολύ δύσκολο και εξαιρετικά σημαντικό. Και μέσα από το πρώτο του αυτό βιβλίο, μας έχει κάνει όλους να ανυπομονούμε να παρακολουθήσουμε τα επόμενα βήματά του. Είμαι σίγουρη για την επιτυχία και των επόμενων βημάτων.
Είμαι σίγουρη για την εξέλιξη που θα έχει ο Νίκος Παργινός. Θα πρέπει σ’ αυτό το σημείο να κάνω μια ακόμα αναφορά για τον Εκδοτικό Οίκο, την «Άγκυρα» και να συγχαρώ πραγματικά για την εμπιστοσύνη που δείχνει στους νέους ανθρώπους, σε μια εποχή που πραγματικά η έκπτωση γενικότερα στις αξίες, διαχέεται και φαίνεται παντού. Είναι πολύ σημαντικό που εσείς στηρίζετε νέους ανθρώπους να βρουν διεξόδους δημιουργικές όπως αυτή εδώ, όπως η ευκαιρία που δώσατε στον Νίκο Παργινό. Νομίζω ότι το σημερινό βιβλίο του Νίκου Παργινού δικαιώνει απόλυτα την επιλογή αυτή. Είμαι λοιπόν και πάλι βέβαιη ότι στην «Κρεμάλα» του Νίκου Παργινού τα μόνα γράμματα που θα τοποθετηθούν στα κενά της λέξης θα σχηματίζουν τη λέξη «επιτυχία», κάτι που, Νίκο, σου εύχομαι ολόψυχα.

(Από την παρουσίαση της "Κρεμάλας" στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2006)

Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2006

Ο τοίχος: To be continued

Σύνθημα 44ον: ΣΤΑΧΤΙ
Στάχτι, ναι, στάχτι. Με "γιώτα", για να μην ξεχνιόμαστε. Γιατί αυτό το κράτος, αυτός ο κρατικός μηχανισμός ούτε "συγνώμη" δεν μπορεί να ψελλίσει. Γιατί θα χρειαστεί μισός αιώνας για να πρασινίσει η Χαλκιδική, η Μάνη και ποιος ξέρει πόσες άλλες περιοχές και πάλι. Γιατί 60.000 στρέμματα πρασίνου έγιναν γκρίζα διαφήμιση για τον τουρισμό μας, γιατί περιουσίες καταστράφηκαν, γιατί αυθαίρετες βίλες θα φυτρώσουν και πάλι εκεί που κατοικοέδρευε το δάσος, γιατί ναι, η φύση εκδικείται και φοβάμαι πως θα το κάνει σύντομα, με τις πρώτες βροχές και τις πλημμύρες.

Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006

"Κρεμάλα" - Κεφάλαιο 29ο


"Το αλκοόλ είναι η αναισθησία που χρησιμοποιούμε για να αντέξουμε την εγχείρηση της ζωής"
GEORGE BERNARD SHAW


