Παρασκευή, Ιουνίου 30, 2006

Παίξτε μπάλα...


Η πολιτική είναι σαν το ποδόσφαιρο. Μια μπάλα δημοσιότητας που τρέχει πάνω κάτω στο τερέν της ανυποψίαστης ζωής μας, ένας αγώνας καθημερινότητας με σφικτή άμυνα και πιεστική επίθεση.

Πλάγια και κόρνερ, φάλτσα και ευθύβολα σουτ, αποκρούσεις και δοκάρια. Ένας αγώνας ποδοσφαίρου με τις δικές του σκοπιμότητες, τα δικά του αποτελέσματα πρόκρισης, τις πιθανότητες και τα πολιτικά στοιχήματα των κομμάτων. Ένας αγώνας που διαρκεί τετραετίες, με ή χωρίς ηθελημένες καθυστερήσεις. Κτυπήματα κάτω από τη μέση, φάουλ και οφσάιντ. Ένας αγώνας ποδοσφαίρου είναι ίσως το καλύτερο μάθημα για έναν πολιτικό. Αντιδράσεις του πάγκου στις χαμένες ευκαιρίες που δεν χάνονται, ροχάλες στα κοντινά πλάνα των πρωταγωνιστών, Χριστοπαναγίες και επικλήσεις αγίων, χειροκροτήματα και ζητωκραυγές από το παθιασμένο πλήθος, αποδοκιμασίες και γιουχαΐσματα στα άτυχα αποτελέσματα.

Το ποδόσφαιρο είναι σαν την πολιτική, πάει και τέλειωσε.

Στόχος και των δυο είναι, αν μη τι άλλο, η επίτευξη ενός γκολ στο τέρμα του αντιπάλου. Επικίνδυνες φάσεις στα καρέ μιας καριέρας που ψάχνει για φανατικούς οπαδούς που δεν θα σακατέψουν το άθλημα με τις βιαιότητες και τις τιμωρίες των άδειων κερκίδων. Ο καλός πολιτικός, ο άνθρωπος που ξέρει να ασχολείται με τα κοινά, είναι ένας προπονητής σε ηλεκτρική καρέκλα. Κουμαντάρει συνεργάτες και υφισταμένους για το καλό του τόπου με μαεστρία και στρατηγική υπηρετώντας τα θέλω των οπαδών. Και ξέρει πως το αύριο είναι συνυφασμένο με το χθες και το σήμερα. Με τα δοκάρια και τα οφσάιντ του πρώτου ημιχρόνου. Με τις αλλαγές του δεύτερου μέρους και την αλλαγή στρατηγικής.

Στο δεύτερο ημίχρονο μιλάνε τα αποτελέσματα και οι τακτικές. Το ανακάτεμα της τράπουλας. Οι κινήσεις που εξυψώνουν τον προπονητή στα μάτια του κόσμου και τα αποτελέσματα που καταδικάζουν παίκτες, προπονητές και διοίκηση. Οι παράγοντες είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος. Αυτοί που δεν τους ενδιαφέρει το θέαμα, όπως οι κάφροι των εξέδρων που θέλουν μόνο να πανηγυρίζουν τα δικά τους γκολ και να καταδικάζουν των άλλων πετώντας καρέκλες. Είναι οι διαπλεκόμενοι της πολιτικής που επιζητούν μόνο το κέρδος και συντάσσονται με τους πολιτικούς για τη νίκη με τον σκοπό να αγιάζει τα μέσα. Και τα μέσα είναι συνήθως η διαιτησία. Η τέταρτη εξουσία του τύπου, εκεί που τα σφυρίγματα δείχνουν έδρα και καταλογίζουν ανύπαρκτα πέναλτι και οφσάιντ.

Η πολιτική είναι σαν το ποδόσφαιρο. Και δυστυχώς είμαστε στο χείλος του υποβιβασμού.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κερκυραϊκό Βήμα" - Φεβρουάριος 2005)

Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

Μάθε παιδί μου... γράμματα


Δεν έχουν το Θεό τους μερικοί στην Ελλάδα. Νομίζουν πως μπορούν να κάνουν τα πάντα. Κι αν θέλετε να το συζητήσουμε, να το συζητήσουμε. Ας πιάσουμε λοιπόν την παιδεία που τόσος ντόρος γίνεται τις τελευταίες μέρες, τους τελευταίους μήνες, τα τελευταία χρόνια.