Στο παραϊατρικό καμαρίνι, στην έδρα του γενικού προϊσταμένου στο νυχτερινό κλαμπ “Η Κλινική” λίγο έξω από τα Τρίκαλα επί της εθνικής χτύπησε για πολλοστή φορά το τηλέφωνο. Ευτυχώς, ετούτη τη φορά άκουσε τον επίμονο ήχο του ο Μπάμπης, ο γενικός κουμανταδόρος του μαγαζιού. Ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να παρευρίσκεται εκεί το αφεντικό. Ήταν νωρίς ακόμα και για κείνες τις ζωηρές θηλυκές υπάρξεις, που συχνά πυκνά εμφανίζονταν προς εξέταση και ξεροστάλιαζαν μπροστά στους καθρέπτες στα διπλανά καμαρίνια δοκιμάζοντας εσώρουχα, ρούχα και αξεσουάρ ξεφωνίζοντας κάθε είδους επιφωνήματα.
«Τ’ αφεντικό δεν είναι εδώ, απουσιάζει… Ποιος τον ζητάει, παρακαλώ;»
Ο Μπάμπης διατηρούσε δεδομένη μια αρκετή δόση επιφυλακτικότητας απέναντι σε κάθε είδους τηλεφώνημα. Και με το δίκιο του. Τις προάλλες είχε γίνει καρφωτή από το διπλανό κέντρο και είχαν γαλονάτες απροειδοποίητες επισκέψεις. Την είχαν γλιτώσει φθηνά εκείνο το βράδυ, όπως άλλωστε και τότε που είχε πέσει εγκαίρως σύρμα από τους καλοπληρωμένους τσιλιαδόρους της εθνικής πως η δίωξη και το αλλοδαπών κάνανε εκτεταμένους γύρους και επιθεωρήσεις, παρά τις όποιες διαβεβαιώσεις πως όλα θα ρολάρανε ήρεμα για τουλάχιστον καμιά εβδομάδα.
«Θέλετε να του αφήσω κάποιο μήνυμα; Να επικοινωνήσει εκείνος μαζί σας;», συνέχισε. «Πως είπατε πως σας λένε;»
Η Λουκία θεωρούσε πως η αναζήτηση του Μάχου θα λάβαινε χώρα σε καμιά κλινική, σε κάνα νοσοκομείο, άντε σε κάνα ιατρείο. Ποτέ δεν θα μπορούσε να της περάσει από το μυαλό, πως εκείνο το τηλέφωνο που της είχα δώσει σε ανύποπτο χρόνο αντιστοιχούσε στο καλύτερο ίσως κωλόμπαρο της εθνικής. Ήταν αδύνατο να φανταστεί πως τούτη η τηλεφωνική συνδιάλεξη λάβαινε χώρα στο γραφείο διεύθυνσης ενός στριπτιζάδικου. Άλλωστε ο Μάχος έδινε την εντύπωση σε όλους όσους τον συναντούσαν, αλλά δεν τον γνώριζαν και τόσο καλά, πως είναι ένας εξαίρετος γιατρός. Και μπορεί από τη μια, λόγω χαζομάρας, να παράτησε την ιατρική, τα ακουστικά, τα πιεσόμετρα και τα νυστέρια, από την άλλη όμως ποτέ δεν την απαρνήθηκε ως πάθος. Αυτό το συναίσθημα, λοιπόν, ήταν διάχυτο σε κάθε γωνιά του μαγαζιού. Από το όνομα, μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Όλα σου θύμιζαν κλινική.
Στη είσοδο του καταστήματος υπήρχε η οργανωμένη γραμματεία, όπου καταχωρούνταν διεξοδικά όλοι οι πελάτες στα ειδικά αρχεία του μαγαζιού. Καθώς εισερχόσουν, υπήρχε ένα αυτόματο μηχάνημα που σου έδινε αριθμό προτεραιότητας, ώστε να επιλεγεί αυτόματα η «κλίνη» που θα καθόσουν. «Κλίνη» ονομάζανε οι του μαγαζιού τα τραπέζια, ενώ τα περιφερειακά σκαμπό, μπροστά από τα μπαρ, τα ονόμαζαν «ράντζα».
Τα γκαρσόνια ήταν ντυμένα νοσοκόμοι, ενώ οι μετρ γιατροί. Όλοι είχαν ειδικά ταμπελάκια καρφιτσωμένα πάνω στο πέτο τους, που ανέγραφαν τα πλήρη στοιχεία τους, τα ονόματα και τις ειδικότητές τους. Φορούσαν ενίοτε κι εκείνες τις χειρουργικές μάσκες και τα γάντια, ενώ οι σερβιτόρες του μαγαζιού κυκλοφορούσαν με τσόκαρα και προκλητικά μίνι, έχοντας πάντα στο τσεπάκι της ποδιάς τους ένα θερμόμετρο του λεπτού για παν ενδεχόμενο.
Οι παραγγελίες γίνονταν με χρήση συνταγολογίων και σε κάθε τραπέζι υπήρχε καρτέλα πελατών, όπου μετρούσαν σε τακτικά χρονικά διαστήματα τις ποσότητες του αλκοόλ που κατανάλωναν, καθώς και την αντιστοιχία τους σε χρήματα. Η κεντρική πίστα, όπου ξεντύνονταν με μελετημένες κινήσεις οι καλλίγραμμες κοπέλες, ήταν ένα τεράστιο υπερσύγχρονο χειρουργείο φωταγωγημένο με περισσή μαεστρία. Συνήθως ξεπρόβαλαν από τα καμαρίνια εκρηκτικές χορεύτριες ντυμένες νοσοκόμες, με προκλητικά καλσόν και ζαρτιέρες, που προκαλούσαν με τις τάσεις αρωγής τους προς το κοινό, αλλά και το προκλητικό στριπτίζ τους. Όποιος επιθυμούσε κατ’ ιδίαν προβολή του χορού τους, αλλά και όλων των επακόλουθων, δεν είχε παρά να πληρώσει κάτι παραπάνω για τον prive χώρο της «εντατικής». Εκεί, ανάλογα με τις απαιτήσεις, γινόταν προσωπική εξυπηρέτηση από τα κορίτσια της κλινικής.
Τα δυο μπαρ του μαγαζιού θύμιζαν φαρμακεία, γι’ αυτό άλλωστε τα αποκαλούσαν έτσι, ενώ τα ποτά ονοματίζονταν «φάρμακα». Τα σφηνάκια σερβίρονταν από το σέϊκερ σε κουταλάκια, ώστε να πίνονται σαν σιρόπια. Άλλωστε ο όρος «σφηνάκι» είχε αντικατασταθεί από τον όρο «σιροπάκι». Στις δε τουαλέτες υπήρχαν ειδικά δοχεία, γνωστά ως ουροσυλλέκτες, κι ήταν γνωστό τοις πάσι, πως στις τρεις επισκέψεις κέρδιζες μια δωρεάν ανάλυση ούρων. Παράλληλα, υπήρχε και η δυνατότητα χρήσης εκπτωτικής κάρτας ασθενείας των μελών, αφού το μπαρ ήταν συμβεβλημένο με όλα τα μεγάλα νοσοκομεία και όλα τα ασφαλιστικά ταμεία. Και βέβαια όλοι, μα όλοι, πλήρωναν τον λογαριασμό σε φακελάκια (για να μην ξεχνιόμαστε).
«Έχετε κλείσει κάποιο ραντεβού κα… Λουκία είπαμε;», ρώτησε με απορία ο Μπάμπης κι έριξε μια πρόχειρη ματιά στα σημερινά κατάστιχα της επιτραπέζιας ατζέντας του αφεντικού, μήπως και είχε σημειωμένη καμιά λεπτομέρεια που του διέφευγε.
«Όχι, δεν περιμένει το τηλεφώνημά μου ο κύριος Μάχος. Είναι κάτι απρόοπτο»
Σε αυτή τη φάση του τηλεφωνήματος οι κανόνες της νυχτερινής «κλινικής» επικοινωνίας, απαιτούσαν την ουσιαστική αποσαφήνιση της όποιας προέλευσης του συνομιλητή, αλλά και των όποιων προθέσεών του. Υπήρχαν πολλές συνθηματικές φράσεις και ερωτήσεις που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον, για την όσο τον δυνατόν πιο διακριτική εξακρίβωση των απαραίτητων στοιχείων. Συνήθως ρωτούσαν τους συνομιλητές τους για τυχόν «συμπτώματα», γνωρίζοντας πως κάθε ένα από αυτά, είχε και τη δική του ξεχωριστή σημασία. Πολλές φορές οι διάφορες κοπελιές που επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς και αράδιαζαν «συμπτώματα», τον οδηγούσαν και στο συγκεκριμένο γραφείο «προώθησης», που ευθυνόταν για το δικό τους κάλεσμα στο μαγαζί. Μερικές, μάλιστα, δε γνώριζαν καμιά άλλη λέξη στα ελληνικά, εκτός από τούτη τη λέξη «κλειδί»
«Έχετε κάποια συμπτώματα; Περί τίνος πρόκειται;», ρώτησε με αλληγορικό ύφος ο γενικός κουμανταδόρος. «Σας έστειλε μήπως κάποιος συνάδελφος;»
Έπρεπε να προχωρήσει λίγο παραπέρα τη συζήτηση, μήπως και κατάφερνε να αποκομίσει κάποιο αναγνωριστικό στοιχείο…
«Όχι, μα τι μου λέτε… Φίλη του είμαι και τηλεφωνώ από Κέρκυρα..»
«Μα καλά… Ποιος συνάδελφος σας έδωσε αυτό το τηλέφωνο;»
Επέμεινε στη λογική του «συναδέλφου» που μπορούσε, ως όρος με το πέπλο του μυστηρίου που διέθετε, να καλύψει κάθε περίεργη πτυχή της ταυτότητας και του χώρου και του ιδίου…
«Μα σας είπα, είμαι φίλη του. Τηλεφωνώ από Κέρκυρα. Καταλαβαίνετε τί σας λέω;»
Αρχισε να απορεί με τη συνεχιζόμενη εμμονή του στα συμπτώματα και τους συναδέλφους τόσο, που σκέφτηκε να κλείσει βιαστικά το τηλέφωνο και να τα παρατήσει στη μέση. Σκέφτηκε, όμως, πως άξιζε να προσπαθήσει και να υπερπηδήσει κάθε εμπόδιο, για να είναι και ο Μάχος σ’ εκείνη τη συνάντηση που προγραμμάτιζε. Το καλοσκέφτηκε και συνέχισε…Ευτυχώς για κείνη ο γενικός κουμανταδόρος κατάλαβε σχετικά γρήγορα πως επρόκειτο για κάποιο άσχετο, αδέσποτο τηλεφώνημα που δεν είχε συνηθισμένο «νυχτερινό» χαρακτήρα και αποφάσισε να δώσει κάποιες περαιτέρω πληροφορίες, με αρκετή δόση επιφύλαξης όμως.
«Λοιπόν, τί θα θέλατε;»
«Πώς μπορώ να επικοινωνήσω με τον κύριο Μάχο; Θα ήθελα να του πω κάτι σημαντικό!»
Του ζήτησε τον αριθμό του κινητού του, αλλά τούτη την πληροφορία ήταν πολύ δύσκολο να τη μοιραστεί μαζί της.
«Θα τον ενημερώσω πως τον ζητήσατε και θα επικοινωνήσει εκείνος μαζί σας» συμπλήρωσε σχεδόν άμεσα ο γενικός κουμανταδόρος κρατώντας για ακόμα μια φορά ισορροπίες τρόμου προστατεύοντας το αφεντικό του. «Δώστε μου το τηλέφωνό σας, για να σας πάρει εκείνος…»