  • Μερικοί νομίζουν ότι επειδή έβγαλαν τα μάτια τους κι έκαναν παιδιά το κράτος πρέπει σώνει και καλά να τους τα σπουδάσει με το ζόρι.

  • Κάποιοι άλλοι νομίζουν ότι αν κάνουν φροντιστήριο από το πρωί μέχρι το βράδυ θα γράψουν καλά στις Πανελλαδικές, ή τουλάχιστον θα πιάσουν τη βάση.

  • Κάποιοι άλλοι νομίζουν πως τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα είναι η καλύτερη ευκαιρία για να δουν μια άσπρη μέρα.

  • Άλλοι από την άλλη έχουν την εντύπωση πως αν γράψουν Πανελλαδικές εξετάσεις, επειδή πληρώνει ο μπαμπάς φόρους κάθε χρόνο, θα μπουν και στο Πανεπιστήμιο.

  • Άλλοι πάλι θεωρούν πως αφού κατάφεραν και μπήκαν στο Πανεπιστήμιο σώνει καλά θα βγουν! Του πούστη!

  • Άλλοι, περισσότερο αφελείς, νομίζουν ότι θα αποφοιτήσουν από το Πανεπιστήμιο και θα κάνουν αυτό που σχεδίαζαν πριν ακόμα μπουν.

  • Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που είναι καθηγητές Πανεπιστημίου, έχουν το αλάθητο του Πάπα και δεν είναι απαραίτητη η παρουσία τους στα αμφιθέατρα.

  • Άλλοι νομίζουν ότι πρέπει σώνει και καλά να κάνουν μεταρρυθμίσεις, όποιες κι αν είναι αυτές, έτσι για να έχουν με κάτι να ασχολούνται και να γίνεται ντόρος.

Μα αυτά είναι εξαιρέσεις, θα μου πείτε. Κανείς δεν πιστεύει ότι τα παραπάνω είναι και ο μέσος όρος της νοοτροπίας τόσο των μαθητών, των φοιτητών, των Καθηγητών, ακόμα και της κάθε Κυβέρνησης. Ας μιλήσουμε λοιπόν για το μέσο όρο, αφού το θέλετε.



  • Ο μέσος γονιός θέλει να δει το παιδί του επιστήμονα και κάνει τα πάντα γι’ αυτό. Είτε μπορεί είτε όχι.

  • Ο μέσος μαθητής θέλει να μπει στο Πανεπιστήμιο είτε γιατί το ονειρεύτηκε κάποιο βράδυ με φεγγάρι, είτε γιατί θα χάσει το χαρτζιλίκι από τον μπαμπά που είναι ονειροπαρμένος.

  • Ο μέσος φοιτητής θέλει να τελειώσει και να πάρει το πτυχίο του μια ώρα αρχύτερα και κάνει τα πάντα για να το καταφέρει.

  • Ο μέσος καθηγητής θέλει να παίρνει τον μισθό του και κάνα επιδοτούμενο πρόγραμμα από όπου λάχει για να βουλώσει καμιά τρύπα. Τα υπόλοιπα είναι ψηλά γράμματα.

  • Ο μέσος πτυχιούχος θέλει να βρει δουλειά μετά τις σπουδές και να μην κάνει τον σερβιτόρο με δίσκο την κορνίζα του πτυχίου του.

  • Ο μέσος υπουργός θέλει να κάνει μεταρρυθμίσεις για να είναι πετυχημένος αν και είναι δεδομένο πως οι μεταρρυθμίσεις εξαγγέλλονται και είναι οι μόνες που μεταρρυθμίζονται.