Η αλήθεια είναι πως δύσκολα μπορούσες να συνομιλήσεις απ’ ευθείας με το Μάχο. Μετά και τα τελευταία γεγονότα και τις πολλαπλές συλλήψεις και διαμάχες με την τοπική κοντόφθαλμη συντηρητική κοινωνία, ήταν φανερό πως έπρεπε να είναι επιφυλακτικός. Έτσι έγινε και με την περίπτωση της Λουκίας.
Λίγο αργότερα το κινητό τηλέφωνο του Μπάμπη, του γενικού κουμανταδόρου, ήχησε. Ήταν η στιγμή που ήδη είχε αρχίσει να μαζεύεται ο θηλυκός πληθυσμός του μαγαζιού και να προετοιμάζεται για τις προκλητικές νυχτερινές εξορμήσεις του στο πρωτότυπο χειρουργείο. Ήταν η στιγμή που ήδη είχαν καταφθάσει και οι περίεργοι νοσοκόμοι και γιατροί, για να αρχίσουν να διευθετούν τους κοινόχρηστους χώρους της περίεργης «κλινικής».
Απάντησε με τον γνωστό τρόπο: «Μπάμπης…» Το τελικό σίγμα άφηνε ένα πνιγηρό απόηχο και στο κλείσιμό του μετατρέπονταν, ελέω στοματικού ανοίγματος, σε έψιλον. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερνε και έδινε μεγαλύτερη υπόσταση στο δισύλλαβο όνομά του. Ο συνομιλητής δε συνέχισε τη συζήτηση, παρά έκλεισε επιδεικτικά το τηλέφωνο. Ήταν μια από τις πολλές φορές που συνέβαινε κάτι τέτοιο. Τον έπαιρναν τηλέφωνο συχνά και πού διάφοροι άσχετοι και είτε μένανε σιωπηλοί, είτε αδυνατούσαν να παρακολουθήσουν τη συζήτηση με τα συνθηματικά που επιμελώς ξεκινούσε εκείνος. Ήταν πλέον συνηθισμένος…
Την επόμενη μέρα, αφού είχε ακολουθήσει μια νύχτα ρουτίνας στην «κλινική» της εθνικής, ο Μάχος με αρκετή επιφύλαξη σχημάτιζε τον αριθμό του κινητού της Λουκίας για να διαλευκάνει, όσο ήταν αυτό δυνατόν, το μυστήριο της δικής της αναζήτησης.
Δεν άργησε να μάθει για τον ιερό σκοπό της συγκέντρωσης. Φυσικά και δε γνώριζε για τον ξαφνικό θάνατο του Δημήτρη. Ταράχθηκε στο άκουσμα των συνταρακτικών νέων. Φιλοσόφησε για λίγο μονολογώντας και ξεχνώντας την ύπαρξη της Λουκίας και άναψε ένα από κείνα τα κουβανέζικα πούρα του, απόκτημα της εκπαιδευτικής εκδρομής του στο νησί της μουσικής, της διασκέδασης και του έρωτα. Αναστέναξε βαρυγκωμώντας για τη ματαιότητα της ζωής και έδωσε τα εύσημα στον εαυτό του, που προσπαθούσε κάθε λεπτό να ρουφήξει το μεδούλι της ζωής μέσα από το μοναδικό του πάθος, τις γυναίκες.
Η Λουκία τον παρακάλεσε να είναι παρών στο σημαντικό ραντεβού της παρέας. Εκείνος δεν αρνήθηκε. Απλά ήθελε λίγο χρόνο να διεκπεραιώσει κάποιες ανειλημμένες υποχρεώσεις και να εκπαιδεύσει μια καινούργια φουρνιά νοσοκόμων που θα παραλάμβανε από τη Ρουμανία τις προσεχείς μέρες. Η Λουκία έδειξε κατανόηση, άλλωστε ήταν θέμα υγείας, θέμα ζωής και θανάτου…

Απόσπασμα από την "Κρεμάλα" του Νίκου Παργινού - Εκδόσεις "Άγκυρα"

Ο τοίχος: Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα

Σύνθημα 43ον: ΦΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΟΣ
Λάθη, παραλείψεις, ολιγωρίες, έλλειψη συντονισμού, κρατικός μηχανισμός κατώτερος των περιστάσεων. Ένας πνιγμένος από τις φλόγες (μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά), 50 τουλάχιστον τραυματίες, 100 κατεστραμένα σπίτια και εκατοντάδες περιουσίες στάχτη και μπούρμπερη, χιλιάδες στρέμματα δάσους κατεστραμμένα... Ελλάδα 2006. Τι είναι αλήθεια χειρότερο; Οι φλόγες ή τα φλόγια τα ψεύτικα και τα μεγάλα; Θα είναι η τελευταία καταστροφή του καλοκαιριού; Μάλλον όχι.

Τρίτη, Αυγούστου 22, 2006

Ο τοίχος: Φαινόμενα των καιρών

Σύνθημα 42ον: 35 και βάλε
Ο υδράργυρος του ασφαλιστικού συνεχώς ανεβαίνει και πλέον τα 35 χρόνια πρέπει να θεωρούνται παρελθόν. Ο σχετικός καύσωνας που ταλαιπωρεί τη χώρα δίνει την ευκαιρία στην κυβέρνηση να επαναφέρει το θέμα τώρα που όλοι απειλούμαστε από φαινόμενα θερμοπληξίας και να εκμεταλλευτεί τις χρονικές συγκυρίες. 35 και βάλε ο υδράργυρος, 35 και βάλε για σύνταξη, αυτό θα πει εργασιακός καύσωνας. Όσο για το timing... ίσως το 35 να είναι στη μόδα... παράταση τριακονταπενταετίας για τα καράβια, παράταση τριακονταπενταετίας κι εμείς. Άτιμε υδράργυρε...

Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006

Μετά την "Κρεμάλα" το... "Γλυκό Πικραμύγδαλο"

Το βιβλίο "Γλυκό Πικραμύγδαλο" είναι μια ερωτική ποικιλία αμυγδάλων καθημερινής κατανάλωσης. Μια καθημερινή ερωτική ιστορία εξελίσσεται καθώς ξετυλίγονται στα μάτια των πρωταγωνιστών της μικρές ερωτικές ιστορίες ηρώων της καθημερινότητάς μας. Μπορούν οι ιστορίες της διπλανής πόρτας να καθορίσουν το τέλος της κεντρικής ιστορίας; Η απάντηση σύντομα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων από τις "Εκδόσεις Άγκυρα".
Ο έρωτας είναι ένα γλυκό πικραμύγδαλο. Είναι μια ξεχωριστή διαφορετική ποικιλία αμυγδάλου. Έχει μεν κατάλευκη σάρκα κι εκείνο το γκριζοπράσινο περίβλημα, το σκεπασμένο με το λεπτό χνούδι. Ίσως γιατί καλύπτεται από ένα γνωστό - άγνωστο μυστηριακό πέπλο. Έχει εκείνο το σκληρό κέλυφος που έχουν όλα τα αμύγδαλα, για να μπορεί να αντέχει στο χρόνο και τις κακουχίες, μα η γεύση του διαφέρει κατά πολύ από όλα τα άλλα, τα γνωστά. Η γεύση του είναι γλυκόπικρη. Μια γεύση που σου χαρίζει μεν ευχαρίστηση, όταν το καταναλώνεις λαίμαργα και αδηφάγα ως επιτραπέζιο ξηρό καρπό. Μια γεύση όμως που περικλείει μέσα της και την πίκρα. Μια πίκρα που πολλές φορές σε αηδιάζει, αλλά που με την πάροδο του χρόνου νιώθεις πως ώρες - ώρες καταπραΰνει μέσω των φαρμακευτικών ιδιοτήτων της την ανίατη ασθένεια της μοναξιάς και της πλήξης.
Την ποικιλία του γλυκού πικραμύγδαλου την ξέρουν λίγοι. Την καταναλώνουν όμως πολλοί. Συλλέγεται, καθαρίζεται, επεξεργάζεται και προσφέρεται απλόχερα. Η ποικιλία των καρπών του γλυκού πικραμύγδαλου, καρπίζει πάντα μέσα στις καρδιές μας, αλλά και σε τούτο το απλό καθημερινό βιβλίο, που μοιάζει με αμυγδαλεώνα με διάσπαρτες φυσιολογικές ιστορίες. Ένα βιβλίο που ανθίζει την ίδια εποχή που ανθίζουν και οι μυγδαλιές και μας δείχνει τον δρόμο με ήρωες καθημερινούς και ιστορίες δικές μας. Λένε πως δεν φτιάχνεται ο έρωτας με καλούπια. Δεν έχει ετικέτες. Είναι η επικράτηση της φαντασίας επί της λογικής. Ή μήπως όχι;

Ο τοίχος: Σιγά η πατρίδα... κοιμάται

Σύνθημα 41ον: ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΘΕΡΜΟΠΛΗΞΙΑΣ
Πιάσαν οι ζέστες και ο υδράργυρος σκαρφαλώνει στα ύψη και τα φαινόμενα θερμοπληξίας δίνουν και παίρνουν. Πρόσφυγες ζέστης στις κοντινότερες παραλίες, καραβάνια λουομένων που μεταναστεύουν στα νησιά και την επαρχία, ζωντανά "πτώματα" που παραμένουν στις καρέκλες τους μέσα στον καύσωνα και συνεχίζουν να πλήττονται από τα φαινόμενα θερμοκηπίου που μαστίζουν την καθημερινότητά μας. Ησυχία. Το κράτος προσπαθεί να δροσιστεί. Όσο για τυχόν εκκρεμότητες; Μετά τον Αύγουστο.

Σάββατο, Αυγούστου 19, 2006

Ο τοίχος: Διακοπές ρεύματος

Σύνθημα 40ον: ΡΕΥΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Από το κύμα των εκδρομέων που αφήνουν τις μεγαλουπόλεις και την πρωτεύουσα για τα νησιά και τις κοντινότερες παραλίες μέχρι τις διακοπές ρεύματος της Δ.Ε.Η. που μαστίζουν την καλοκαιρινή μας καθημερινότητα. Φαίνεται πως οι διακοπές είναι must, ακόμα και για τις ηλεκτρικές παροχές της καθημερινότητάς μας.

Το τοπίο του πουθενά ή του κάποτε

Της Μαρίας Αργυροκαστρίτου
Η Κέρκυρα στις δεκαετίες του 70 και του 80, η μικρή μας πόλη. Γλαφυρές ιστορίες μιας ζωής απλής, καθημερινής που κατηφορίζει σαν το γάργαρο νερό σκαλινάδες και καντούνια ως την άκρη της θάλασσας. Φως και άνθρωποι, προστασία και μοναξιά. Το γέλιο, γέλιο παιδικό, διασχίζει αυτό το τοπίο σαν ανάμνηση μιας μακρινής μουσικής που επανέρχεται. Και γίνεται η συντομότερη απόσταση ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο παιδιά, παιδιά που γίνονται τρία με τον αφηγητή – συγγραφέα. Σ’ αυτήν την πόλη, μια πόλη για μας λίγο πιο ιδιαίτερη από κάθε άλλη μικρή μας πόλη, μεγάλωσαν τα παιδιά αυτά.
«Η γνωριμία μας έγινε ένα βροχερό, φθινοπωρινό πρωινό στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς μας. Ήμασταν τα αστέρια της παιδικής αυλής», και τελειώνει «ένα ζεστό μεσημέρι του Ιούνη»με το θάνατο του Δημήτρη. Ο Δημήτρης είναι ο ήρωας κι ο πρωταγωνιστής. Ταξίδεψε και γύρισε πίσω για το τέλος, κορεσμένος από τους πειραματισμούς της ξενιτιάς. Ο Πάκης είναι αυτός που ονειρεύεται τρελά, αέναα προδομένος, ο αλλοτριωμένος εαυτός του συγγραφέα. Κι ο συγγραφέας, αυτός πρέπει να ενώσει τη γραμμή ανάμεσα στους δυο. Στέκει όπως ο Οιδίποδας μπροστά στη Σφίγγα, αναζητώντας τη λύση του γρίφου, βαστώντας σφιχτά κάτω από τη μασχάλη το τετράδιο με τα παιδικά παιχνίδια κρεμάλας. Στέκει εκεί σαν σκοτεινός ήρωας που στοιχειώνει το παιχνίδι, προκαλώντας τις παιδικές οριζόντιες γραμμές με τις κάθετες, ανατρέποντας σιωπηλά τους ειρμούς. Ο συγγραφέας, ο κατάλληλος σύμμαχος, ο πιο νικημένος από όλους είναι αυτός, θα έλεγε και ο Δημήτρης Χατζής. Ο συγγραφέας θα ανοίξει το δρόμο σ’ αυτό το Πρωτεϊκό παρελθόν παραπλανώντας μας με το κελάρυσμα του γέλιου, με τις καθαρές, αθώες και φωτεινές αφηγήσεις που κυλούν σαν το νεράκι μέσα από τα δάκτυλα και σ’ αφήνουν διψασμένο. Η ματιά του είναι πίσω από τη σκηνή, γιατί «τίποτα δεν αλλάζει τόσο συχνά όσο το παρελθόν, γιατί το παρελθόν επηρεάζει τη ζωή μας, και δεν αποτελείται από αυτά που έγιναν αλλά από εκείνα που πιστεύουμε ότι έγιναν». Ο συγγραφέας μας, μας θυμίζει τους δρόμους προς αυτόν, τον παρελθόντα χρόνο, ως χρόνο παρόντα και μέλλοντα. Ψηλαφίζει την επιστροφή σαν νέο ταξίδι, σαν πρωτόγνωρο πείραμα, σαν στοίχημα, πως αλλιώς, μα με τούτο το βιβλίο. Όπως εξάλλου καταθέτει ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου του.
«Κάθε φορά που ξεφύλλιζα μικρός βιβλία αισθανόμουν ένα απαράμιλλο δέος για το περιεχόμενο τους. Ήταν προσωπικά αινίγματα που έπρεπε να ανοίξεις και να ταξιδέψεις στις σελίδες τους. Για να τα ανακαλύψεις όπως τα παιχνίδια κρεμάλας που παίζαμε παιδιά, όπως οι αναμνήσεις που ξετυλίγονται από το πουθενά, όπως τα όνειρα που πρέπει να τα ζήσεις για να τα ερμηνεύσεις, όπως ο θάνατος που πρέπει να τον γευτείς για να τον ορίσεις. Όπως η ίδια η ζωή, που τη ζεις και πάλι τη μαθαίνεις. Παιχνίδια κρεμάλας παίζαμε πολλά, γιατί όχι ένα ακόμα;». Κι όπως ο Σεφέρης, αναζητώντας «τον αφρό της Κίχλης το αγγελικό και μαύρο φως», έτσι και ο Νίκος Παργινός μας φέρνει σιγά και ανεπαίσθητα στο τοπίο του πουθενά ή του κάποτε.
«Και είσαι σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά, τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα, γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά, και το τιτίβισμα των πουλιών. Θα αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί από βοριά και νότο, θα αδειάσουν τα μάτια σου από το φως της μέρας. Πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια;»

(Από την παρουσίαση της "Κρεμάλας" στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2006)

Παρασκευή, Αυγούστου 18, 2006

Ο τοίχος: Έλα πάρε, πάρε...

Σύνθημα 39ον: ΑΓΟΡΑΣΤΙΚΗ ΜΑΝΙΑ
Εκπτώσεις με υψηλές τιμές για το βαλάντιό μας, βαλάντια με χαμηλό ανάστημα για τις εκπτώσεις τους, δεν ήθελε και πολλά για να μεταμορφωθεί η αγοραστική μας μανία σε ανία. Λίγο οι διακοπές, λίγο η οικονομική κρίση, λίγο οι τσιμπημένες τιμές των εκπτώσεων, η συνηθισμένη θεραπεία των αγορών δεν λαμβάνει πλέον χώρα στις βιτρίνες των καταστημάτων που χτυπάνε μύγες καλοκαιριάτικα. Και ο χειμώνας έρχεται... και θα είναι δύσκολος για όλους... με η χωρίς αγοραστικές εκπτώσεις.

Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2006

Ο τοίχος: Εις μνήμην...