Τώρα μπορείτε να καταλάβετε γιατί η Ελλάδα είναι η χώρα του ΜΕΣΟΥ. Σε όποια από τις παραπάνω κατηγορίες κι αν θεωρείτε ότι ανήκετε, με λίγο μέσο, να είστε σίγουροι πως τα όνειρά σας θα γίνουν πραγματικότητα. Αν δεν ανήκετε κάπου εκεί χρειάζεται αγώνας. Ή μήπως όχι;

Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2006

Παιχνίδια "Κρεμάλας"


Λένε πως ότι γράφεται χωρίς κόπο γενικώς διαβάζεται χωρίς ευχαρίστηση. Κι ο κόπος ορίζεται διαφορετικά κάθε φορά.
Στην περίπτωση της "Κρεμάλας" δεν ήταν τόσο σημαντικός ούτε ο χρόνος που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί, ούτε οι ιδέες, οι τεχνικές, ούτε ακόμα και το όποιο ταλέντο. Ο κόπος ορίζεται κάπως διαφορετικά.
Είναι ένα κομμάτι του ίδιου μου του εαυτού.
Είναι ένα δυσεπίλυτο προσωπικό αίνιγμα που κλήθηκα να επιλύσω μόνος καθώς την έγραφα λέξη προς λέξη, γράμμα προς γράμμα.
Ένα διαφορετικό παιχνίδι κρεμάλας με το ίδιο μου το παρελθόν, με τα εφηβικά μου όνειρα και τις σχολικές μου αναμνήσεις.
Στην περίπτωση της "Κρεμάλας", ετούτος ο κόπος αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στο πετσί μου με τον χαμό ενός καλού φίλου. Είναι ίσως εκείνο το αγνό κομμάτι του εαυτού σου που όσο κι αν προσπαθείς δεν ξεχνάς! Είναι εκείνο το κομμάτι που σε καταδιώκει για μια ζωή μέσα από φαντασιώσεις και όνειρα, μέσα από υπερφυσικά μηνύματα και σημάδια.
Ένας καλός φίλος μου είπε πως ο καλός συγγραφέας ουσιαστικά δεν ανησυχεί για τα βιβλία του.
Πως γράφει αυτό που νιώθει, αυτό που θέλει και δεν τον αγχώνει η αντίδραση του κόσμου και των κριτικών. Δεν τον αγχώνουν οι εκδηλώσεις και οι παρουσιάσεις. Ο καλός συγγραφέας είναι σίγουρος γι' αυτό που έχει γράψει.
"Το βιβλίο...", μου είπε ο φίλος μου, "...είναι ένα παιδί! Πρέπει να το αφήσεις να κάνει τον κύκλο του! Το γεννάς, το φέρνεις στον κόσμο και το αφήνεις να κάνει τον κύκλο του".
"Δεν έχω ξαναγίνει πατέρας για να ξέρω πως είναι να φέρνεις στον κόσμο ένα παιδί...", του απάντησα, "...αν και νομίζω πως κάθε γονιός ανησυχεί για το παιδί του".
Δεν ξέρω αν είμαι καν συγγραφέας.
Αυτό που ξέρω είναι πως γράφω από μια ανάγκη.
Νιώθω πως οι κενές παύλες της σκέψης μου με καταδιώκουν και πρέπει να γεμίσω το κενό τους για να βρω την ανάπαυση και τη γαλήνη της δημιουργίας στο όποιο μήνυμά τους.
Είναι ένα προσωπικό παιχνίδι κρεμάλας ετούτο το γράψιμο, που με οδηγεί στη δικαίωση, στην ανακάλυψη του ίδιου μου του εαυτού.
Είναι σαν το υπερφυσικό παιχνίδι κρεμάλας που φαίνεται πως παίζουμε με τον ίδιο τον Θεό προκαλώντας τον εαυτό μας.
Σαν τις κοσμικές παύλες που είναι έτοιμες να δεχθούν τις γήινες απόπειρες της ζωής μας στο δρόμο που χάραξε για μας ο Θεός.
Παύλες και αινίγματα που καλουμαστε να γεμίσουμε τα κενά τους και που μας οδηγούν στη σωτηρία με τρόπο μοναδικό.
Έτσι κι εγώ, κλήθηκα να γεμίσω τα κενά μιας απεριόριστης συστάδας από παύλες που με οδήγησαν πιο κοντά στον ίδιο μου τον εαυτό.
Δεν ξέρω πόσοι θα αναγνωρίσουν στους ήρωες του βιβλίου τον ίδιο τους τον εαυτό... γεμίζοντας τα κενά στα ονόματά τους με δικούς τους προσωπικούς χαρακτήρες.
Δεν ξέρω πόσοι στο τέλος θα λύσουν με ορθόδοξο τρόπο τα αινίγματα κρεμάλας του βιβλίου.
Στο κάτω κάτω της γραφής, ένας απλός αναγνώστης είμαι που πήρα μολύβι και χαρτί από ανάγκη.
Ένας άγνωστος συγγραφέας. Κάποιος ΝΙΚΟΣ. Για τους περισσότερους, ένα "Ν", ένα "Σ" και τρεις παύλες ανάμεσά τους. Διαβάζοντάς με, όμως, αποκαλύπτομαι, γίνομαι ΝΙΚΟΣ.



(Απόσπασμα από την ομιλία του συγγραφέα στην εκδήλωση παρουσίασης της "Κρεμάλας" στη Στοά του Βιβλίου στις 13 Φεβρουαρίου 2006)

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2006

Οι εραστές της δημοσιογραφίας

Example

Ζούμε στην εποχή της ομαδοποίησης των συμφερόντων, όπου τα πάντα τείνουν να τεθούν υπό τη σκέπη μιας και μόνης αρχής, με άμεσες ή έμμεσες επιρροές από την αρχή του ενός ανδρός.

Μας επιβάλλουν το καθεστώς της ενιαίας σκέψης, μας ορίζουν το πλαίσιο της κίνησης των ιδεών, προσπαθούν να εντρυφήσουν τη διαδικασία της συγκέντρωσης με το πενιχρό ταλέντο τους σ’ ένα συλλογικό ασύμμετρο καμβά. Από την τρομοκρατία της ελεύθερης έκφρασης, μέχρι την απειλή της ειρήνης στο πέρασμα ενός αφοπλισμένου πολέμου. Από τον ορυμαγδό της τυποποίησης μέχρι τη μοναδικότητα της έκπληξης. Από τη σύνθλιψη των διαφορετικών, την ασφυξία της ελευθερίας, μέχρι τη γοητευτική προσαρμογή της δράσης, της σκέψης και της γραφής. Από τη Βαγδάτη και την Ουάσινγκτον, μέχρι την Αθήνα και την Κέρκυρα. Θεσσαλονίκη Γιάννινα με δυο παπούτσια πάνινα.
Ήλθαν ετούτες οι σκέψεις στο νου, σ’ ένα νοσταλγικό δημοσιογραφικό χορό στη μεταφορική πίστα του πνεύματος, της σκέψης, της γοητείας της γραφής, της αναγραφής, της τύπωσης.
Οι μυημένοι στα βήματα της γραφής ερωτοτροπούν με τη δημοσιογραφία, ζουν το μύθο που την περικλείει, ανακαλύπτουν τα μυστήριά της χορεύοντας την καθημερινή τους τρέλα στους χαρακτήρες των οριοθετημένων γραμμών, στα μονόστηλα, στα δίστηλα, στα τρίστηλα, ακολουθώντας το φτερωτό πνεύμα ελευθερίας και δημιουργίας, μακριά από καθεστώτα αυτολογοκρισίας και υποταγής.
Άλλοι παθιάζονται στον απόηχο της ερτζιανής πραγματικότητας, μέσα από υποκειμενικές συχνότητες, χωρίς μουσικά περιτυλίγματα και συντακτικές νουθεσίες.
Άλλοι ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους, δυσδιάκριτους, μακριά από τα ανύποπτα βλέμματα των πολλών, μέσα στην ανωνυμία του πλήθους. Ξεδιπλώνουν τις σκέψεις τους μέσω του διαδικτύου λογοδοτώντας κάθε φορά πρώτα από όλα στον εαυτό τους.
Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που συμβιβάζονται. Εκείνοι που εγκαταλείπουν τις δύσβατες μοναχικές διαδρομές και προτιμούν τις αχανείς «αμαρτωλές» λεωφόρους, μέσα στην αυταπάτη της υπαλληλοποίησης της γραφής και της σκέψης, σε περιορισμένα πλαίσια και ομαδοποιημένα καλούπια, ακούγοντας προκλητικά τις καθημερινές σειρήνες του ασφυκτικού ελέγχου.
Οι μοναχικοί καβαλάρηδες των δύσβατων διαδρομών είναι οι «γνήσιοι» εραστές της δημοσιογραφίας. Ως φανατικοί οπαδοί της γραφής και της σκέψης, παραμένουν πιστοί στις ιδέες και τις απόψεις της συνείδησής τους. Δεν τους ακουμπά η διαδικασία της συγκέντρωσης και του ελέγχου. Εξακολουθούν να πιστεύουν στο μύθο της, να χαίρονται με το αποτέλεσμα της δημιουργίας τους, συναρπάζονται από την όψη της αναγραφής του ονόματός τους στα γραφόμενά τους, όπως την πρώτη φορά που χάρηκαν στην τυπωμένη όψη του. Χορεύουν ξυπόλητοι στο σανίδι της υποκειμενικότητας, αφουγκράζονται με τις κεραίες τους τα μηνύματα της κοινωνίας και των καιρών και μεταφέρουν την αλήθεια, φιλτράροντάς τη μέσα από τις γνώσεις, την καταγωγή, τις προσωπικές εμπειρίες και την κουλτούρα τους.