Σύνθημα 38ον: ΣΚΑΤΑΔΙΚΟΙ
Δύο ναρκομανείς κατάδικοι των φυλακών της Κέρκυρας ξεψύχησαν προχθές λόγω υπερβολικής δόσης και δεν άνοιξε μύτη, όπως ήταν φυσικό. Κανείς δεν ασχολήθηκε με το δράμα τους. Κανείς. Δεν είναι οι πρώτοι, δεν θα είναι οι τέλευταίοι. Κατάδικοι ζωής, χωρίς ελπίδα, στις άθλιες φυλακές των ονείρων τους, "ένοχα" αθώοι για το σύστημα. Σκατάδικοι. Οι φυλακές μόνο σωφρονιστικά ιδρύματα δεν είναι. Κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών, άθλιες συνθήκες διαβίωσης, συμμορίες και χρηματισμοί. Οι φυλακές είναι το πρόβλημα που προτιμούμε να μην βλέπουμε. Ας είναι καλά οι κοσμοπολίτικοι γάμοι, τα νέα σουξέ και οι έρωτες των επωνύμων, τα σήριαλ της τηλεόρασης, οι μεταγραφές και τα πάρτι της Μυκόνου.

Τετάρτη, Αυγούστου 16, 2006

Ο τοίχος: Ο Λίβανος της ειρήνης

Σύνθημα 37ον: LIVEΑΝΟΣ
Η ζωή επανέρχεται στα ερείπια και τα απομεινάρια των συνοικιών του Νότιου Λιβάνου. Ρημαγμένες ζωές, κατεστραμμένα όνειρα, ανθρώπινα φαντάσματα που ψάχνουν στα χαλάσματα λίγη ελπίδα για να επιστρέψουν στον κόσμο της καθημερινότητάς τους με φανερές τις πληγές του αγώνα τους. Ο Leaveανος ξαναγίνεται Liveανος, ας ελπίσουμε μόνιμα αυτή τη φορά, χωρίς διαλείμματα, χωρίς δικαιολογίες, χωρίς μισαλλοδοξίες, χωρίς ακρότητες και φανατισμούς, άλλωστε η ελπίδα ζει πάντα και πεθαίνει τελευταία.

Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2006

Ο τοίχος: Η ειρήνη και το τίμημά της

Σύνθημα 36ον: ΠΛΗYES ΕΙΡΗΝΗΣ
Χρειάστηκαν 33 μέρες πολέμου, 1200 περίπου νεκροί, 312 νεκρά αγγελούδια, χιλιάδες τραυματίες, σχεδόν ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και ανυπολόγιστες ζημιές για να καταλάβουμε πως μέσω του πολέμου δεν μπορούμε να λύσουμε τις όποιες διαφορές μας. Ο πόλεμος μετά το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας τελειώνει. Οι πληγές του όμως δεν κλείνουν και μετά το σάλπισμα της ειρήνης. Θα παραμένουν εκεί για να μας θυμίζουν τα αυτονόητα. Μέχρι τον νέο πόλεμο που θα ξεσπάσει...

Κυριακή, Αυγούστου 13, 2006

Το "εύρημα" της Κρεμάλας

Της Ελένης Γκίκα
Θα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι πριν έρθω, μπήκα έτσι, εντελώς τυχαία, νομίζοντας ότι δεν θα με περιμένει κάτι ιδιαίτερο, στην ιστοσελίδα του Νίκου, του Παργινού. Εκεί, εκτός από το βιογραφικό του, την περίληψη της «Κρεμάλας» και τα προσεχή σχέδιά του, με περίμενε μια τρομαχτική έκπληξη, που πιστεύω ότι αυτό είναι και το βασικό χαρακτηριστικό του. Έχει ένα, όντως, παιχνίδι κρεμάλας! Έμεινα λοιπόν κάπου δύο ώρες, έχοντας χίλια δυο άλλα, να παίζω κρεμάλα, στο παιχνίδι που μου επέτρεπε ο Νίκος Παργινός. Όπου οι φράσεις που σχηματίζονταν, ήταν φράσεις σπουδαίων ανδρών. Και χάρηκα ακόμα μια φορά, το πόσο ευρηματικός είναι.
Τον Νίκο Παργινό, τον θεωρώ κάπως προσωπική μου υπόθεση. Όχι επειδή δεν θεωρώ προσωπική υπόθεση και τους άλλους συγγραφείς της σειράς ή και την ίδια τη σύγχρονη πεζογραφική σειρά στο φινάλε, αλλά επειδή πουθενά αλλού και σε κανέναν άλλον δεν ένιωσα τόσο να συμμετέχω. Στο πρώτο του βήμα, και στο αμέσως επόμενο, και στο μεθεπόμενο, το ιδιαίτερο και εξελικτικό βήμα.
Όταν πρωτόπιασα την «Κρεμάλα» στα χέρια μου, το πρώτο που χάρηκα ήταν το εύρημα. Μια ολόκληρη ιστορία που συμπληρώνεται γράμμα το γράμμα, ακριβώς σαν τη ζωή και σαν κρεμάλα. Το παιδικό μας παιχνίδι που έγινε βρόγχος και γρίφος και τελικά αποδεικνύεται ένα ακόμα εγκεφαλικό εφιαλτικό παιχνίδι.
Το αμέσως επόμενο που με συγκίνησε ήταν η φιλία του. Εκείνο το αποκαλυπτικό «μαζί», όταν ο ένας γίνεται ο καθρέπτης για τον άλλον, κατά συνέπεια, και κανείς δεν χάνεται, ούτε αυτός ο νεκρός από τροχαίο Δημήτρης, που βίωμά τους καθημερινό γίνεται και επιβιώνει για πάντα στις λέξεις και στις σιωπές της ιστορίας.
Τον δικό μου νεκρό «Δημήτρη», Χρήστο τον λέγανε. Και η ανάμνησή του, είχε γεννήσει μια ποιητική συλλογή, όχι μιαν ιστορία. Στην πορεία ήρθαν τόσα πολλά και προστέθηκαν. Η κουρασμένη, μαραζωμένη ζωή του Πάκη. Ποιος από μας κάποια στιγμή δεν χάνει το νόημα και δεν αισθάνεται ότι παίζει με χαρτιά εν τέλει σημαδεμένα; Το συγγραφικό θηρίου του άλλου, που από ανάγκη επιβίωσης τον χρίζει «εν μία νυχτί» συγγραφέα. Οι εμμονές, αυτή η ιδιότυπη τελικά καταδίωξη, εμείς ο διώκτης και ο φυγάς, ενίοτε δίχως συνείδηση, ταυτοχρόνως. Κι ύστερα ήταν κι η ατμόσφαιρα. Εκείνη η αχλή που σε βάζει στα σπίτια τους, σε χώνει βαθιά στη ψυχή τους, σε εξαφανίζει στον εφιάλτη τους. Εκείνο όμως που περισσότερο μου άρεσε, ήταν αυτό το διανοητικό παιχνίδι, η «Κρεμάλα» που είναι πάντοτε εκεί, και ενίοτε «καίγεσαι», αν δεν επιλέξεις με απόλυτη προσοχή το κάθε σου γράμμα.
Σ’ ένα διάστημα περίπου τριών - τεσσάρων ετών, οφείλω να ομολογήσω, ότι ο Νίκος έκανε άλματα, υπογράφοντας με την ίδια ακριβώς συγγραφική ευστροφία δύο ακόμα ιστορίες – αινίγματα, αποδεικνύοντας πως η πρωτοτυπία εντέλει δεν έτυχε, αλλά είναι ιδιαίτερο συγγραφικό ύφος και βλέμμα. Ύστερα, είναι και από την Κέρκυρα, και η Κέρκυρα για μένα δεν είναι μονάχα ένα βιβλίο, είναι το παραμύθι μου που ποτέ δεν αποχαιρέτησα. Κι ας ισχυρίζομαι πως «Χαίρε παραμύθι μου» στο προηγούμενο βιβλίο. Ύστερα, απόψε εδώ, είναι και η Άντζελα, μια φίλη από τα παλιά, μια γυναίκα και πολιτικός που αγαπώ πολύ και θαυμάζω για την ευαισθησία και το νέο ύφος και ήθος που έφερε. Η Άντζελα Γκερέκου που απόψε μας τιμά με την παρουσία της.
Δεν θα σας κουράσω άλλο, μονάχα αυτό θα ήθελα να σας πω, να τον προσέξετε τον Νίκο, γιατί θα τον βρείτε πάλι και πάλι μπροστά σας. Και επειδή η κρεμάλα βρίσκεται πάντοτε εδώ. Ποτέ δεν ήταν τα παιδικά παιχνίδια τόσο αθώα. Τελειώνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους εσάς και την «Άγκυρα», την αδελφική μου φίλη Αναστασία Παπαδημητρίου και την Αννούλα για την εμπιστοσύνη σε μένα και στους νέους γενικότερα. Σας ευχαριστώ πολύ.