Κάπως έτσι η δημοσιογραφία αποκτά χρώμα, μυστήριο, περικλείει μύθο. Οι δρόμοι για τους εραστές της δημοσιογραφίας είναι στρωμένοι με αγκάθια. Δημιουργώντας όμως, με το πνεύμα και τη σκέψη... πετούν.

(Άρθρο του Νίκου Παργινού στην εφημερίδα "ΑΝΑγνώστης" - Μάρτιος 2003)

Δευτέρα, Ιουνίου 26, 2006

Για τα μάτια σου μόνο...


Μια επίσκεψη στον οφθαλμίατρο κι ένα τέταρτο στην αίθουσα αναμονής μ’ έκαναν να φέρω στο νου μου μερικές φράσεις για τα μάτια. Μάτια εδώ, μάτια εκεί, μάτια παραπέρα. Μάτια μου..


  • Μπορεί κάποιος να μην μας γεμίζει το μάτι, αλλά σπάω το κεφάλι μου και δεν μπορώ να φανταστώ τι πρέπει να κάνει ο άμοιρος για να μας το γεμίσει. Γεμιστά μάτια ακόμα δεν έχω συναντήσει.

  • Μπορεί να κοιτάμε κάποιους με μισό μάτι, αλλά ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πως στο καλό το κάνουμε αυτό.

  • Μπορεί για τα μαύρα της τα μάτια να κάνουμε και τον μεγαλύτερο άθλο κι αυτή να τα έχει γαλάζια.

  • Μπορεί να κάνουμε μαύρα μάτια για να δούμε κάποιον, αλλά εμένα μια ζωή πράσινα είναι και έχω καιρό να δω πολλούς.

  • Μπορεί να μην παίρνουμε τα μάτια μας πάνω από κάτι, αλλά εμένα τόσα πολλά μου αρέσουν και τα μάτια μου είναι πάντα αλλού.

  • Μπορούμε να παίρνουμε των ομμάτιών μας και να φεύγουμε απελπισμένοι αλλά να’ μαστε ειλικρινείς. Έχετε δει πολλούς να τα αφήνουν πίσω τους;

  • Μπορεί να μην χορταίνει κάποιον το μάτι μας, αλλά μπορεί ποτέ να χορτάσει το μάτι; Δυο χοιρινές και μια μοσχαρίσια στο τρία! Να είμαστε σοβαροί.

  • Μπορεί να θέλουμε πολλές φορές να βγάλουμε μόνοι τα μάτια μας, αλλά μόνο τον Οιδίποδα ξέρω που το κατάφερε.

  • Μπορεί το γινάτι να βγάζει μάτι, αλλά τόσα γινάτια έχουμε ζήσει και μάτι βγαλμένο από γινάτι ακόμα δεν είδα.

  • Καμιά φορά μας πετάγονται τα μάτια έξω αλλά δεν ξέρω πως επανέρχονται και πάλι στη θέση τους.

  • Μπορεί να βρισκόμαστε στο μάτι του κυκλώνα, αλλά αυτό το μάτι κανείς δεν το έχει δει και κανείς δεν ξέρει τι χρώμα έχει.

  • Μπορεί να μπαίνουμε στο μάτι κάποιου, αλλά ας μου εξηγήσει κάποιος πως μπορεί να το κάνει…

  • Μπορεί να κάνουμε κάτι για τα μάτια του κόσμου, αλλά αυτά τα μάτια κανείς δεν ξέρει τι χρώμα έχουν.

  • Μπορούμε ακόμα και να ζυγίζουμε με τα μάτια χωρίς ζυγαριές.

  • Μπορούμε να κάνουμε τα γλυκά μάτια, αν και κανείς δεν μιλάει για τα πικρά ή τα άνοστα, ή τα πιπεράτα, ή τα ανάλατα.

  • Μπορεί να μας άνοιξε κάποιος τα μάτια, αν και ποτέ δεν τα είχαμε κλειστά.

  • Μπορεί να θέλουμε να κλείσουμε τα μάτια μας μια ώρα αρχύτερα και στο τέλος να πεθαίνουμε με ανοιχτά μάτια και κάποιος να πρέπει να μας τα κλείσει.

  • Μπορεί να ματιάζουμε, δεν αυτιάζουμε όμως ποτέ!

  • Μπορεί να κάνουμε μάτι, αλλά δεν κάνουμε ποτέ αυτί. Ακόμα κι αυτοί που κάνουν μάτι χωρίς οπτικό πεδίο και μόνο ακούν, μάτι κάνουν.

  • Ακόμα κι αβγά μάτια κάνουμε, έλεος!

  • Μπορεί πολλοί να ακολουθούν τον οφθαλμό αντί οφθαλμού, αλλά κανέναν δεν έχω δει να δίνει σε κανέναν το μάτι του.

  • Μπορεί να προτιμούμε να μας βγει το μάτι παρά το όνομα, αλλά κανέναν δεν έχω δει να το κάνει πράξη. Ονόματα όμως αλλάζουμε με το τσουβάλι.

Όσο για μένα… πέρασε το τέταρτο και πάω να δω τα μάτια μου.. Να δω πως θα το καταφέρω τώρα αυτό…

Back to life


Κάθε Δευτέρα νιώθω πως επιστρέφω και πάλι στην πραγματικότητα. Άλλες φορές ομαλά, άλλες φορές ανώμαλα.
Είναι οι στιγμές που ξαναγυρνάς θέλεις δε θέλεις στα γνωστά και τα τετριμμένα. Βάζεις το "κουστούμι" της καθημερινότητας και ξεκινάς. Περνάει και φεύγει η μαγεία του Σαββατοκύριακου, της παύσης. Κι εσύ, αναγκασμένος να επιστρέψεις, να γυρίσεις θέλοντας και μη σελίδα και να ρίξεις μια πρόχειρη ματιά σ' όλα όσα θα διανθίσουν τη νέα εβδομάδα που έρχεται... που ήρθε για να είμαστε απόλυτα ακριβείς. Το διάλειμμα τέρμα λοιπόν, τα κεφάλια μέσα. Back to life, back to reality. Επιστροφή στην καθημερινότητα, επιστροφή στις νέες προκλήσεις που θα δώσουν τροφή στο υποσυνείδητο και θα τροφοδοτήσουν με πολλαπλούς καύσιμους ψεκασμούς τους κινητήρες των προσωπικών μας ονείρων. Άλλωστε, κάθε Δευτέρα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σ' ένα νέο Σαββατοκύριακο, γεμάτο νέες προκλήσεις και νέα ανεκπλήρωτα όνειρα. Αυτή θεωρώ πως είναι και η σωστή προοπτική. Η Δευτέρα είναι η επόμενη κενή σελίδα που θα κληθείς να γράψεις και να γεμίσεις με εμπειρίες και πράξεις. Κι όπως όλες οι καινούγιες σελίδες κρύβουν εκπλήξεις, κρύβουν πολλά. Ας ξαμοληθούμε λοιπόν... ελπίζω μόνο να μην μας τελειώσει το χαρτί...

Κυριακή, Ιουνίου 25, 2006

Κυριακές


Της Κυριακής τα απογεύματα είναι δυσβάστακτα. Κάτι με πιάνει. Ασφυκτιώ. Θέλω να αποδράσω. Να φύγω. Είναι οι ώρες της περισυλλογής, της σκέψης. Η ώρα που ξυπνούν οι αναμνήσεις και τα όνειρα. Η ώρα των φαντασμάτων. Η ώρα των απτών αποδείξεων. Είναι σαν να σταματάνε οι δείκτες των ρολογιών και να κολλάνε στις τρεις, όλη μέρα. Τρεις η ώρα είναι πάντα πολύ αργά ή πολύ νωρίς για οτιδήποτε κι αν θες να κάνεις. Τις Κυριακές ποτέ δεν κοιτάζω ρολόι. Δεν μ' ενδιαφέρει. Ίσως γιατί ξέρω πως θα τελειώσουν και θα ξημερώσουν Δευτέρες. Ίσως γιατί δεν θέλω να τελειώσουν. Ίσως γιατί τις Κυριακές δεν θες να κάνεις τίποτα. Θες να χαθείς. Να νιώσεις χαμένος.