(Από την παρουσίασης της "Κρεμάλας" στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2006)

Σάββατο, Αυγούστου 12, 2006

Ο τοίχος: Καλά... ταξύδια

ΣΥΝΘΗΜΑ 35ον: ΤΑΞΥΔΙ
Είχαν δεν είχαν μας το άλλαξαν ακόμα κι αυτό... με κείνο και με το άλλο μας βγάλαν τα ταξίδια... ξινά κι έτσι πλέον αλλάζει η ορθογραφία τους... Ταξύδια και Άγιος ο Θεός. Έλεγχοι, παραέλεγχοι, χωρίς χειραποσκευές, χωρίς ασφάλεια, με το άγχος της επιβίβασης και της αποβίβασης, με ακριβά εισιτήρια και διπλοτσεκαρίσματα... το αεροπλάνο έγινε πλέον το πιο... σπαστικό μέσο.

Παρασκευή, Αυγούστου 11, 2006

Ο τοίχος: Η χαρά της... μάχης

Σύνθημα 34ον: ΜΑΧΕΣ ΧΑΡΑΚΟΜΜΑΤΩΝ
Από τα χαρακώματα του Νότιου Λιβάνου και τις μάχες σώμα με σώμα των Ισραηλινών στρατιωτών με τους μαχητές της Χεζμπολάχ, στις πολιτικές μάχες των κομμάτων που κλείνουν τα μάτια στα ουσιαστικά προβλήματα και κοιτούν μόνο το δικό τους πολιτικό όφελος. Τελικά μάλλον τα χαρακώματα άλλαξαν ορθογραφία και δεν το πήραμε χαμπάρι. Όλες οι μάχες και οι πόλεμοι δείχνουν να γίνονται σε τούτη την πολιτική διαφορετική παλαίστρα, ακόμα κι αυτές του Λιβάνου, κι εμείς ακόμα δεν το πήραμε χαμπάρι...

Πέμπτη, Αυγούστου 10, 2006

Ο τοίχος: Διαγωγή... κοσμία

Σύνθημα 33ον: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΑΤΑΚΡΑΥΓΗ
Ενώ η παγκόσμια κοινότητα περιμένει με αγωνία ένα κάποιο ψήφισμα κατακραυγής για τις επιθέσεις στο Λίβανο και την αιματοχυσία αθώων, το Συμβούλιο Ασφαλείας παραμένει στην πάγια θέση του να κραυγάζει κόσμια χωρίς ουσία και αποτέλεσμα. Πόσο αίμα πρέπει να χυθεί ακόμα για να γίνει η κόσμια κατακραυγή παγκόσμια; Τρία μαύρα γράμματα ακόμα. Πόση ακόμα υπομονή;

Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2006

Ο μέσα νταβατζής

Όπως και να το κάνουμε, όλοι μας έχουμε έναν νταβατζή μέσα μας. Εναν νταβατζή που βγάζει στο κλαρί κι ένα κομμάτι του εαυτού μας.
Για όλα φταίμε εμείς που υποκύπτουμε στις διαθέσεις των νταβατζήδων της ύπαρξής μας. Γιατί εμείς πληρώσαμε για να εξυπηρετηθούμε σε μια δημόσια υπηρεσία. Εκδώσαμε χρηματικό ένταλμα πληρωμής στον νταβατζή που κρύβουμε μέσα μας και βγάλαμε στο κλαρί την υπόληψη και την τιμή μας λαδώνοντας τον πρώτο τυχάρπαστο υπάλληλο που θα μας κάνει τη χάρη στα μουλωχτά. Γιατί εμείς πήγαμε στον γνωστό της τράπεζας και του ζητήσαμε να παρακάμψουμε το σύστημα της ηλεκτρονικής ουράς και να πάμε από το πλάι στον ταμία που είναι "κλειστός" για τους άλλους, "ανοικτός" για τους δικούς τους. Γιατί εμείς τρέχαμε παραπάνω, αλλά το κρύψαμε, ήπιαμε λίγο περισσότερο, αλλά δεν βαριέσαι, σταθμεύσαμε παράνομα, αλλά ήταν ανάγκη και γι' αυτό επιβάλλεται να τη σβήσουμε τη ρημάδα την άδικη κλήση. Γιατί εμείς βάζουμε λυτούς και δεμένους για μια θέση στο Δημόσιο, από το παράθυρο και όχι από την πόρτα, για να βολέψουμε το παιδοβούβαλό μας που σπούδασε στην Ιταλία οκτώ χρόνια. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το παιδί πρέπει να σπουδάσει κι όχι να μάθει μια ξεπεσμένη τέχνη και πληρώνουμε όσο όσο. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, άλλο Πανεπιστήμιο και άλλο Fame Story. Κράτα και μια ρεζέρβα, συμπλήρωσε και μια αίτηση, ποτέ δεν ξέρεις το γούστο του νταβατζή σου. Γιατί εμείς προτιμάμε να αγοράζουμε φθηνότερα χωρίς απόδειξη παρά νόμιμα χωρίς έκπτωση. Γιατί εμείς προτιμάμε να λύσουμε το πρόβλημα της λακκούβας έξω από το σπίτι μας παρά του χάσματος στο δρόμο της προόδου μας.

(Άρθρο του Νίκου Παργινού - Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία - 3/11/2004)

Ο τοίχος: Παράπλευρες Εμπορο...απώλειες

Σύνθημα 32ον: ΑΠΑΠΑ...ΝΤΩΝΙΟΥ
Δηλώσεις δεξιά, δηλώσεις αριστερά, διαγραφές και εκνευρισμοί, υπερκομματικές μπηχτές και φιλοφρονήσεις, φθηνές πωλήσεις, ακριβές αγορές, διαδηλώσεις και απεργίες... ετούτη η προσπάθεια εξεύρεσης πόρων από τους κυβερνώντες ξέρουμε τελικά όλοι που θα καταλήξει... στην τσέπη μας. Εμείς θα είμαστε αυτοί που θα κληθούμε να πληρώσουμε τα σπασμένα με φόρους, δάνεια και υψηλά επιτόκια και οι εργαζόμενοι με απολύσεις και περικοπές. Απαπά... γαλλικό δεν μοιάζει αυτό ή είναι η ιδέα μου;

Τρίτη, Αυγούστου 08, 2006

Ο τοίχος: 35 και βάλε

Σύνθημα 31ον: ΤΡΙΑΚΟΝΤΑΠΕΝΤΑΑΙΤΙΑ
Η βάρκα μας η σουρωτή, η χιλιομπαλωμένη... Πλοία παλιά, πλοία στοιχειωμένα, πλοία γηρασμένα, πλοία ερείπια, καλώς να μας έρθετε στις όμορφες θάλασσές μας. Το Ιόνιο και το Αιγαίο σας περιμένουν. 35 και βάλε λόγοι για να σουλατσάρετε στην Ελλάδα. 35 και κάτι αίτια για να μην ταξιδέψουμε. Μόνο η Κυβέρνηση, ο Υπουργός και οι εφοπλιστές δεν βλέπουν σοβαρές αιτίες για απόσυρση στο όριο της τριακονταπεντααιτίας. Αναίτια; Τουλάχιστον δεν βγαίνω σε απόσυρση... προχθές έκλεισα τα 35.