(Απόσπασμα από το βιβλίο "ΚΡΕΜΑΛΑ" - Κεφάλαιο 41ο)

Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006

Συγκυρίες


Όταν σε πάρει η κάτω βόλτα συνήθως σε παίρνει για τα καλά. Ίσως γιατί η κατηφόρα πολλές φορές δεν έχει σταματημό. Έτσι μου λέει ένας καλός φίλος όποτε τον συναντώ και μου εξιστορεί τις όποιες αναποδιές του.

Σ' αυτές τις περιπτώσεις, μου λέει, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κοιτάξεις για λίγο πίσω και να πατήσεις φρένο. Στην ανάγκη να κατεβάσεις ταχύτητα ή να σηκώσεις χειρόφρενο αν δεν έχεις άλλη επιλογή. Σήμερα νιώθω πως είναι μια τέτοια μέρα για μένα. Άσχημη χθεσινή βραδιά, δύσκολο πρωινό ξύπνημα, δυσάρεστα μαντάτα, ακόμα και μικροατυχήματα που ταράσσουν την υποτιθέμενη ηρεμία της καθημερίνοτητας. Ένα Τρισάγιο ίσως δεν θα έβλαπτε. Αυτό, βέβαια, μου το προτείνει άλλος φίλος, χωρίς δεδομένο λόγο, έτσι για το καλό, για τα ανίερα φαντάσματα που μας καταδιώκουν παντού. Αλλά έχω την εντύπωση πως ο Θεός έχει και για μας τους σημερινούς γκαντέμηδες. Ίσως ετούτη η απότομη κατηφόρα να είναι και η απαρχή μιας νέας περιόδου. Ναι, ναι. Τώρα που κοιτάω προς τα πίσω, ακολουθώντας κατά γράμμα τη συμβουλή του καλού μου φίλου, βλέπω πως δεν είναι και τόσο δραματικά τα πράγματα. Ή κάνοντας μια πιο αισιόδοξη σκέψη, η κάτω βόλτα δεν μ' έχει πάρει οριστικά. Ναι. Αν κι έχω μια διαφορετική θεωρία που θα σας παραθέσω καλού κακού. Κάθε κακό για καλό ή κάθε καλό για κάθε κακό. Ήδη μια καλή πράξη μου έφτιαξε τη μέρα κι έγινε η κοσμική συγκυρία για να δω διαφορετικά τα πράγματα. Να σπάσω το μονότερμα του κακού. Αλλά, μεταξύ μας, για καλό και κακό, ας κάνω κι ένα Τρισάγιο, που ξέρεις...

Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2006

Και εγένετο... έμπνευση


Έμπνευση. Μια ιδέα, που λένε πως γεννιέται ξαφνικά, χωρίς λόγο και αιτία στο βάθος της συνείδησης, χωρίς την παρεμβολή της θέλησης. Ένας λόγος ικανός να σε κάνει να νιώσεις τη μαγεία της ζωής. Η ουσία της τέχνης. Η προτροπή που χρειάζεσαι για να αρχίζεις να βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά. Έτσι και τούτο το θυσιαστήριο έμπνευσης, ετούτο το ιστολόγιο. Ένας χώρος γραφής και σκέψης, ένας ανοικτός λογαριασμός κατάθεσης ψυχής στο χώρο του διαδικτύου που θα στοιβάζονται επιταγές έμπνευσης στο εμπόριο της αναγνωστικής και λαίμαργης ματιάς μας. Ταξίδι στο χώρο, το χρόνο, τη λογική και την τέχνη. Ταξίδι σχεδιασμένο και απρόσμενο. Ταξίδι χωρίς επιστροφή. Κάθε γραμμή και μέτρο, κάθε επιταγή και θυσία, κάθε θυσία κι ένα ταξίδι.
Καλό μας ταξίδι, λοιπόν, καλοί μου συνεπιβάτες.