Δευτέρα, Αυγούστου 07, 2006

Ο τοίχος: Ο Νέος Λίβανος

Σύνθημα 30oν: Ο ΝΕΟΣ ΛΙΒΑΝΟΣ
Ο τοίχος της "Έμπνευσης" αποκαλύπτει σήμερα τη σημαία του νέου Λιβάνου, όπως αυτή περιγράφεται στο επικείμενο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας κατά το Γαλλοαμερικανικό σχέδιο για την ειρήνη και την τάξη στην περιοχή. Αψηφώντας το λουτρό αίματος, τις χαμένες ανθρώπινες ζωές των αμάχων και τους καμένους κέδρους στις στάχτες και τα συντρίμμια, για ακόμα μια φορά, η Διεθνής Κοινότητα αποδεικνύει την ανικανότητά της να σχεδιάσει μια σημαία της προκοπής....

Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006

Γενέθλια

Πως τον μετράμε αλήθεια το χρόνο; Με μήνες, χρόνια, μέρες, ώρες… Εγώ τον χρόνο τον μετρώ με στιγμές. Στιγμές που πέρασαν και που άφησαν αναμνήσεις και αποδείξεις ζωής στο διάβα τους. Ηλιοβασιλέματα, κλεφτές ματιές, χάδια και έρωτες, φαγοπότια και γλέντια, συζητήσεις και ρήσεις, περιπέτειες και όνειρα.
Ναι, για μένα ο χρόνος μετριέται με στιγμές. Προσωπικές στιγμές. Στιγμές που έρχονται και επιζούν στο υποσυνείδητό μας, επανέρχονται και στοιχειώνουν τα δευτερόλεπτα του τώρα με το τώρα του τότε.
12.784 μέρες δείχνει ο καθρέπτης απέναντί μου. 35 χρόνια. Να τις μετρήσω ή να μην τις μετρήσω τις στιγμές; Σημάδια χρόνου στο διάβα τους. Σημάδια ανεξίτηλα που μένουν και χαράσσουν ουλές και στίγματα. Ο πρώτος έρωτας, οι παιδικοί φίλοι, τα σχολικά χρόνια, οι φοιτητικές τρέλες, τα χρόνια του στρατού, όλα. Όλα σε εικόνες που κυλούν και αλλάζουν τις όψεις του καθρέπτη απέναντί μου. Κεράκια ελπίδας που σβήνουν στον χάρτη της καθημερινότητας με το πέρασμα του χρόνου. Γενέθλια.
Να τα γιορτάσω ή να μην τα γιορτάσω τα χρόνια; Να μην ξεχάσω να πάω για σέρβις.

(Η σύνθεση του κολάζ είναι δώρο από την καλή φίλη candyblue)

Σάββατο, Αυγούστου 05, 2006

Ο τοίχος: Βουτιές δροσιάς

Σύνθημα 29ον: ΛΟΥΤΡΑ ΑΙΜΑΤΟΣ - ΜΠΑΝΙΑ ΛΑΟΥ
Από τις αιματοχυσίες και τα λουτρά αίματος στις βομβαρδιζόμενες περιοχές του Λιβάνου στις απελπισμένες αποδράσεις των λουομένων στις παραλίες. Τραγική που είναι η ζωή... Άλλοι δροσιζόμαστε στα καταγάλανα νερά των διακοπών μας κι άλλοι λούζονται το αίμα του πολέμου και της φρίκης στην κόλαση της καθημερινότητάς τους. Πόσο μακριά και πόσο κοντά μας είναι τελικά ο πόλεμος; Ένα αντηλιακό, παρακαλώ, που να μην διαλύεται στο αίμα...

Παρασκευή, Αυγούστου 04, 2006

Ο τοίχος: Εμπορική Τράπεζα

Σύνθημα 28ον: ΕΜΠΟΡΟΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
Ο τοίχος της "Έμπνευσης" αποκαλύπτει σήμερα τον ουσιασιτκό λόγο για τον οποίο η Κυβέρνηση προχωρά στην πώληση της Εμπορικής Τράπεζας στους φίλους μας Γάλλους. Αφορμή στάθηκε ένα απλό ορθογραφικό λάθος, που έκανε τους υπευθύνους να πιστέψουν πως θα μπορούσαν να κερδίσουν πόρους από το ξεπούλημά της. Λέτε να έχουν δίκιο ή να πέσουν θύματα της ανορθογραφίας τους;

Σημείωση: Τα σκίτσα του τοίχου παρατίθενται και στο προσωπικό site του Νίκου Παργινού, στη διεύθυνση www.parginos.gr όπου οι φίλοι των συνθημάτων μπορούν να βαθμολογούν τα συνθήματα της αρεσκείας τους.

Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

Καλοκαιρινές συμβουλές

Οι διακοπές είναι συνώνυμες με την απόδραση. Μέρες ηρεμίας μακριά από τη βουή της πόλης, τσαλαβουτήματα στη θάλασσα, κοκτέιλ στα κοντινά μπαρ, ύπνος και ριλαξάρισμα, σταυρόλεξα και βιβλία. Το καλοκαίρι είναι η εποχή των διακοπών.

Και μια και είμαστε ήδη σχεδόν στη μέση του καλοκαιριού, θεωρούμε σκόπιμο να κάνουμε μια σύντομη, περιεκτική και προσοδοφόρα ανάλυση για την καλύτερη αξιοποίηση του πολύτιμου χρόνου των καλοκαιρινών διακοπών. Να παραθέσουμε μερικές καλές συμβουλές.

Πριν ξεκινήσετε για τις φετινές σας καλοκαιρινές διακοπές αναλογιστείτε τι πάτε να κάνετε. Ποτέ δεν είναι αργά για να αλλάξετε γνώμη. Μην διστάσετε να αναβάλετε το σύντομο ταξίδι – απόδραση από την καθημερινότητα. Ακόμα και την τελευταία στιγμή ξανασκεφτείτε το και γυρίστε πίσω. Αλλά ακόμα κι αν επιμένετε σ’ αυτήν την απέλπιδα προσπάθεια για την εξεύρεση ηρεμίας, γαλήνης και διασκέδασης, τότε δεν έχετε παρά να προετοιμάσετε τον εαυτό σας. Αν σχεδιάζετε να φύγετε για ολιγοήμερες διακοπές να ξέρετε ότι:

  • Τα χρήματα δεν πρόκειται ποτέ να σας φθάσουν. Να κάνετε πάντα μια σχετική προσαύξηση των εξόδων που προϋπολογίζετε. Μην προχωράτε σε βιαστικούς υπολογισμούς, είναι σίγουρο πως θα πέσετε έξω και για καλό και για κακό πάρτε και καμιά πιστωτική κάρτα μαζί σας.
  • Ο χρόνος που θα έχετε στη διάθεσή σας θα είναι ή λίγος ή πολύς. Αν περνάτε θαυμάσια, θα επιστρέψετε γρήγορα, αλλά ακόμα κι αν καταφέρετε να ξεκλέψετε μερικές μέρες άδειας παραπάνω, θα καταλάβετε ότι καλύτερα θα ήταν να μην το είχατε κάνει… όλο και κάτι θα συμβεί που θα σας την σπάσει.
  • Ποτέ μην εμπιστεύεστε γνωστούς και φίλους που σας μεταφέρουν εμπειρίες και αναμνήσεις από δικές τους παλιές διακοπές. Άλλωστε, όλα αλλάζουν με αστρονομικούς ρυθμούς, μην γίνετε τμήμα της λάθος επιλογής τους.
  • Ποτέ μην εμπιστεύεστε διαφημιστικά φυλλάδια, που παρουσιάζουν πάντα ήρεμη και καθαρή τη θάλασσα, την παραλία έρημη, τα σπίτια πεντακάθαρα και το περιβάλλον ειδυλλιακότερο των καλυτερότερων ονείρων σας.
  • Στις διακοπές, λένε, πως πας για να ξεχάσεις. Όταν ανοίγεις τη βαλίτσα σου ανακαλύπτεις τι ξέχασες. Όταν με το καλό ξεκινήσετε για να τον προορισμό σας να είστε σίγουροι πως δεν ξεχάσατε καμιά ηλεκτρική κουζίνα ανοιχτή. Για καλό και για κακό αφήστε όμως ανοικτή καμιά βρύση, που ξέρετε, μπορεί να φανεί χρήσιμη…
  • Οι βαλίτσες σας πρέπει να ετοιμασθούν με τη μεγαλύτερη δυνατή μαεστρία. Ακολουθήστε πιστά την παρακάτω συμβουλή. Πάρτε τα μισά ρούχα και τα διπλά χρήματα.
  • Φροντίστε να αποφύγετε μέρη με τυχόν συγγενείς και φίλους, τίποτα ξαδέρφια, θείες, κουμπάρους με μικρά παιδιά και δεν συμμαζεύεται, εκτός και αν είστε λάτρεις του μπέιμπι σίτινγκ.
  • Απολαύστε όσο καλύτερα γίνεται τον πολύτιμο χρόνο που με τόσο κόπο καταφέρατε να διεκδικήσετε για τούτες τις καλοκαιρινές διακοπές και μην αφήσετε να περάσουν ανεκμετάλλευτες όλες εκείνες οι ατελείωτες και βασανιστικές ώρες μέσα στο αυτοκίνητό σας. Μπορείτε να τις εκμεταλλευτείτε κάνοντας ηλιοθεραπεία στα άκρα.
  • Αν προτιμήσετε να πάρετε μαζί σας το “παπάκι” των φοιτητικών σας χρόνων, θα αναρωτηθείτε πως στο καλό αντέχατε τόσα λεπτά καθισμένοι στην άβολη σέλα του όντας φοιτητής, ενώ να είστε σίγουροι πως θα προβείτε και σε μια αρκετά εκτεταμένη εντομολογική εξέταση.
  • Όταν επιτέλους με το καλό (αφού θα έχετε κάνει τουλάχιστον δύο μπάνια από ιδρώτα μέχρι να φθάσετε) αποκαλυφθεί μπροστά στα έντρομα μάτια σας εκείνο το υποκατάστατο της παραλίας που διαφήμιζαν με τόση άνεση και περισσό θράσος τόσα και τόσα τουριστικά γραφεία και που περιέγραφαν με τόσο γλαφυρό τρόπο γνωστοί και φίλοι, μην αντιδράσετε όταν δεν θα βρίσκετε μέρος καθαρό να απλώσετε την πετσέτα σας ή όταν δεν θα σας επιτρέψουν να χρησιμοποιήσετε την ομπρέλα σας γιατί δεν θα ταιριάζουν τα χρώματά της με τα υπόλοιπα τριγύρω… Και όταν αποφασίσετε να γδυθείτε σκεφτείτε λίγο και την “φαρμακόγλωσσα” της γειτόνισσας…
  • Πριν πέσετε στα καταγάλανα και πεντακάθαρα νερά, μην δίνετε σημασία σε τυχόν κυπελλάκια από παγωτό ή κάθε λογής σκουπίδια και κουράδες που σας περιστοιχίζουν, να έχετε το μυαλό σας καρφωμένο στην γαλάζια σημαία που κυματίζει λίγα μέτρα πιο πέρα. Φιλική συμβουλή. Κρατείστε την αναπνοή σας και προς Θεού, μην διανοηθείτε να ανοίξετε τα μάτια σας μέσα στο νερό. Καμιά φορά καλό είναι να καθυστερείτε κάμποσο…
  • Όταν θα βγείτε από την θάλασσα έχοντας απολαύσει στο έπακρο τις χαρές της, μην διανοηθείτε να ξαπλώσετε ή να λιαστείτε στον καλοκαιρινό ήλιο. Προς Θεού, μην χρησιμοποιήσετε αντηλιακό, αν παραδίπλα υπάρχουν επίδοξοι πρωταθλητές του τένις και του beach volley. Σημείωση: Ο βαθμός προστασίας δεν πρόκειται να σας βοηθήσει στο συγκεκριμένο θέμα…Θα δεχθείτε τόνους άμμου και ίσως καμιά δεκαριά φορές την μπάλα στα ακαταλληλότερα σημεία…
  • Όταν με το καλό γυρίσετε και πάλι στα πάτρια εδάφη, δώστε σε όλους τους φίλους και συγγενείς την εντύπωση ότι περάσατε καταπληκτικά και προτείνετε κι εσείς ανεπιφύλακτα το ίδιο μέρος σε όσους σας ζητήσουν την άποψή σας για το καλοκαιρινό τους δίλημμα. Μην διανοηθείτε να αποκαλύψετε την αλήθεια…Του χρόνου δεν θα έχει άδεια….Άντε καλές διακοπές….

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Image Κέρκυρα" τεύχος 34 - Ιούλιος 2006)

Ο τοίχος: Εκεχειρία

Σύνθημα 27ον: ΕΚΕΧΗΡΕΙΑ
Εκεχειρία ψάχναμε, εκεχηρεία μας ήρθε. Ορθογραφικό λάθος του δράστη του μηνύματος, θα μου πείτε. Εκέ; Όπως και να' χει η ειρήνη μας άφησε κόσμους. Κόσμους έρημους απ' αυτούς που αφήνει στο πέρασμά του ο πόλεμος. Γεμάτους χήρες, ορφανά, νεκρούς, ανάπηρους, μαυροφορεμένες μάνες, πρόσφυγες και άστεγους. Να τη χαιρόμαστε λοιπόν την εκεχηρεία που κατακτήσαμε με το αίμα και τους αγώνες μας.

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

Ο τοίχος: Η Ευρώπη των 25

Σύνθημα 26ον: EUROBA
Η συνδιάσκεψη των 25 της Ευρώπης κατέδειξε πως οι πολιτισμένοι λαοί της μπορούν να συμφωνούν διαφωνώντας ακόμα και για πράγματα τόσο απλά όπως ο τερματισμός μιας αιματοχυσίας κι ενός πολέμου. Κατέδειξε επίσης πως η Ευρώπη είναι ανίκανη να ορθώσει το ανάστημά της απέναντι στην κοσμοκρατορία της Αμερικής. Η Europa έγινε για ακόμα μια φορά Euroba. Δεν είναι και λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως ίσως τα αστεράκια στη σημαία της Ενωμένης Ευρώπης θα πρέπει να αλλάξουν και να γίνουν περισσότερο... Σιωνικά.

Τρίτη, Αυγούστου 01, 2006

Ο τοίχος: Κατασκηνώσεις

Σύνθημα 25ον: ΚΑΤΑΙΣΧΗΝΩΣΕΙΣ
Ψυχολόγοι, Παιδοψυχολόγοι, Παραψυχολόγοι και όλα τα συναφή επαγγέλματα έδειξαν τα "δόντια" τους στις κατασκηνώσεις των νεαρών αγοριών στον Άγιο Ανδρέα, κι έτσι οι κατασκηνώσεις έγιναν... καταισχηνώσεις. Ασέλγειες, βιασμοί κατά συρροή, ακόμα και εκμετάλλευση πορνογραφικού υλικού με ανηλίκους σε ανήθικες περιπτύξεις. Σε τι κόσμο ζούμε αλήθεια;